Τα θέματα που εγείρει η συμφωνία του πρόσφατου Eurogroup είναι δυο. Το πρώτο, στο οποίο εστιάζουν σήμερα όλα τα σχόλια, είναι ο μηχανισμός των «καλών» και των «κακών» μέτρων, που πρόκειται να προνομοθετηθούν (νεολογισμός, στίγμα των καιρών) για το 2019.

Συγκεκριμένα, αν στο τέλος του 2018, εκτιμηθεί ότι επιτυγχάνεται ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, το 2019, θα εφαρμοστεί το σύνολο των «καλών» και των «κακών» μέτρων. Αν, όμως, εκτιμηθεί ότι θα υπάρξει υστέρηση έναντι του στόχου, τότε θα εφαρμοστούν τα «κακά» μέτρα στο σύνολό τους και τα «καλά» μειωμένα κατά το ύψος της υστέρησης. Ακόμη και στην απίθανη περίπτωση που θα εκτιμηθεί ότι θα υπάρξει υπέρβαση έναντι του στόχου, τα «κακά» μέτρα θα εφαρμοστούν στο σύνολό τους, αλλά τα «καλά» θα ενισχυθούν κατά το ποσόν της υπέρβασης.

Σε κάθε περίπτωση, επομένως, τα «κακά» μέτρα, που θα προκρίνουν οι δανειστές (προφανώς μείωση αφορολόγητου και συντάξεων), θα εφαρμοστούν. Όσο αφορά τα «καλά» μέτρα, η κυβέρνηση προκρίνει μεν μείωση του ΕΝΦΙΑ και του ΦΠΑ στην εστίαση, αλλά οι θεσμοί προτιμούν μείωση των υψηλών συντελεστών φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων. Η «καλή περίπτωση» λοιπόν προδιαγράφεται ως εξής: μείωση αφορολόγητου και συντάξεων αφενός, μείωση της φορολογίας των πλουσιοτέρων αφετέρου. Δηλαδή, η κατεύθυνση που θέλουν να επιβάλουν οι δανειστές έχει συγκεκριμένη πολιτική στόχευση. Και ας μη μιλήσουμε για την «κακή περίπτωση».

Και εδώ μπαίνουμε στο δεύτερο θέμα που εγείρει η συμφωνία και το οποίο είναι μακράν το πιο σημαντικό. Έχοντας υπόψη ότι κύριο μέλημα ενός δανειστή είναι να πάρει πίσω τα χρήματά του, είναι «λογικό» (αν και όχι κατ’ ανάγκη θεμιτό) οι δανειστές μας να πιέζουν π.χ. για πρωτογενές πλεόνασμα. Ποιο λόγο όμως έχουν οι να ζητούν μέτρα τα οποία έχουν «ουδέτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα»;

Μπορούμε να καταλάβουμε το λόγο, διαπιστώνοντας απλά τι, εμμέσως πλην σαφώς, συνεπάγεται η νέα συμφωνία. Τα νέα μέτρα, «κακά» ή ακόμα και «καλά», αφορούν την περίοδο μετά το 2018. Για την εφαρμογή τους, θα χρειαστεί να καθοριστούν σημαντικά θέματα, όπως ποιος και πώς θα ορίζει αν θα επιτυγχάνεται ή όχι ο στόχος της επόμενης χρονιάς, ώστε να προσδιορίζεται η αυξομείωση των «καλών» μέτρων, ποιο θα είναι το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος και για πόσα χρόνια μετά το 2018 κοκ. Κανονικά, μετά τη  λήξη του 3ου Μνημονίου, η Ελληνική Κυβέρνηση θα ήταν κυρίαρχη για όλα αυτά τα θέματα. Με την νέα συμφωνία, για τις αποφάσεις αυτές, θα απαιτείται πάλι η σύμφωνη γνώμη των δανειστών!

Δηλαδή, για πρώτη φορά στις 20 Φεβρουαρίου 2017, η Ελληνική Κυβέρνηση επισήμως αναγνώρισε τη δικαιοδοσία των δανειστών να καθορίζουν την οικονομική πολιτική της χώρας μας και μετά τη λήξη του 3ου Μνημονίου το 2018. Το αναγνώρισε με επίσημη Συμφωνία, η οποία το επόμενο διάστημα αναμένεται να μνημονευτεί εγγράφως. Αν ωστόσο το ονομάζαμε «Μνημόνιο», το 4ο στη σειρά, θα προκαλούσαμε τρικυμία διαψεύσεων. Πως να το ονομάσουμε λοιπόν;

* Ο Νίκος Σταθόπουλος έχει σπουδάσει πολιτικές επιστήμες στον Καναδά