Να το πούμε καθαρά, όσο πιο καθαρά γίνεται. Αν χαθεί κι αυτή η ευκαιρία επίλυσης του Μακεδονικού, τότε το πολιτικό σύστημα της χώρας θα είναι υπόλογο απέναντι στην Ιστορία. Γιατί, ναι, σήμερα έχουμε μπροστά μας την ευκαιρία. Την πρώτη μετά από την εποχή του Κίρο Γκλιγκόροφ. Εκείνη η ευκαιρία χάθηκε. Εξαιτίας του Αντώνη Σαμαρά κατά κύριο λόγο, αλλά και της πεισματικής ανελαστικότητας σχεδόν του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων, εκεί στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90. Κι αυτή την ανελαστικότητα την πληρώσαμε ακριβά. Ηττηθήκαμε...

Ναι, ας το ομολογήσουμε, ηττηθήκαμε. Όταν η διεθνής κοινότητα, σχεδόν στο σύνολό της, έχει αναγνωρίσει τη ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα. Κι έχουμε μείνει εμείς μόνοι να νομίζουμε ότι «φυλάττουμε Θερμοπύλες». Απλώς προσφέρουμε στους εαυτούς μας την κάλπικη ικανοποίηση μιας επίσης κάλπικης δικαίωσης. Εν τω μεταξύ, τον σώφρονα και μετριοπαθή Κίρο Γκλιγκόροφ ακολούθησαν σειρά υπερεθνικιστών ηγετών στη γείτονα χώρα. Οι οποίοι τράβηξαν την υπόθεση στα άκρα. Με τους προκλητικά ανιστόρητους αλυτρωτισμούς τους. Με τους οποίους υπερεθνικιστές ηγέτες, πράγματι δεν υπήρχε πεδίο συνεννόησης.

Ο νέος πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ Ζόραν Ζάεφ δείχνει εντελώς διαφορετικός. Και μάλλον είναι. Όταν ομολογεί δημοσίως ότι «επί σειρά ετών προκαλούσαν τους Έλληνες». Ότι «έστηναν μυθοπλαστικά μνημεία και βάφτιζαν το αεροδρόμιοτων Σκοπίων με τ’ όνομα του Μεγαλέξανδρου». Ότι «δεν τους ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα η ιστορική κληρονομιά». Και ότι «είναι διατεθειμένος, στο αμέσως επόμενο διάστημα, να συμβάλει σε λύση στο ζήτημα του ονόματος». Ε τότε, ναι, είναι πολύ ενθαρρυντικά μηνύματα όλ’ αυτά. Είναι η ευκαιρία. Πολύ περισσότερο που έχει ήδη ξεκινήσει, με μάλλον καλά σημάδια, και η νέα διπλωματική προσπάθεια του ειδικού διαμεσολαβητή του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς.

Θα πει ίσως κάποιος ότι συμπεριφέρεται έτσι ο Ζάεφ επειδή η ΠΓΔΜ έχει σήμερα περισσότερο από ποτέ την ανάγκη να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε. Διαδικασίες που, με αμφιλεγόμενης νομιμότητας πρακτικές, θα πρέπει να ομολογήσουμε, μπλοκάρονται από τη δική μας πλευρά. Προφανώς αυτό είναι το κίνητρο των γειτόνων μας. Όμως το γεγονός παραμένει. Η ευκαιρία υπάρχει και βρίσκεται μπροστά μας. Και επιτέλους, δεν είναι καιρός να σταματήσουμε να ξοδεύουμε διπλωματικό κεφάλαιο ανθιστάμενοι, με βαριά ανταλλάγματα ασφαλώς, στις σχετικές πιέσεις Αμερικανών και Ευρωπαίων;

Το στρίβειν διά της δεδηλωμένης

Μετά τη δεκαετία του 1990, εμείς εδώ το ξανασκεφτήκαμε ωριμότερα και λογικότερα το πράμα. Έτσι ώστε σχεδόν το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, με πρώτον απ’ όλους τον πρωθυπουργό της κρίσιμης περιόδου Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, συμφώνησαν στη θέση για «σύνθετη ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό για όλες τις χρήσεις». Προς αυτή την κατεύθυνση, απ’ ό,τι όλα δείχνουν, κινείται η διαπραγματευτική λογική της ελληνικής πλευράς και σ’ αυτήν τη φάση.

Ε, λοιπόν, σήμερα ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκος Μητσοτάκης υπαναχωρεί. Εντάσσοντας το θέμα σε καταφανώς κοντόφθαλμες μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Εξαρτώντας, λέει, τη στήριξή του στην προσπάθεια από την επί του Μακεδονικού θέση του Πάνου Καμμένου. Ισχυριζόμενος μάλιστα πως αν δεν συναινέσουν οι ΑΝ.ΕΛΛ., τίθεται ζήτημα δεδηλωμένης. Αρνείται, μ’ άλλα λόγια να συμβάλει στην εθνική υπόθεση, προφασιζόμενος την επί του θέματος συνοχή ή μη της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Αν και συμφωνεί απολύτως ο ίδιος (όπως και το κόμμα του, κατά την επίσημη τουλάχιστον έκφρασή του) στην κατεύθυνση της επίλυσης με «σύνθετη ονομασία». Ε, λοιπόν, αν δεν είναι υποκριτική αλλά και έκδηλα τυχοδιωκτική αυτή η στάση, πώς αλλιώς άραγε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί;

Δεν ξέρω ποια στάση θα κρατήσουν τελικά οι ΑΝ.ΕΛΛ. Αν αρνηθούν τη στήριξή τους στην εθνική γραμμή, με γεια τους με χαρά τους. Θα πρόκειται για θέση ξεκάθαρα μειοψηφική, απέναντι στο σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Όλοι οι άλλοι όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ, η Ν.Δ., η ΔΗ.ΣΥ., το Ποτάμι, το ΚΚΕ, φτάνουν και περισσεύουν για να συμβάλουν, σύμφωνα με τις πάγιες απόψεις τους, στην επίλυση του Μακεδονικού. Και, δι’ αυτής, στην απομάκρυνση του χρονίζοντος καρκινώματος από τον εθνικό κορμό.

Ο πρόεδρος της Ν.Δ. γνωρίζει βεβαίως πολύ καλά πως η δεδηλωμένη δεν κρίνεται στα επί μέρους ζητήματα, τα όσο σοβαρά. Μετράται μονάχα στις «ψηφοφορίες εμπιστοσύνης» και πουθενά αλλού. Όπως συμβαίνει σε παγκόσμια κλίμακα με τις συμμαχικές κυβερνήσεις. Όπου οι πλειοψηφίες διαμορφώνονται κατά περίπτωση θεματολογικά. Όπως, εξάλλου, συνέβη και στη χώρα μας σε σειρά ζητημάτων (ιθαγένεια, σύμφωνο συμβίωσης κ.λπ.).

Μήπως όμως με τη στάση του αυτή ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην πραγματικότητα, επιχειρεί να ξεφύγει από το εν όψει εσωκομματικό του πρόβλημα επί του Μακεδονικού; Φοβούμενος ότι, αν συμβάλει στην επίλυση με βάση τη «σύνθετη ονομασία», θα βρεθεί αντιμέτωπος με την πανίσχυρη ακροδεξιά πτέρυγα του κόμματός του. Στην οποία μάλιστα, φως φανάρι, κάνει κουμάντο σήμερα ο Αντώνης Σαμαράς. Γιατί αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε το πρόβλημά του δεν είναι η δεδηλωμένη, αλλά το... στρίβειν διά της δεδηλωμένης.

Πηγή: Αυγή