Ακόμη μία άγνωστη, πλην συγκλονιστική μαρτυρία της ναζιστικής φρίκης, όπως την έζησε ένας αυτόπτης μάρτυράς της, καλά φυλαγμένη επί επτά και πλέον δεκαετίες σε μια ξεχασμένη «χρονοκάψουλα» του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, είδε τις τελευταίες ημέρες το φως της δημοσιότητας χάρη στην επίμονη ερευνητική δουλειά ενός Ρώσου ιστορικού και, φυσικά, την πολύτιμη βοήθεια της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας.

Σε αποκόμματα χαρτιού, ο Μαρσέλ Νατζαρή, ένας Έλληνας Εβραίος της Θεσσαλονίκης, περιέγραφε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τον τρόπο που χιλιάδες Εβραίοι από όλη την Ευρώπη θανατώνονταν καθημερινά στους θαλάμους αερίων του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Άουσβιτς, «παστωμένοι σαν σαρδέλες», όπως έγραφε χαρακτηριστικά στα σημειώματά του.

Το 1944, ο 26χρονος κρατούμενος Μαρσέλ είχε στρατολογηθεί από τους δεσμώτες του στο σώμα των Σοντερκομάντο, τους περίπου 2.200 Εβραίους σκλάβους των SS που είχαν επιφορτιστεί με το μακάβριο έργο να οδηγούν τους άλλους Εβραίους στους θαλάμους αερίων. Στη συνέχεια, έπρεπε να κάψουν τα πτώματα στους φούρνους, να συλλέξουν τα χρυσά δόντια και σφραγίσματα των θυμάτων και στο τέλος να πετάξουν τις στάχτες τους στο κοντινό ποτάμι...

Αν και πίστευε ότι κάποια στιγμή θα ερχόταν και η δική του σειρά, ενώ άλλες φορές σκέφτονταν να δώσει ο ίδιος τέλος στο μαρτύριό του, υπήρχε κάτι που κρατούσε τον Μαρσέλ ζωντανό: η δίψα της εκδίκησης. Είχε ήδη μάθει από άλλους Ελληνοεβραίους ότι η μητέρα του, ο πατέρας του και η αγαπημένη αδελφή του Νέλλη είχαν πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο με τον ίδιο απάνθρωπο τρόπο από τα χέρια των ναζί εγκληματιών στο γειτονικό στρατόπεδο του Μπιρκενάου, στην κατεχόμενη Πολωνία.

Εκδίκηση

«Συχνά σκεφτόμουν να ακολουθήσω τους άλλους, να δώσω ένα τέλος σε όλο αυτό, αλλά πάντα η εκδίκηση με εμπόδιζε να το κάνω. Ήθελα και θέλω να ζήσω, να εκδικηθώ τον θάνατο του μπαμπά, της μαμάς και της αγαπημένης μου μικρής αδελφής» έγραφε στα σημειώματά του ο Μαρσέλ.

Γνωρίζοντας από πρώτο χέρι το τρόπο λειτουργίας της μηχανής θανάτου του Άουσβιτς, είχε καταλάβει, όπως και οι άλλοι σύντροφοί του, ότι ήταν θέμα χρόνου οι ναζί να εξολοθρεύσουν και όσους έκαναν τη βρόμικη δουλειά για λογαριασμό τους. Έτσι, τον Νοέμβριο του 1944, ο Νατζαρή έκρυψε τις 13 σελίδες των χειρογράφων του στο δοχείο ενός θερμός και, αφού το σφράγισε, το έβαλε σε μια δερμάτινη θήκη και το έθαψε κοντά στο κρεματόριο Νο3.

Τριάντα έξι χρόνια αργότερα, το 1980, ένας Πολωνός φοιτητής δασοκομίας, σκάβοντας στην περιοχή, ανακάλυψε τυχαία το θερμός σε βάθος περίπου 40 εκατοστών. Κατά έναν θαυματουργό τρόπο, ο Μαρσέλ επέζησε του Άουσβιτς και καθώς κατέρρεε το Γ' Ράιχ, μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο του Ματχάουζεν, στην Αυστρία. Μετά τον πόλεμο παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, στο οποίο έδωσε το όνομα της αδικοχαμένης αδελφής του Νέλλης, και το 1951 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε ως ράφτης. Πέθανε το 1971, σε ηλικία 53 ετών.

Τις σημειώσεις του διέσωσε και επεξεργάστηκε με τη χρήση ψηφιακής τεχνολογίας, αφού μόλις το 10% ήταν αναγνώσιμο, ο Ρώσος ιστορικός Παβέλ Πόλιαν, τονίζοντας πως τέτοιες ευθείες μαρτυρίες είναι ζωτικής σημασίας για την τεκμηρίωση του Ολοκαυτώματος. Τον περασμένο μήνα, η ερευνητική εργασία του Πόλιαν παρουσιάστηκε στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας του Μονάχου και οι σημειώσεις του Νατζαρή, μαζί με άλλα παρόμοια ντοκουμέντα, θα περιληφθούν στο υπό έκδοση βιβλίο του Ρώσου ιστορικού με θέμα τους «Σοντερκομάντο» και τίτλο «Πάπυροι από τις στάχτες».

Πηγή: Αυγή