Προφανώς αυτό το ανιστόρητο σύνθημα, που ακούγεται στις διαδηλώσεις, αγνοώντας ότι το 1973 ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου και όχι η πτώση της χούντας, εμπεριέχει και μιαν αλήθεια.

Οι αξίες της χούντας και η ακροδεξιά ατζέντα επανατίθενται στην πολιτική συζήτηση και αυτό δεν το μαρτυρούν μόνο τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής, που δείχνουν μια αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, παρά τις αποκαλύψεις και μάλιστα δια της τηλοψίας, που τις βάζει σε κάθε σπίτι.

Η ιστορική εμπειρία -κυρίως του μεσοπολέμου- έδειξε πως για να μπορέσει ένα φασιστικό, λαϊκιστικό μόρφωμα να εξελιχθεί σε κίνημα και να καταλάβει την εξουσία, πρέπει να εκπληρώνει κάποιες βασικές προϋποθέσεις: να υπάρχει α) περιβάλλον οικονομικής κρίσης, β) απαξίωση του πολιτικού συστήματος και γ) εξασφάλιση υποστήριξης από τις ελίτ, είτε αυτές είναι οικονομικές είτε θρησκευτικές είτε μιντιακές. Οι αντιστοιχίες με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα είναι εξόφθαλμες, όπως και οι κίνδυνοι.
 
Η Άκρα Δεξιά σε μετάβαση

Η Άκρα Δεξιά μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εμφανίστηκε στην Ευρώπη ως μια περιθωριακή πολιτική δύναμη και παρέμεινε σε καραντίνα, ταυτόχρονα με την πολιτική ενσωμάτωσης ακόμη και βασικών στελεχών της στο πολιτικό σύστημα.

Ειδικά στην Ελλάδα, οι δοσίλογοι συνεργάτες της ναζιστικής Γερμανίας κρύφτηκαν στη μεγάλη Δεξιά παράταξη και έκαναν σημαία τα εθνικά ιδεώδη και τον αντικομμουνισμό, με ένα άλλου είδος προσαρμοσμένο λαϊκισμό. Έχουμε αναλύσει ότι στην κατεστραμμένη μεταπολεμική και μετεμφυλιακή Θεσσαλονίκη σταδιακά κυριάρχησαν τα κοινωνικά στρώματα που είχαν πλουτίσει κυρίως κατά την Κατοχή, μια νέα μεσαία τάξη, που «ενεργεί πάντοτε ως φύλαξ του καθεστώτος» (Σπ. Μαρκεζίνης) μαζί με τα υπολείμματα της προπολεμικής μικροαστικής τάξης και όσους είχαν μαθητεύσει καλά ότι ο εθνικισμός μπορεί να είναι ένα προσοδοφόρο επάγγελμα. Η πόλη θα γίνει το θέατρο μιας σειράς πολιτικών δολοφονιών (Ζεύγος, Πολκ, Νικηφορίδης, Βελδεμίρης, Λαμπράκης, Τσαρουχάς, Χαλκίδης κ.α.) και θα δει να αναδεικνύονται πρόσωπα, ιδεολογίες και πρακτικές, που εξέφρασαν και αναπαρήγαν ένα διάχυτο εθνικολαϊκιστικό κλίμα. Όλες οι εκδοχές της Δεξιάς στεγάστηκαν στο κόμμα του Συναγερμού και μετά της ΕΡΕ ενώ το δεξιό παρακράτος αυτονομήθηκε μόνο για να επιβάλει τη χούντα του 1967.

Γενικώς, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Άκρα Δεξιά άρχισε να μετακινείται στο προσκήνιο της πολιτικής τη δεκαετία του ’70. Ήταν το «δεύτερο κύμα», διακριτό από την προπολεμική ακροδεξιά αλλά και αυτήν της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου και συγκρούστηκε με τα αιτήματα της ανερχόμενης νέας αριστεράς. Μόνο τη δεκαετία του ’90 αναπτύχθηκε ένα «τρίτο κύμα», με την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων, την παγκοσμιοποίηση και τα ρεύματα της μετανάστευσης, που δημιούργησαν νέες ευνοϊκές πραγματικότητες.
Η Άκρα Δεξιά και ο λαϊκισμός ευδοκιμούν προπάντων σε μεταβατικές περιόδους. Το τέλος του πολέμου το 1945, ο μεταβιομηχανισμός της δεκαετίας του ’70, ο μετακομμουνισμός της δεκαετίας του ’90, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και η «δημοσιονομική» κρίση μετά το 2008 αποτελούν χαρακτηριστικές καμπές μετάβασης, στη διάρκεια των οποίων το παρελθόν ξυπνά και οι αμυντικές στάσεις απέναντι στη νέα πραγματικότητα διεγείρονται.

Οι συγκρούσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία, η έξαρση των εθνικισμών και των πολιτικών εθνοκάθαρσης, οι ξένες επεμβάσεις, η αντιπαράθεση για το όνομα της ΠΓΔΜ, η μαζική είσοδος παράνομων μεταναστών κ.α. ενίσχυσαν στην Ελλάδα την εθνικιστική και ρατσιστική ρητορεία και δημιούργησαν ένα ευρύ αξιακό υπόστρωμα στην κοινωνική συνείδηση για την αποδοχή της ακροδεξιάς ατζέντας.

Με το «τρίτο κύμα» της η Άκρα Δεξιά κάνει διεθνώς την αντεπίθεσή της. Εμφανίζεται να διεκδικεί τη λαϊκή συμμετοχή, τη διαφάνεια στο δημόσιο βίο, την επιλεκτική κοινωνική πρόνοια, τη δημόσια τάξη, την εθνική ασφάλεια και την εθνική ανεξαρτησία από υπερεθνικά κέντρα εξουσίας. Δε διστάζει να πάρει θέση κατά της ελεύθερης αγοράς και υπέρ της αναδιανομής του εισοδήματος υπέρ των ασθενέστερων ημεδαπών και να διεκδικήσει έναν «προνοιακό σωβινισμό» απέναντι στους μετανάστες. Ακόμη και όταν στηρίζει την ελεύθερη αγορά, τοποθετείται και υπέρ της εθνοκρατικής ισχύος και μιας αυταρχικής αντίληψης για την πολιτική και κοινωνική τάξη, με σαφείς αντι-φιλελεύθερες αλλά και αντι-κομμουνιστικές στάσεις. Και όλα αυτά τα ενοποιεί με συνεκτικά συλλογικά εθνικά οράματα και παραστάσεις μιας ομογενοποιημένης εθνοτικά και πολιτισμικά κοινωνίας.
Παρόλο που η ακροδεξιά και ο λαϊκισμός είναι διακριτά φαινόμενα, έχουν εκλεκτικές συγγένειες. Ο καταγγελτικός λόγος της ακροδεξιάς εναντίον των συνειδητών υπονομευτών των λαϊκών συμφερόντων, της κυρίαρχης ιδεολογίας και των δομών εξουσίας συνδέει την ακροδεξιά ιδεολογία με τη λαϊκιστική ρητορεία. Η διασύνδεση αυτή εμπνέει κυρίως εκείνους που είναι ήδη θετικά διακείμενοι προς το αξιακό φορτίο και την πολιτική ατζέντα της ακροδεξιάς.

Καθώς τα πολυσυλλεκτικά κόμματα εγκαταλείπονται από τους παραδοσιακούς εκλογείς τους και το κομματικό σύστημα περνάει σε κρίση, η Άκρα Δεξιά, συγχωνεύοντας αντιφατικά κοινωνικά αιτήματα και πολιτικά ρεύματα σε μια «πολύπλοκη αλχημεία» προσδοκιών και συμφερόντων, διεκδικεί και κερδίζει απογοητευμένους ψηφοφόρους σχεδόν από παντού: από τη Δεξιά και την Αριστερά, από τους απέχοντες και τα άκυρα/λευκά, την εργατική τάξη και τους χειρώνακτες, τους ηλικιωμένους και τους χαμηλοσυνταξιούχους, τις νοικοκυρές, τους νέους που φοβούνται για το μέλλον τους, αυτούς που θέλουν να τιμωρήσουν το πολιτικό σύστημα, τους άνεργους, τους απασχολούμενους σε επισφαλή επαγγέλματα κτλ. Το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο επιβεβαιώνει τη λαϊκή και «προλεταριακή» βάση της ακροδεξιάς, αν και έχει διείσδυση και στη μεσαία τάξη.

Η ανάλυση, σήμερα, των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής δείχνει ότι αυτή κερδίζει από διάφορα στρώματα. Το ίδιο και λαϊκιστικά δεξιά μορφώματα όπως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες. Σίγουρα οι εννοιολογικές γενικεύσεις δε βοηθούν στην πλήρη σύλληψη του φαινομένου αλλά η ανάλυση της μη ανεκτικής και εθνολαϊκιστικής πολιτικής ατζέντας τους δείχνει ότι συμπίπτουν και στο «ριζοσπαστικό» πρόγραμμα και στην προσφυγή στο λαϊκισμό. Βασική τους διαφορά παραμένει η χρήση βίας, που η Χρυσή Αυγή έχει ενσωματώσει ήδη στις πρακτικές της.

Σε μια εποχή ραγδαίων εξελίξεων και παγκόσμιων ανατροπών, η Άκρα Δεξιά προτάσσοντας τις ιδεολογικές της παρακαταθήκες (εθνικισμός, ξενοφοβία, ρατσισμός, αντιδιαφωτισμός, περιφρόνηση της αρχής της ισότητας) καλλιέργησε το φθόνο και τη μνησικακία μεταξύ των πολιτών και μετατράπηκε σε συλλέκτη των φόβων, της ανασφάλειας, του θυμού, των προκαταλήψεων όσων βίωναν τραυματικά τη ρευστοποίηση των προσωπικών, των πολιτικών και των συλλογικών ταυτοτήτων.
 
Ενσωμάτωση στο πολιτικό σύστημα ή κοινωνικός εθισμός;

Οι τακτικές πολιτικής περιθωριοποίησης της ακροδεξιάς εκ μέρους ευρωπαϊκών κυβερνήσεων έδωσαν τη θέση τους σε προσπάθειες «προσαρμογής» της στους κανόνες του κοινοβουλευτισμού. Πρόκειται για ένα επικίνδυνο παιχνίδι.

Η εμπειρία έχει δείξει ότι στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες λαϊκιστικά και ακραία κόμματα έχουν συμμετάσχει σε κυβερνήσεις συνεργασίας ή έχουν στηρίξει κοινοβουλευτικά κυβερνήσεις μειοψηφίας, αυτά δεν γίνονται ούτε πιο θεσμικά ούτε πιο ριζοσπαστικά εξαιτίας μιας τέτοιας συμμετοχής. Μπορεί να αναδειχθούν, μπορεί και να καταστραφούν αλλά τη θέση τους μπορούν να πάρουν πιο ακραίες εκδοχές του ίδιου φαινομένου. Αυτό συνέβη και με το ΛΑΟΣ: όταν ταυτίστηκε με τις κυρίαρχες πολιτικές, κατέρρευσε, για να δώσει τη θέση του στη Χρυσή Αυγή.

Επιπλέον, όσες φορές κυβερνητικά κόμματα προσπάθησαν να αποκομίσουν εκλογικά οφέλη υιοθετώντας θέσεις της ακροδεξιάς, μεταλλάχτηκαν τα ίδια ή έδειξαν απλώς στους ψηφοφόρους την κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να κινηθούν και ναν αναζητήσουν το γνήσιο εκφραστή τους. Όταν αυτό το έπραξαν κυβερνητικά κόμματα της κεντροαριστεράς, σηκώνοντας ιδίως ζητήματα μετανάστευσης και ασύλου, οι δικοί τους ψηφοφόροι αδιαφόρησαν ή απομακρύνθηκαν, απορρίπτοντας τον καιροσκοπισμό. 
Πρόβλημα υπάρχει ακόμη και όταν η παραγωγή πολιτικής δεν επηρεάζεται από τη συμμετοχή της λαϊκιστικής ακροδεξιάς στην κυβέρνηση κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι αυτό ήδη συμβαίνει από την ίδια την παρουσία και τη δράση τους στην πολιτική σκηνή. Μια τέτοια συμμετοχή σαφώς χαλαρώνει προς τα κάτω τα όρια της δημοκρατικής ανοχής. Αν το πολιτικό σύστημα δεν θέτει αυστηρές προϋποθέσεις όσον αφορά τους φορείς και τους ρόλους που αυτοί μπορούν να αναλάβουν, τότε το ιδεολογικό φορτίο του λαϊκισμού, του εθνικισμού και του εξτρεμισμού γίνεται εύκολο να υιοθετηθεί χωρίς αναστολές από πολλούς, καθίσταται κοινωνικά αποδεκτό και εμφανίζεται ως πολιτικά ανώδυνο.

Αυτό συνέβη και το 2011, όταν για πρώτη φορά από το 1974 που αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στη χώρα μας, ανατέθηκαν κυβερνητικές ευθύνες στο ΛΑΟΣ, στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Οι ευθύνες του ΠΑΣΟΚ υπήρξαν τεράστιες, αφού η ηγεσία του νομιμοποίησε την ακροδεξιά του ΛΑΟΣ βάζοντάς την στην κυβέρνηση. Εξοικειωμένοι πια, όταν και το ΛΑΟΣ ταυτίστηκε με τις μνημονιακές πολιτικές, αρκετοί νέοι αλλά και ψηφοφόροι άλλων κομμάτων, αναζήτησαν τη γνήσια έκφρασή τους στη Χρυσή Αυγή.
 
Ακροδεξιά με λαϊκό έρεισμα

Το ΛΑΟΣ συγκροτήθηκε εξαρχής στη βάση της νοσταλγίας της χούντας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο αρχηγός του ΛΑΟΣ Καρατζαφέρης καλούσε τους παλιούς χουντικούς, τους βασιλόφρονες και τους νεοναζί να δημιουργήσουν από κοινού μια ακροδεξιά ομάδα πίεσης μέσα στο συντηρητικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Τέτοια άτομα είναι χρήσιμα ως ψηφοσυλλέκτες σε μεγάλα δεξιά κόμματα. Όταν συγκρότησε το δικό του κόμμα, συγκέντρωσε όλες τις διάσπαρτες ακροδεξιές, χουντικές και ναζιστικές ομάδες υπό την ηγεσία του. Δεν έχασε ευκαιρία να εξάρει την τιμιότητα και τη χρηστή διοίκηση των πραξικοπηματιών, οι οποίοι δήθεν «πέθαναν στην ψάθα», ενώ σε κάθε επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου επαναλάμβανε τα περί «προβοκάτσιας» και «αφελών νέων που παρασύρθηκαν». Το ίδιο έκανε το 2012 η Χρυσή Αυγή, πριν τις εκλογές, όταν είδε ότι με αυτό κερδίζει. Όλοι αυτοί που ένιωθαν καταπιεσμένοι «από τη Δημοκρατία», βρήκαν την ευκαιρία να εκδηλωθούν. Και όχι μόνο οι φιλοχουντικοί αλλά και οι απόγονοι των δοσίλογων, «οι γιοί αυτών που νικήθηκαν» στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο, όπως έχει διακηρύξει η Χρυσή Αυγή.

Και η Εκκλησία; Μελετά τις γραφές, όπως ο πρώην αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος επί χούντας; Κάτι χειρότερο. Την ίδια στιγμή που υποψήφιος περιφερειάρχης της, με εμπλοκή σε κυκλώματα της νύχτας, συλλαμβανόταν για διπλή δολοφονία κατόπιν συμβολαίου θανάτου, ιερείς ευλογούσαν τα γραφεία της Χρυσής Αυγής. Και μετά από συνάντηση του φύρερ της με τον Πειραιώς Σεραφείμ, η μητρόπολη του δώριζε μια εικόνα της Παναγίας και ανακοίνωνε «ταύτιση απόψεων, σε μια σειρά από ζητήματα που αφορούν τα εθνικά θέματα, αλλά και τα ζητήματα της εσωτερικής ασφάλειας»! Οι μητροπολίτες που αποκήρυξαν τις επαφές τους με τους χρυσαυγίτες, το έκαναν μόνο μετά τις αποκαλύψεις για τη χρήση βίας εκ μέρους τους.

Αυτό το κλίμα εξέφρασαν πιο πριν με επιτυχή τρόπο πρόσωπα της ΝΔ σαν τον Π. Ψωμιάδη, με ένα πανελλαδικό (τηλε)ακροατήριο, ευάλωτο στην εθνικιστική και μισαλλόδοξη δημοκοπία, το φτηνό λαϊκισμό και τον ανέξοδο τοπικισμό. Σε αυτό το χώρο ψάρεψε και η Χρυσή Αυγή, με επιτυχία, όπως αποδείχτηκε.
 
Συνεκτική αντιμετώπιση

Σίγουρα υπήρξε ανάγκη ευρύτερων συσπειρώσεων των πολιτικών δυνάμεων και επεξεργασιών για την αντιμετώπιση του φαινομένου της λαϊκιστικής ακροδεξιάς. Δυστυχώς, όμως, τα κόμματα της δημοκρατικής και αριστερής αντιπολίτευσης δεν το ενστερνίστηκαν έγκαιρα και έμειναν αμήχανα ή αδύναμα. Επιπλέον, πολιτικά στελέχη πιέζουν τον ΣΥΡΙΖΑ σε συνεργασία με τη «δημοκρατική πατριωτική δεξιά», δηλαδή τη λαϊκιστική Δεξιά του Π. Καμμένου.

Χρειάζεται προφανώς και μια στοιχειώδης ανάλυση του σύγχρονου κόσμου. Το να δηλώνει κανείς σήμερα ευρωπαίος και να μην υποκύπτει στο ερώτημα «φιλοευρωπαίος ή αντιευρωπαίος;» είναι η μόνη ρεαλιστική στάση. Μιλάμε πια για έναν πολυπολικό κόσμο, βέβαια με κάποιους κυρίαρχους. Η Ε.Ε., η ευρωπαϊκή ήπειρος, έχει δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να συγκροτηθεί σ’ έναν ανεξάρτητο πόλο, ακόμη και στο σημερινό πλαίσιο. Αυτές οι δυνάμεις που αιματοκύλησαν δυο φορές το ευρωπαϊκό σπίτι μας οφείλουν να συνεργάζονται. Είναι άλλο το περιεχόμενο των πολιτικών που θέλουμε να αλλάξουμε και άλλο η ευρωπαϊκή ενότητα, που δεν είναι μια ιδεοληψία, είναι μια ρεαλιστική πολιτική και ταυτόχρονα μία ευθύνη. Πρέπει να κάνουμε κριτική στις ευρωπαϊκές πολιτικές. Να απορρίψουμε το νεοφιλελεύθερο περιεχόμενο της συναίνεσης που υπάρχει στις πολιτικές σήμερα. Και, ταυτόχρονα, να δώσουμε πραγματικό περιεχόμενο στην ταυτότητα του σύγχρονου πολίτη.

Σήμερα, που έχει καταρρεύσει το σύμπαν, οι άνθρωποι ψάχνουν να αγκαλιάσουν μια ταυτότητα κι ένα όραμα. Κι αυτό είναι το περιεχόμενο του προτάγματος της απελευθέρωσης του πολίτη, που είναι κάτοικος μίας συγκεκριμένης πόλης και ταυτόχρονα συμμερίζεται κι ένα άλλο όραμα, που είναι η ευρωπαϊκή του ένταξη. Για να μπορεί να επιβιώσει σ’ έναν πολύπλοκο σύγχρονο κόσμο. Μόνο που δεν αρκεί. Γιατί χρειάζεται και μια νέα κουλτούρα μη βίας, διαλόγου, συνθέσεων, συνεργασιών, σεβασμού στο λόγο του αντιπάλου. Κα αυτά ανήκουν σε ένα άλλο πολιτισμό, στον αντίποδα της μη ανοχής, της βίας, της μισαλλοδοξίας, της σύγκρουσης. Δηλαδή της χούντας και της Χρυσής Αυγής.