Το  «Πρώτο Πλάνο», το περιοδικό του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ζήτησε από δέκα σκηνοθέτες ντοκιμαντέρ να μοιραστούν από μια εμπειρία, μια αληθινή ιστορία που έζησαν στα γυρίσματα των ταινιών τους. Από εδώ έως το Εκουαδόρ και από την πιο αισιόδοξη πλευρά της ζωής έως την πιο σκοτεινή, οι αφηγήσεις τους είναι γεμάτες από το υλικό της ζωής. Συναρπαστικό. Αστείρευτο.

Το tvxs.gr δημοσιεύει σήμερα την όγδοη.

Η φωνή από το υπερπέραν

Της Μαριάννας Οικονόμου

Κάθε ταινία είναι μια μοναδική, συμβιωτική εμπειρία για μένα. Είναι μια βαθιά βουτιά σε έναν άλλο κόσμο, με τους ανθρώπους του, τις αλήθειες του, την οπτική του. Με γοητεύει η ποικιλία της ανθρώπινης εμπειρίας και οι εκφράσεις της διαφορετικότητας, όσο και η αποκάλυψη αυτών που μας συνδέουν, που είναι αρχετυπικά, συμπαντικά.

Θα αναφερθώ σε μια δυνατή εμπειρία από το πιο πρόσφατο μου ντοκιμαντέρ Ο πιο μακρύς δρόμος που εκτυλίσσεται στις φυλακές ανηλίκων του Βόλου και παρακολουθεί την ιστορία δύο νέων προσφύγων από την Συρία και το Ιράκ που κατηγορούνται για διακίνηση παράνομων μεταναστών. Με ενδιέφερε να αναδείξω το σοβαρό θέμα των εκατοντάδων ανήλικων προσφύγων που πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης των διακινητών και πώς το δικαστικό και ποινικό μας σύστημα αντιμετωπίζει τέτοιες περιπτώσεις. Όταν τους συνάντησα ήταν υπόδικοι και ήξεραν ότι αν δεν πείσουν το δικαστήριο για την αθωότητά τους, θα μπορούσαν να εκτίσουν μέχρι και 30 χρόνια ποινή φυλάκισης.           

Εκείνη την περίοδο, λόγω υπερπληθυσμού μέσα στη φυλακή, τα κελιά άνοιγαν μόνο 2 ώρες το 24ωρο και οι τρόφιμοι είχαν την επιλογή ή να βγουν στο προαύλιο, ή να πάνε στο σχολείο ή να τηλεφωνήσουν. Παρατήρησα ότι τα δύο αγόρια πάντα είχαν σαν προτεραιότητα το τηλέφωνο.  Πληκτρολογούσαν με αγωνία ξανά και ξανά προσπαθώντας να πιάσουν γραμμή στις εμπόλεμες ζώνες που ήταν οι γονείς τους. Άρχισε να με συνεπαίρνει η γεμάτη αγωνία εικόνα τους με το ακουστικό στο χέρι. Αν και δεν άκουγα τι έλεγαν, ήταν εμφανές ότι επρόκειτο για πολύ συναισθηματικά φορτισμένες συνομιλίες. 

Ζήτησα από τα παιδιά αν μπορώ να τους ηχογραφήσω και μου το επέτρεψαν. Πρώτα έβαλα μικρόφωνο στο ακουστικό του αγοριού από το Κομπάνι και ξαφνικά ακούστηκε μια σπαρακτική γυναικεία φωνή από το υπερπέραν που μιλούσε γρήγορα, έκλαιγε, αναστέναζε, ρωτούσε.

Ο τόνος της φωνής της είχε πόνο και φόβο αλλά ήταν και γλυκός. Το παιδί απαντούσε στις ερωτήσεις της, εξηγούσε, παρηγορούσε, κοίταζε γύρω τρομαγμένα. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν αλλά δεν χρειαζόταν μετάφραση. Ήταν τόσο ξεκάθαρο ότι η γυναικεία φωνή ήταν μιας μάνας που της έλειπε το παιδί της και ανησυχούσε γι αυτό, αλλά που συγχρόνως εξέφραζε μια απελπισία και για την δική της κατάσταση, την τραγικότητα του πολέμου που βίωνε η υπόλοιπη οικογένεια εκεί.

Συγκλονίστηκα. Αυτή η σκηνή ήταν τόσο βαθιά ανθρώπινη και συμπύκνωνε όλη την ουσία και το νόημα του ντοκιμαντέρ που προσπαθούσα να κάνω.

Από εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι είχα βρει το κεντρικό στοιχείο της αφήγησης που θα καθόριζε και το ύφος της ταινίας. Το δικαστικό και ποινικό κομμάτι της ιστορίας παντρεύτηκε με το ανθρώπινο και οικουμενικό. Κατέγραψα πολλές συνομιλίες των δύο αγοριών με τους γονείς τους, πάντα ακούγοντας αυτές τις απεγνωσμένες φωνές μέσα από τα παράσιτα.

Μόνο μετά από αρκετούς μήνες, όταν μεταφράστηκε πλέον το υλικό για το μοντάζ, έμαθα ακριβώς τι έλεγαν. Οι σπαρακτικές φωνές των γονιών και το τρομαγμένο βλέμμα των αγοριών εντυπώθηκαν τόσο βαθιά μέσα στην ψυχή μου που σίγουρα θα τις κουβαλάω όλη μου τη ζωή και ίσως η ταινία κάπου, κάπως συμβάλει ώστε η αντίληψη ενός πιο ενιαίου κόσμου να διευρυνθεί στην συνείδηση  των ανθρώπων.