Κοινωνίες, με βασικό κίνητρο και κριτήριο τη διασφάλιση της επιβίωσης του είδους, συγκροτούν πολλά είδη του ζωικού βασιλείου, οι οποίες όμως διαφέρουν από είδος σε είδος, όσον αφορά στον τύπο, στη δομή και στη λειτουργία. Και ο άνθρωπος από τα πρώτα κιόλας στάδια της εξέλιξής του κατανόησε την ανάγκη να ζει συλλογικά σε κοινωνίες για να μεγιστοποιεί τη θετική και να ελαχιστοποιεί την αρνητική σχέση του με τα υπόλοιπα είδη, αλλά και με τη Φύση γενικά, ώστε να διασφαλίζει τους όρους της επιβίωσής του.

Μια προσεκτική σύγκριση των κοινωνιών των άλλων ειδών με τις διάφορες κοινωνίες των ανθρώπων οδηγεί στη διαπίστωση πως αυτές των άλλων ειδών χαρακτηρίζονται από μια στατικότητα, που σημαίνει πως με την πάροδο του χρόνου δεν επέρχεται καμιά σοβαρή μεταβολή του τύπου, της δομής, της συμπεριφοράς και της λειτουργίας τους, σε αντίθεση με τις ανθρώπινες κοινωνίες που τις χαρακτηρίζει μια δυναμική μεταβλητότητα στο διάβα του χρόνου, η οποία καταγράφεται σαν πορεία εξέλιξης από απλούστερες σε όλο και πιο σύνθετες μορφές, δομές, συμπεριφορές  και λειτουργίες. Τα πουλιά ή τα μυρμήγκια λ. χ. μεταφέρουν με τον ίδιο τρόπο την τροφή τους και χτίζουν με τον ίδιο τρόπο τις κατοικίες τους εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Αντίθετα οι άνθρωποι βγήκαν από τις σπηλιές, έχτισαν καλύβες, σπίτια, πολυκατοικίες, μέγαρα, μεγάλα συγκροτήματα κοινωνικής κατοικίας και μετακινούνται με τη βοήθεια των ζώων εργασίας αρχικά, με κάρα που τα σέρνουν ζώα στη συνέχεια για να φτάσουν στα πλεούμενα, στα αυτοκίνητα, στα τραίνα, στα αεροπλάνα, στα διαστημόπλοια Αυτή η παρατήρηση οδηγεί στο ερώτημα για την αιτία αυτής της διαφοροποίησης.

Φαίνεται πως η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα βρίσκεται στον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο τα διάφορα είδη μπορούν να ενεργήσουν και ενεργούν για την εξασφάλιση της τροφής τους, την διασφάλιση και τη βελτίωση της ύπαρξής τους και τη διαιώνιση του είδους τους. Μεταξύ των διάφορων ειδών της κατηγορίας των ανώτερων θηλαστικών, αλλά και πολλών άλλων ειδών του ζωικού βασιλείου, ο αρχάνθρωπος, στη μακρινή περίοδο της αγριότητάς του, βρισκόταν σε μειονεκτικότερη θέση από πολλά άλλα είδη αναφορικά με τις δυνατότητές του για την εξασφάλιση τροφής και την προστασία της ζωής του από τους κινδύνους, και ήταν πολλοί, που κάθε στιγμή την απειλούσαν.

Οι μακρινοί μας πρόγονοι συμπληρώνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τα φυσικά μειονεκτήματα και τις αδυναμίες τους, κατασκευάζοντας και χρησιμοποιώντας αυτοσχέδια πέτρινα ή ξύλινα εργαλεία για την απόκτηση τροφής και αυτοσχέδια όπλα για την προστασία τους από άλλα εχθρικά είδη. Κάποια άλλα είδη έχουν ενσωματωμένο τον αμυντικό ή επιθετικό εξοπλισμό τους, με τη μορφή κελύφους, παχυδερμίας, δηλητηρίου, αυτόματης χρωματικής προσαρμογής, πτητική ικανότητα κλπ. κλπ.. Πολλά είναι επίσης τα είδη που, για να μη στερούνται την τροφή και για να μην εκτίθενται συχνά σε κινδύνους για την εξασφάλισή της, φροντίζουν να αποθηκεύουν ποσότητες τροφής όταν αυτή προσφέρεται σε αφθονία από τη φύση.

Όμως μόνο ο γυμνός και ευάλωτος αρχάνθρωπος έπρεπε να μην περιοριστεί στη χρήση αποκλειστικά και άπαξ αυτοσχέδιων ‘εργαλείων’ και ‘όπλων’, και γι’ αυτό εμπειρικά κατανόησε πως ήταν αναγκασμένος, και όχι καταναγκασμένος, πράττοντας να δημιουργεί, να ποιεί, να κατασκευάζει μόνος του χρήσιμα πράγματα και καταστάσεις, όπως να ανάβει φωτιά, να σκεπάζει το κορμί του, να εξασφαλίζει την τροφή του και να φέρει κάποια από τα εργαλεία του πάνω του, αλλά και να βελτιώνει, να αποθηκεύει και να συντηρεί όλα όσα προορίζονταν για ειδικές περιπτώσεις και χρήσεις. Ο αρχάνθρωπος δεν ‘δουλεύει’, δεν ‘εργάζεται’ και δεν ‘παράγει προγραμματισμένα και με όρους που τους υπαγορεύουν άλλοι, αλλά δημιουργεί, ποιεί, ατομικά και συλλογικά κατά βούληση μόνο χρήσιμα πράγματα για τις άμεσες δικές του ανάγκες και για τις ανάγκες της κοινότητας. Ο αρχάνθρωπος και μέχρι την εμφάνιση του ταξικού κράτους δεν είναι ούτε δούλος, ούτε κολλήγος, ούτε εργάτης, ούτε υπάλληλος, ούτε εξουσιαστής ούτε εξουσιαζόμενος, αλλά είναι ελεύθερος δημιουργός χρήσιμων για τον ίδιο και για την κοινότητά του πραγμάτων και με αυτόν τον τρόπο γίνεται δημιουργός του εαυτού του, της κοινωνίας και του πολιτισμού του.

Με αυτό τον τρόπο οι σχέσεις μεταξύ των μελών της ομάδας γίνονται σύνθετες και διαμορφώνουν ρόλους, η ανταπόκριση στους οποίους καθιστά αναγκαία την ανάπτυξη της μεταξύ τους προφορικής επικοινωνίας. Το αποτέλεσμα ήταν το σταδιακό πέρασμα από την επικοινωνία με νοήματα, χειρονομίες και αριθμητικά περιορισμένες συμβολικές άναρθρες κραυγές στη διαμόρφωση ενός όλο και πιο σύνθετου προφορικού λόγου που ανταποκρινόταν στην όλο και αυξανόμενη επικοινωνιακή αναγκαιότητα. Αυτή την μοναδική και ιδιαίτερη ικανότητα του ανθρώπινου είδους να δημιουργεί συνειδητά και σωρευτικά εργαλεία και έργα, για να προσαρμόζει τη Φύση στις δικές του ανάγκες, την ορίζουμε ως ανθρωπία, ανθρωποσύνη ή ανθρωπινότητα. Αυτή η μοναδική στον ζωικό κόσμο ιδιότητα του ανθρώπου τον βοήθησε να σηκωθεί στην όρθια στάση, να χρησιμοποιήσει τις αισθήσεις και τα χέρια του, να αυξήσει τον εγκέφαλό του για να βελτιώσει τους μηχανισμούς της Προσοχής, να χωρέσει την αυξανόμενη Μνήμη, να αναπτύξει Νοημοσύνη, Λόγο και Γλώσσα, συστήματα που διαμορφώνουν, ταξινομούν, καταγράφουν και εμπλουτίζουν σωρευτικά τη Συνείδησή του. Η ανθρωπία, ως το σύνολο των ιδιαίτερων διανοητικών, φαντασιακών και εμπειρικών δεξιοτήτων και ως αποκλειστική, ελεύθερη και αυτοπροσδιοριζόμενη ιδιότητα του ανθρώπου, τον ξεχώρισε από το ζωικό βασίλειο και, παρά τις όποιες στρεβλώσεις και μεταμορφώσεις της, αυτή τον εξανθρωπίζει σταδιακά και τον ωθεί ακατάπαυστα προς τον ανθρωπισμό, τη μόνη ικανή και αναγκαία συνθήκη για τη δική της οριστική και ουσιαστική ολοκλήρωση.

Με τον εμπειρικό εμπλουτισμό και την προϊούσα έκπτυξη της ανθρωπίας, το ανθρώπινο είδος δημιουργεί τους όρους για το πέρασμα από την αγριότητα, την περιπλάνηση και την τροφοσυλλογή στη μόνιμη εγκατάσταση και στην παραγωγή της τροφής του με την αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητά του. Αυτή η βαθμίδα εξέλιξης αναδείχνει ως πρωταρχική ουσία της συγκρότησης και της ύπαρξης της ανθρώπινης κοινότητας-κοινωνίας τον αυτοπροσδιοριζόμενο συνδυασμό όλων των συστατικών στοιχείων της ανθρωπίας, ως το σύνολο των ατομικών και των συλλογικών ιδεών, αντιλήψεων και εμπειριών και των σωματικών ικανοτήτων, δεξιοτήτων και τεχνικών σε συνδυασμό με το σύνολο των πρακτικών δραστηριοτήτων. Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια, όπως ακριβώς η Φύση χτίζει τα απαράμιλλα έργα τέχνης στα σπήλαια, μέχρι ο αρχάνθρωπος να αποκτήσει ανθρωπία, την ικανότητα δηλαδή να ζωγραφίζει τα σπήλαια και να κατασκευάζει τα αναγκαία εργαλεία για την αποτελεσματικότερη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή των αναγκαίων, για το σύνολο των μελών της κοινότητας τροφίμων και λοιπών αγαθών, εγκαταστάσεων και υποδομών. Σε αυτή τη βαθμίδα το κάθε μέλος προσφέρει την ανθρωπία του χωρίς εξουσιαστικό καταναγκασμό, όση και όποια υλική και πνευματική δημιουργική δραστηριότητα μπορεί, και απολαμβάνει ελεύθερα και ισότιμα όσα χρειάζεται από τα υφιστάμενα διαθέσιμα και αποθέματα της κοινότητας. Είναι η βαθμίδα στην εξέλιξη της ανθρωπότητας που ορίζεται ως ‘βαθμίδα της αθώας αγριότητας’, όπου η ανθρωπία ταυτίζεται με τη δυναμικά δημιουργική ισότητα-ελευθερία και συνεπώς με την ατομική και συλλογική αλληλεγγύη και ανθρωπιά.

Στο επόμενο στάδιο της εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας, στο οποίο πολλές κοινότητες εντάχθηκαν σε ένα μεγαλύτερο κοινωνικό σύνολο με ενιαία κεντρική κρατική εξουσία, όπου, τα εργαλεία και τα όπλα, καθώς επίσης η γη και τα κοπάδια, οι υποδομές, τα κτίσματα και τα εργαστήρια πέρασαν με την ωμή ή τη θεσμική βία στην ιδιοκτησία των εξουσιαστών, οι οποίοι στη θέση της ανθρωπίας, δηλαδή της αλληλέγγυας ατομικής και συλλογικής δημιουργικής δραστηριότητας, έβαλαν τη δουλεία με την οποία ξεχώρισαν τους παραγωγούς από τα μέσα, τους όρους και τα αγαθά της παραγωγής τους. Πρόκειται για τη βαθμίδα της μετατόπισης της ελεύθερης ανθρωπίας στην ανελεύθερη και αναγκαστική δουλεία, που είχε ως αποτέλεσμα την κοινωνία της άγριας και της βάρβαρης εκμετάλλευσης και της απανθρωπιάς.

Αυτές οι αλλαγές στη φύση, στη δομή, στη συμπεριφορά και στη λειτουργία της δημιουργικής δραστηριότητας προκάλεσαν τη διαστροφή της ανθρωπίας και αναπόφευκτα επέφεραν αντίστοιχες αλλαγές και στη φύση, τη δομή και τη λειτουργία της κοινωνίας που σηματοδοτούν το πέρασμα από την πρώιμη αταξική κοινωνία των ελεύθερα συνεργαζόμενων ανθρώπων στην ταξική συγκρότηση της κοινωνίας των νικητών-εξουσιαστών  και των εξουσιαζόμενων-ηττημένων. Έτσι σηματοδοτείται το πέρασμα από την ελεύθερη και αυτοπροσδιοριζόμενη στην ετεροπροσδιοριζόμενη δραστηριότητα, από την αυτοπροσδιοριζόμενη στην βίαια και εξουσιαστικά ετεροπροσδιοριζόμενη κοινωνία. Έτσι γεννήθηκε η κοινωνική ανισότητα, ο λεγόμενος κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας-παραγωγής, στο πλαίσιο του οποίου, από τη μια μεριά βρίσκονται οι ισχυροί και νικητές-εξουσιαστές, οι ιδιοκτήτες της γης, των δούλων και των καρπών της δουλείας, της αναγκαστικής, της ετεροπροσδιοριζόμενης πια δραστηριότητας των εξουσιαζόμενων, των δούλων, που στο μεταξύ λέγεται δουλειά, η οποία παράγει έργο καθ’ υπαγόρευση του εξουσιαστή και συνεπώς λέγεται και εξαρτημένη εργασία των μισθωτών δούλων. Ενώ από την άλλη μεριά βρίσκονται οι ανίσχυροι ηττημένοι, οι δούλοι, δουλευτές, που παράγουν έργα υπό καταναγκασμό, συνεπώς και πλούτο για τους νικητές και δουλοκτήτες. Όπως είναι φυσικό, στο πλαίσιο αυτής της ταξικής κοινωνίας οι μεν δουλοκτήτες έκαναν ότι μπορούσαν για να διατηρήσουν τη θέση τους και τα προνόμιά τους, οι δε δούλοι πάσχιζαν με κάθε τρόπο, ακόμα και με ατομικές ή συλλογικές δραπετεύσεις, εξεγέρσεις και μαζικές επαναστάσεις, να βελτιώσουν τη θέση τους και να αποκτήσουν την ελευθερία τους, που σημαίνει να πάψουν να ‘δουλεύουν’, δηλαδή να πάψουν να είναι δούλοι.

Αυτή η δυναμική των συγκρούσεων οδήγησε την ανθρωπότητα στο επόμενο στάδιο της εξέλιξής της, στο στάδιο της δουλοπαροικίας, στο πλαίσιο του οποίου οι νικητές απώλεσαν το δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των δούλων τους, περιοριζόμενοι μόνο στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας της γης, ενώ οι ηττημένοι πρώην δούλοι και τώρα κολλήγοι απέκτησαν το σχετικό δικαίωμα σεβασμού της ζωής τους, όχι όμως και της ελευθερίας και αξιοπρέπειάς τους, με αντάλλαγμα:

  • Να καλλιεργούν με δική τους ευθύνη και δικά τους εργαλεία και μέσα τη γη των φεουδαρχών και να αποδίδουν σ’ αυτούς ένα συμφωνημένο και συνήθως μεγάλο μέρος της σοδειάς τους,

  • Να παρέχουν στον φεουδάρχη, χωρίς αμοιβή, διάφορες δουλείες, αγγαρείες, αλλά και το εξευτελιστικό και απάνθρωπο δικαίωμα της "πρώτης νύχτας",

  • Να εκτελούν τις προβλεπόμενες ‘δημόσιες’ αγγαρείες, και

  • Σε περίπτωση πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των διάφορων φεουδαρχών, ή και ανταρσιών και εξεγέρσεων των δουλοπάροικων ενάντια στους φεουδάρχες, να επιστρατεύονται, να πολεμούν και να πεθαίνουν για τη διατήρηση ή και τη διεύρυνση της εξουσίας των αφεντικών τους πάνω στους δουλοπάροικους.

Καθ’ όλη την περίοδο της φεουδαρχίας οι αγροτικές εξεγέρσεις συγκλόνιζαν τις ηγεμονίες και τα βασίλεια. Ιδιαίτερα κατά την υστεροφεουδαρχική περίοδο, από τον 12ο αιώνα και μετά, η εμφάνιση της μανουφακτούρας και η διεύρυνση του εμπορίου διαμόρφωσαν τις πρώτες παραποτάμιες ή παραθαλάσσιες βιοτεχνικές και εμπορικές πόλεις, οι οποίες πρόσφεραν δυνατότητες εξωαγροτικής απασχόλησης στη μορφή της σταθερής μισθωτής εργασίας. Έτσι το σύστημα της δουλοπαροικίας άρχισε να κλονίζεται, ώσπου η Γαλλική επανάσταση του 1789 κατάργησε και τυπικά το καθεστώς της δουλοπαροικίας κι έβαλε στη θέση του τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής με βάση τη βιομηχανία που παράγει μαζικά προϊόντα και αποκλειστικά για την αγορά.

Και σ’ αυτή την περίπτωση οι νέοι νικητές, μεταλλαγμένοι φεουδάρχες, ληστές και πειρατές, βιομήχανοι και έμποροι, διατήρησαν για τον εαυτό τους το δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής. Ενώ οι απελεύθεροι κολλήγοι μεταλλάχθηκαν σε εργάτες που μπορούν, υποτίθεται ελεύθερα, να εξασφαλίζουν τη ζωή τους πουλώντας την εργασία τους, δηλαδή τη μυϊκή και πνευματική τους δύναμη, με αντάλλαγμα κάποια χρηματική αμοιβή με τη μορφή του μεροκάματου ή του μισθού, χωρίς να έχουν λόγο για το είδος και τον τρόπο παραγωγής και κανένα δικαίωμα πάνω στα μέσα και στα προϊόντα της παραγωγής τους. Τώρα πια μιλάμε για εργάτες, δουλευτές που είναι ‘ελεύθεροι’, αλλά αποξενωμένοι από τη γη, από τα μέσα παραγωγής, από τα προϊόντα της εργασίας τους, αλλά και εξ αιτίας του συστήματος του ανταγωνισμού και της ανεργίας έχουν αποξενωθεί και από τους συνανθρώπους τους, ακόμα και από τους ίδιους τους εαυτούς τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η κοινωνική κατηγορία Εργάτης δεν σημαίνει πια παρά ανελεύθερος, ετεροπροσδιοριζόμενος άνθρωπος, ως έκφραση-προσωποποίηση του χρόνου και της έντασης τής θεσμικά, δομικά και κατασταλτικά βίαια ετεροπροσδιοριζόμενης εργασίας, η οποία δεν παράγει πια χρήσιμα για τους ίδιους τους παραγωγούς αγαθά, αλλά ανταλλακτικές αξίες χρήσιμες για τους εξουσιαστές τους, που στρέφονται εναντίων των δημιουργών τους.

Το κυρίαρχο στοιχείο αυτής της φάσης ανάπτυξης της κοινωνίας είναι η ‘εργασία’ στο εργοστάσιο, ως νέα μορφή υποδούλωσης, με την οποία ο τυπικά ελεύθερος ‘εργάτης’ αποδέχεται τη δουλεία του, προσφέροντας τη δουλειά του και κατά κάποιο τρόπο γίνεται δουλέμπορος του εαυτού του. Η κοινωνική του θέση φαίνεται καλύτερη σε σχέση με τις προηγούμενες, στην ουσία όμως είναι χειρότερη, γιατί στις προηγούμενες η δραστηριότητά του είχε ως αποτέλεσμα αγαθά με τα οποία κάλυπτε άμεσα όλες σχεδόν τις βασικές ανάγκες του, ως άτομο και ως σύνολο, ενώ τώρα το αποτέλεσμα εκφράζεται, ως μια αφηρημένη μορφή ανταλλακτικών αξιών, σε χρήμα με το οποίο μπορεί, κάτω από προϋποθέσεις, να προμηθευτεί όχι όσα αγαθά χρειάζεται για να ζήσει, αλλά όσα μπορεί να αγοράσει με το χρήμα που πήρε ως ‘αποζημίωση’ για την απώλεια δυνάμεων και του ελεύθερου χρόνου του, δηλαδή για τη ζημιά που υπέστη ως σύγχρονος δούλος. Όσον αφορά στην κατηγορία των ανέργων ανθρώπων, αυτούς η εξουσία τους αντιμετωπίζει ως σκιάχτρο για τους εργαζόμενους και ως ‘περιττό λίπος της κοινωνίας, από το οποίο προσπαθούν με πολλούς τρόπους να απαλλαγούν.

Ο Αντόνιο Γκράμσι γράφει, (στο: Τα εργοστασιακά συμβούλια και το κράτος της εργατικής τάξης, Στοχαστής, Αθήνα 1975, τόμος. 4ος, σ. 76 και σελ. 90-91), σχετικά: «Κατά την περίοδο αυτή, τα άτομα αξίζουν μονάχα στο βαθμό που είναι ιδιοκτήτες εμπορευμάτων και εμπορεύονται αυτή την ιδιοκτησία τους. Ακόμα και οι εργάτες είναι υποχρεωμένοι να υπακούουν στους σιδερένιους νόμους της γενικής αναγκαιότητας και να μετατρέπονται σε εμπόρους της μοναδικής ιδιοκτησίας που κατέχουν: δηλαδή της εργατικής τους δύναμης και της επαγγελματικής τους ιδιότητας. Όντας όμως εκτεθειμένοι στους κινδύνους του ανταγωνισμού, οι εργάτες έχουν συγκεντρώσει την ιδιοκτησία τους σε όσο γίνεται πιο πλατιές περιεκτικές ‘φίρμες’, δημιούργησαν αυτόν τον τεράστιο μηχανισμό για τη συγκέντρωση κρέατος για δουλειά, έχουν επιβάλει τιμές και ωράρια και έχουν πειθαρχήσει την αγορά. Έχουν προσλάβει από έξω ή έχουν δημιουργήσει μέσα στους κόλπους τους ένα έμπιστο διοικητικό προσωπικό, ειδικευμένο σε αυτού του είδους τους χειρισμούς, κατάλληλο να κυριαρχεί στις συνθήκες της αγοράς και ικανό να συνομολογεί συμβάσεις», στο όνομα της λεγόμενης κοινωνικής ειρήνης, που σημαίνει της διασφάλισης των συμφερόντων του κεφαλαίου και της εντατικοποίησης της εκμετάλλευσης της εργασίας, με τη βοήθεια του συνδικαλισμού.

Και γίνεται ιδιαίτερα σαφής όταν προσθέτει, πως «ο συνδικαλισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας και όχι ένα δυναμικό για το ξεπέρασμα αυτής της κοινωνίας, γιατί ο συνδικαλισμός οργανώνει τους εργάτες όχι σαν παραγωγούς, αλλά σαν μισθωτούς, δηλαδή σαν δημιουργήματα του καπιταλιστικού καθεστώτος της ατομικής ιδιοκτησίας, σαν πωλητές του εμπορεύματος εργασία… και με τον τρόπο αυτό τους απομακρύνει ολοένα περισσότερο από τη δυνατότητα να κατανοήσουν τον εαυτό τους ως παραγωγούς και τους οδηγεί στο να θεωρούν τον εαυτό τους ως ένα είδος ‘εμπορεύματος’ μιας εθνικής και διεθνούς αγοράς εργασίας που με το παιχνίδι του ανταγωνισμού καθορίζει την τιμή του και την αξία του». Γίνεται έτσι κατανοητό πως το κεφάλαιο εργαλειοποίησε τον συνδικαλισμό για να εγκλωβίσει τους εργαζόμενους στα όρια του συστήματος και να αποδεχτούν τον ρόλο τους ως μισθωτοί και όχι ως ελεύθεροι δημιουργοί και να κερδίσει έτσι χρόνο για να ενισχύσει την κυριαρχία του πάνω στην κοινωνία.

Η κατάληξη αυτής της εξέλιξης είναι η σημερινή πραγματικότητα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας που χαρακτηρίζεται από την προϊούσα καταστροφή της Φύσης, από τη γενικευμένη καταστροφική βία των πολέμων, από την εκτεταμένη αλλοτρίωση-εξαθλίωση με τη μορφή της ανεργίας και της απόλυτης απαξίωσης της επισφαλούς ζωντανής εργασίας και τον απόλυτο πνευματικό ευνουχισμό του ανθρώπινου πολιτισμού, ως συνέπεια της στρέβλωσης της ανθρωπίας και της μετατροπής του εργαζόμενου ανθρώπου σε προγραμματισμένη μηχανή παραγωγής υπεραξίας την οποία παράνομα καρπούται ο ‘ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής’, η τάξη του και το σπάταλο, αυταρχικό και καταπιεστικό καπιταλιστικό κράτος.

Και επειδή η εργαζόμενη ανθρωπότητα δεν μπορεί να συμβιβαστεί με αυτή την καπιταλιστική βαρβαρότητα, γι’ αυτό αναζητά τρόπους και δρόμους που θα την οδηγήσουν έξω από αυτήν, σε μια μορφή κοινωνικής συμβίωσης που θα αποκαταστήσει την ανθρωπία ως ελεύθερη και ολοκληρωμένη, ατομική-συλλογική και αλληλέγγυα δημιουργικότητα, ως συντροφικότητα-συλλογικότητα, ως προσωπική αξιοπρέπεια και κοινωνική αυτοδιεύθυνση, δηλαδή ως κοινωνική ισότητα η οποία αποτελεί και τη μοναδική εγγύηση για τη Νέα Ελευθερία του Ανθρώπου. Μια συμβολή σ’ αυτή την αναζήτηση θα μπορούσε να είναι η έρευνα και ο διάλογος γύρω από το θέμα, τι πήγε στραβά και η ελεύθερη δημιουργική δραστηριότητα σε συνθήκες ισονομίας και ελευθερίας εκφυλίστηκε σε δουλεία, δουλοπαροικία, δουλειά-αναδουλειά και εργασία-ανεργία, με συνέπεια να θρυμματιστεί η ανθρώπινη κοινωνία και συνολικά η ανθρωπότητα σε αλληλοσπαρασσόμενες ομάδες, επαγγελματικές κατηγορίες, κοινωνικές τάξεις, έθνη, κράτη, συμμαχίες και ενώσεις κρατών, ακόμα και σε αλληλοσπαρασσόμενες εχθρικές φυλές, θρησκείες και ‘πολιτισμούς του θανάτου’. Είναι βέβαιο πως τα συμπεράσματα από αυτή την αναζήτηση για τα αίτια που οδήγησαν την ανθρωπότητα στην καπιταλιστική βαρβαρότητα θα είναι χρήσιμα στην πορεία της ανθρωπότητας για ένα καλύτερο κόσμο, με την προϋπόθεση πως θα αποκαταστήσει την ελεύθερη δημιουργική δραστηριότητα των ανθρώπων, απαλλάσσοντάς την από όλες τις διαστροφές που της επέβαλαν οι εξουσιαστικές αντιλήψεις, τα ιδιοτελή συμφέροντα και τα εκμεταλλευτικά-καταπιεστικά συστήματα.

Η ανθρωπότητα, οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού παλεύουν σήμερα για την κατάργηση του κεφαλαίου και της εργασίας ως ιστορικές κατηγορίες μια παρακμασμένης και απερχόμενης ιστορικής περιόδου του ανθρώπινου πολιτισμού, πράγμα που σημαίνει πως παλεύουν για την οικονομική και κοινωνική ισότητα, συνθήκη αναγκαία και ικανή για την αποκατάσταση της ανθρωπίας, ως αρμονικό σύνολο των δυναμικά εξελισσόμενων ανθρώπινων ιδιοτήτων, πράγμα που μπορεί να συμβεί μόνο στα πλαίσια μιας αυτεξούσιας κοινωνίας ελεύθερων Ανθρώπων που θα αυτοπροσδιορίζονται συλλογικά-κοινωνικά-οικουμενικά ως Άμεση Δημοκρατία, Αταξική Κοινωνία και Οικουμενικός Ουμανιστικός Πολιτισμός.
 
* Αυτό το κείμενο είναι ένα μικρό απόσπασμα για το θέμα αυτό από το πρόσφατο βιβλίο του Κώστα Λάμπου: ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΑΤΑΞΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Η Μεγάλη Πορεία της Ανθρωπότητας προς την Κοινωνική Ισότητα και τον Ουμανισμό, Εκδόσεις ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.