Μπορεί ο πολυδιαφημισμένος «ιστορικός χιονιάς» να μην ήταν τελικά τόσο δριμύς όσο διατυμπάνιζαν οι μικρέμποροι του τρόμου από τα κανάλια, ωστόσο η θερμοκρασία έπεσε αισθητά σε πολλά μέρη της χώρας και χιόνισε γερά, ακόμα και σε περιοχές όπου αυτό δεν συνηθίζεται:

είδαμε φωτογραφίες με χιονισμένη την παραλία στο Ρέθυμνο, ας πούμε. Εγώ που αψήφησα τις προειδοποιήσεις και τόλμησα να πεταχτώ ίσαμε την Αίγινα το Σάββατο, δεν είδα χιόνι παρά μόνο πάνω σε αυτοκίνητα που είχαν κατέβει από τα βουνά (λέμε τώρα) του νησιού - στο Σφεντούρι χιόνιζε. Πιο βόρεια, βέβαια, το έστρωσε κανονικά.

Επειδή σε πολλά μέρη της χώρας μας, είτε πεδινά είτε νότια, η χιονόπτωση είναι φαινόμενο σπάνιο, έχει γεννηθεί η παροιμιακή φράση που τη διάλεξα για τίτλο: «σαν τα χιόνια», που τη χρησιμοποιούμε ως παιγνιώδη προσφώνηση προς κάποιον γνωστό μας που τον συναντάμε ή μας επισκέπτεται ενώ είχαμε πολύν καιρό να τον δούμε. Στα χιόνια λοιπόν θα αφιερώσω το σημερινό μας άρθρο.

Για να ξεκινήσουμε από τα βασικά, η λέξη χιόνι προέρχεται από την αρχαία «χιών», που είναι ήδη ομηρική με αρκετές αναφορές στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια, π.χ. «ὥς τε νιφάδες χιόνος πίπτωσι θαμειαὶ ἤματι χειμερίῳ» (όπως πυκνές πέφτουν οι νιφάδες του χιονιού σε ώρα χειμώνος, 12.278). Από την ίδια ινδοευρωπαϊκή ρίζα είναι και ο χειμών(ας), αλλά και τα Ιμαλάια, αφού το σανσκριτικό Himalayan σημαίνει «κατοικία του χιονιού». Από το υποκοριστικό «χιόνιον», που είναι ελληνιστικό, έχουμε το μεσαιωνικό «χιόνιν» και «χιόνι».

Το χιόνι είναι άσπρο και η παρομοίωση «άσπρος σαν το χιόνι» είναι μια από τις πιο παλιές και τις πιο κοινές, όχι μόνο στα ελληνικά αλλά και στις περισσότερες γλώσσες (ίσως όχι σε όσες μιλιούνται στους τροπικούς). Ήδη ο Όμηρος έχει στην Ιλιάδα το «λευκότεροι χιόνος» (10.437), ενώ την ίδια παρομοίωση τη βρίσκουμε στον Ακρίτα («περιστερὰν ἐδίωκεν ἄσπρην ὡς εἶν’ τὸ χιόνιν«) και στα νεότερα χρόνια, ακόμα και σε διαφημίσεις για απορρυπαντικά που δεν κάνουν άσπρα τα ρούχα, τα κάνουν χιονάτα.

Όταν είναι απάτητο, το χιόνι δίνει, πέρα από τη λευκότητα, και την αίσθηση της αγνότητας και της παρθενικότητας, γι’ αυτό και έχει χρησιμοποιηθεί ειδικότερα σαν έπαινος για το χρώμα του δέρματος νεαρών γυναικών -της Χιονάτης ας πούμε (Snow White στα αγγλικά, Blanche-Neige στα γαλλικά). Όπως λέει και ο Παπαδιαμάντης στο διήγημά του «Άσπρη σαν το χιόνι»: «Η χιών και το γάλα είναι αι δύο προχειρότεραι κοινοτοπίαι δια την λευκότητα νεαράς γυναικός».

Βέβαια, όταν πατηθεί το χιόνι δεν είναι και τόσο ελκυστικό -και σαν απάντηση στους επαίνους σε κοπέλες με χιονάτο δέρμα υπάρχει η κακεντρεχής παροιμία «Άσπρο είναι και το χιόνι, μα το κατουρούν οι σκύλοι», που πολλές φορές συνοδεύεται κι από δεύτερον στίχο για να το πιάσουμε καλά το υπονοούμενο: «Μαύρο και το μοσχοκάρφι, μα πουλούν το με το δράμι» -αλλά γι’ αυτές τις παροιμίες αξίζει άρθρο, άλλη φορά.

Κι επειδή το χιόνι είναι εμβληματικά άσπρο, χρησιμοποιείται για να δώσει την εικόνα της λευκότητας, τυπικά στην περίπτωση των μαλλιών, όπου το «ήρθαν στα μαλλιά σου χιόνια» είναι ελαφρός ευφημισμός για το «άσπρισαν τα μαλλιά σου».

Πέρα από τη λευκότητα, το χιόνι έχει την προφανή ιδιότητα πως είναι κρύο -κι έτσι λέμε επίσης «κρύο σαν το χιόνι» για κάτι πολύ κρύο, που κι αυτό το βρίσκουμε στα ακριτικά: ἦν δὲ τὸ ὕδωρ θαυμαστόν, ψυχρὸν ὡς τὸ χιόνιν (για να κρατηθεί ο δεκαπεντασύλλαβος, η λέξη «χιόνιν» πρέπει να προφερθεί ασυνίζητη, τρισύλλαβη).

Συνεχίζοντας τα φρασεολογικά, έχουμε την πολύ γνωστή παροιμία «μαθημένα τα βουνά από τα χιόνια», για κάποιον που έχει αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες και δεν τον τρομάζει πια ό,τι κι αν συμβεί. Υπάρχει και η λιγότερο γνωστή φράση «είναι σαν το χιόνι στον κόρφο μου» που τη λέμε για κάποιον ανυπόφορο, καθώς και η απειλή «θα τον κάνω να πατήσει μαύρο χιόνι» = δεν θα τον αφήσω σε ησυχία, θα τον καταδιώκω εσαεί.

Για κάτι που γίνεται οπωσδήποτε, λέμε «βρέξει χιονίσει». Η φράση λέγεται ιδίως για κάποιον που έχει εξασφαλισμένο σταθερό εισόδημα, ιδίως δημοσίους υπαλλήλους (μην το δει αυτό ο Κούλης). Σπανιότερα, λέγεται για κάποιον που τηρεί απαρέγκλιτα μια συνήθεια, ό,τι και να συμβεί. Η βροχή και το χιόνι δεν δηλώνουν μόνο το πέρασμα του χρόνου, αλλά και τις πιθανές κακοτυχίες, οι οποίες δεν επηρεάζουν έναν μισθωτό το ίδιο όπως έναν τεχνίτη ή αγρότη.

Τέλος, χιόνια λέγαμε παλιότερα τα άσπρα στίγματα που εμφανίζονταν στην οθόνη της τηλεόρασης από κακή λήψη. Χρησιμοποιώ αόριστο διότι δεν ξέρω αν ο όρος χρησιμοποιείται και στις έγχρωμες τηλεοράσεις.

Τραγούδια για χιόνια υπάρχουν αμέτρητα, θα σας αφήσω να τα αναφέρετε εσείς, όπως και τίτλους βιβλίων ή ταινιών.

Τα χιόνια είναι συνδεδεμένα συμβολικώς με τα Χριστούγεννα -χιόνια στο καμπαναριό, που Χριστούγεννα σημαίνουν λέει το πασίγνωστο τραγούδι· ξεχνάμε ότι στο νότιο ημισφαίριο τα Χριστούγεννα πέφτουν κατακαλόκαιρο. Αναρωτιέμαι αν στην Αυστραλία έχουν πέραση τα ίδια τραγούδια ή αν υπάρχουν τοπικές παραλλαγές που να παίρνουν υπόψη τους τη γεωγραφία.

Εγώ τον περισσότερο καιρό (και, καθοριστικά, τους χειμώνες εκτός της χριστουγεννιάτικης περιόδου) ζω σε μέρη όπου το χιόνι δεν είναι έκτακτο φαινόμενο αλλά το βλέπουμε ταχτικά, κάθε χρόνο (αν και λιγότερο τα τελευταία χρόνια). Ομολογώ ότι το χιόνι το έχω βαρεθεί, δεν μου αρέσει και δεν το βρίσκω πια ελκυστικό, τουλάχιστον μέσα στην πόλη.

Από την άλλη, αυτές τις μέρες που χιόνισε πολύ σε διάφορα μέρη, το χιόνι σκέπασε και τις σκηνές των προσφυγικών καταυλισμών -στη Μόρια, ας πούμε- κι ήρθε να προστεθεί ένα ακόμα κακό στα δεινά των βασανισμένων αυτών που περιμένουν μήπως και ανοίξει η στρόφιγγα της Ευρώπης. Να τους σκεφτόμαστε κι αυτούς, τέτοιες μέρες - δεν είναι μόνο γραφικό το χιόνι…

sarantakos.wordpress.com