Η σκέψη του Μπάουμαν έχει δεχτεί επιρροές από σημαντικούς διανοούμενους του 19ου αιώνα, όπως τον Καρλ Μαρξ και τον Μαξ Βέμπερ, αλλά και του 20ού αιώνα, όπως τον Τεοντόρ Αντόρνο, τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Εμανουέλ Λεβινάς. 

Ο Μπάουμαν πίστευε ότι η κοινωνιολογία είναι υπόθεση ηθική: «Το να σκεφτόμαστε κοινωνιολογικά σημαίνει ότι καταλαβαίνουμε περισσότερο τους ανθρώπους γύρω μας, κατανοούμε τις ελπίδες τους και τις επιθυμίες τους, τις ανησυχίες και τα προβλήματά τους». 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ: Η αγάπη απαιτεί την απόλυτη αξιοποίηση των δεξιοτήτων και της βούλησής μας, ενώ ακόμα και τότε προμηνύει την πιθανότητα της ήττας, την αποκάλυψη της ανεπάρκειάς μας και τη διάλυση της αυτοεκτίμησής μας. Η αγάπη είναι, ή απειλεί να είναι, ένα αντίδοτο στον ναρκισσισμό. 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ: Κάθε έρωτας επιζητά να κατασχέσει, τη στιγμή όμως του θριάμβου του γνωρίζει την οριστική του ήττα. Κάθε έρωτας παλεύει να καταχωνιάσει τις πηγές της αβεβαιότητας και της αγωνίας του’ αν όμως το επιτύχει, αμέσως αρχίζει να μαραίνεται-και σβήνει. Ο Έρως στοιχειώνεται από το φάντασμα του Θανάτου, που δεν μπορεί να το ξορκίσει καμία μαγική ευχή. Όσο ζει ο έρωτας, ισορροπεί στο χείλος της ήττας. 

Όσο προχωρά, διαγράφει το παρελθόν του∙ δεν αφήνει πίσω του οχυρά χαρακώματα στα οποία θα μπορούσε να ανατρέξει ψάχνοντας για καταφύγιο σε δύσκολες στιγμές. Και ούτε ξέρει τι τον περιμένει και τι του επιφυλάσσει το μέλλον. Ποτέ δεν θα έχει αρκετή αυτοπεποίθηση για να διαλύσει τα σύννεφα και να υπερνικήσει το άγχος. Ο έρωτας είναι δάνειο που συνάπτεται με υποθήκη ένα αβέβαιο και ανεξιχνίαστο μέλλον. Η επιθυμία και ο έρωτας δρουν αντίρροπα. 

Ο έρωτας είναι ένα δίχτυ που απλώνεται στην αιωνιότητα, η επιθυμία ένα στρατήγημα προς αποφυγή των αγγαρειών της ύφανσης. Όσο μένει πιστός στη φύση του, ο έρωτας αγωνίζεται να διαιωνίσει την επιθυμία. Η επιθυμία, από την άλλη, μπορεί μόνο να αποφεύγει τα δεσμά του έρωτα. 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΒΟ: «Φόβος» είναι το όνομα που δίνουμε στην αβεβαιότητά μας: στην άγνοιά μας για την απειλή και για ό,τι πρέπει να κάνουμε – ό,τι μπορούμε και ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε – προκειμένου να τη σταματήσουμε καθ’ οδόν – ή να της αντισταθούμε, αν η αναχαίτισή της ξεπερνά τις δυνάμεις μας. 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ: Οφείλουμε να περάσουμε από τη στάση της ανεκτικότητας απέναντι στους ξένους σε ένα ανώτερο επίπεδο, δηλαδή σε μια στάση αλληλεγγύης. ΓΙΑ 

ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ: Ο καπιταλισμός, για να το πούμε ειλικρινά, είναι ουσιαστικά ένα παρασιτικό σύστημα. Μπορεί να ευημερεί μόνον όταν βρίσκει έναν οργανισμό, τον οποίο δεν έχει ακόμη εκμεταλλευτεί, και από τον οποίο τροφοδοτείται, αλλά (ιδού το παράδοξο) δεν μπορεί να το κάνει χωρίς με αυτόν τον τρόπο να βλάψει τον οργανισμό που τον φιλοξενεί και, αργά ή γρήγορα, να υπονομεύσει τις ίδιες τις προϋποθέσεις της ευημερίας του ή ακόμη και της επιβίωσής του. 

Η οικονομική κρίση των ημερών μας δεν σηματοδοτεί το τέλος του καπιταλισμού, μόνον την εξάντληση και την ερήμωση ενός επιτυχημένου «βοσκότοπου». Η αναζήτηση ενός καινούριου βοσκότοπου θ' αρχίσει αμέσως, καινούριες «παρθένες γαίες» θα αναζητηθούν και προσπάθειες θα γίνουν για να ανοίξουν αυτές, με δόλωμα ή απάτη, στην εκμετάλλευση, έτσι ώστε η δυναμική τους να μετατραπεί σε κέρδη των μετόχων και μπόνους των διευθυντών, έως ότου, εν τέλει, «στυφτεί». 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ: Οι οικονομικές κρίσεις δεν έχουν να κάνουν με καταστροφή του πλούτου αλλά με την αναδιανομή του. Σε κάθε κρίση υπάρχουν πάντα κάποιοι που κερδίζουν περισσότερα χρήματα σε βάρος των άλλων. 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: Η εξουσία έχει παγκοσμιοποιηθεί αλλά η πολιτική είναι όσο τοπική ήταν πάντα. Στην πολιτική κόπηκαν τα χέρια. Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πλέον στο δημοκρατικό σύστημα, γιατί δεν κρατά τις υποσχέσεις του. Αυτό το βλέπουμε για παράδειγμα με την προσφυγική κρίση -πρόκειται για παγκόσμιο φαινόμενο, όμως ακόμη δρούμε τοπικιστικά. Οι δημοκρατικοί μας θεσμοί δεν έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση καταστάσεων αλληλεξάρτησης. Η παρούσα κρίση της δημοκρατίας είναι μια κρίση των δημοκρατικών θεσμών. 

Η δημοκρατία και η ελευθερία δεν μπορούν πλέον να διασφαλιστούν σε μία μόνο χώρα ή σε μία ομάδα χωρών. Η υπεράσπιση τους σε έναν κόσμο διαποτισμένο από την αδικία και κατοικημένο από δισεκατομμύρια ανθρώπους στερούμενους ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα διαφθείρει αναπόφευκτα τις ίδιες τις αξίες που σκοπεύει να προστατεύσει. Το μέλλον της δημοκρατίας και της ελευθερίας πρέπει να διασφαλιστεί σε πλανητική κλίμακα - ή δεν θα διασφαλιστεί καθόλου. 

Σε έναν παγκοσμιοποιημένο πλανήτη, στον οποίο η δυσκολία του καθενός καθορίζει τη δυσκολία όλων των άλλων και ταυτόχρονα καθορίζεται από τους άλλους, ελευθερία και δημοκρατία δεν μπορούν πλέον να εξασφαλιστούν «διαχωρισμένα», δηλαδή μόνο σε μία χώρα ή σε μια ομάδα χωρών. Η τύχη της ελευθερίας και της δημοκρατίας σε κάθε χώρα αποφασίζονται και καθορίζονται σε παγκόσμια κλίμακα και μόνο σε αυτή την κλίμακα μπορούμε να τις υπερασπιστούμε με συγκεκριμένες πιθανότητες επιτυχίας. 

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: Η μόνη ριζική λύση που βλέπω είναι να εδραιωθεί ένας τρόπος ζωής, που θα καταστήσει το υπάρχον σύστημα έκπτωτο. Δηλαδή, να σταματήσει το σκεπτικό τού να δανείζεται κανείς για την απόκτηση αυτοκινήτου ή σε επίπεδο κρατών, το να καταφεύγουν σε δανεισμό για να μειώσουν τους φόρους για τους πολύ πλούσιους, και να υιοθετηθεί ένας τρόπος ζωής, που θα παρέχει σε κάποιο βαθμό ασφάλεια σε όλους. Σε τέτοιο περιβάλλον οι κερδοσκόποι δεν μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα. 

ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΜΕΣΑ: Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν τα κοινωνικά μέσα για να ενωθούν, να ανοίξουν κι άλλο τους ορίζοντές τους αλλά, αντιθέτως, για να φτιάξουν για τους εαυτούς τους μια ζώνη άνεσης, όπου οι μόνοι ήχοι που ακούγονται είναι η ηχώ της φωνής τους και το μόνο που βλέπουν είναι αντανακλάσεις του δικού τους προσώπου. Τα κοινωνικά δίκτυα είναι πολύ χρήσιμα, παρέχουν ευχαρίστηση, αλλά είναι παγίδα. 

Ζίγκμουντ Μπάουμαν (19 Νοεμβρίου 1925 – 9 Ιανουαρίου 2017). Γεννήθηκε στην Πολωνία. Σε ηλικία 18 ετών κατετάγη στον Ελεύθερο Πολωνικό Στρατό και πολέμησε ενάντια στη ναζιστική κατοχή. Παρέμεινε στο στρατό και μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου αλλά τελικά αποστρατεύτηκε εξαιτίας της αντισημιτικής εκκαθάρισης. Ο Μπάουμαν ολοκλήρωσε μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών στις κοινωνικές επιστήμες και το 1954 έγινε λέκτορας στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας. Άρχισε να ζει από το 1968 στην Αγγλία. Διετέλεσε καθηγητής και πρόεδρος του τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Λιντς. Έχει τιμηθεί με τα βραβεία European Amalfi Prize for Sociology & Social Sciences (1990) και Adorno (1998). Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί 12 βιβλία του. 

doctv.gr