Με τα τελευταίας τεχνολογίας και μοδάτα smartphones να καλύπτουν κάθε τρεις και λίγο το φρεσκοκουρεμένο μουσάκι σε κάτι μάγουλα μπούληδων που χαζολογούν και σαχλαμαρίζουν σε free press στυλ ενώ από κάτω το έδαφος σείεται, δουλειά δεν γίνεται. Με κάτι πατομπούκαλα τύπου rayban και persol που ενώ τους δείχνω και τα πέντε δάκτυλά, αυτοί μετράνε πάντοτε λιγότερα μιας και πίσω από τους καθρέπτες στέκουν κάτι μάτια κενά και ζαρωμένα και πειραγμένα, φοβισμένα να κοιτάξουν κατά πρόσωπο και να ορθώσουν ουσιαστικές και διεισδυτικές κουβέντες, δουλειά δεν γίνεται.

Και μπρος στον καθρέπτη του σπιτιού τους όπου έχει καλογυαλιστεί -μα που παραμένει στενός και μη ευρυγώνιος μη και δούνε σε κλίμακα πανοραμίκ τον κόσμο- προετοιμάζουν τον «μάτσο» φαλλοκρατισμό ή τον συγκεχυμένο φεμινισμό τους για το προηγούμενο ή επόμενο πάρτι που είναι καλεσμένοι μέσω likes και τουρουτουτού από μηνύματα ενώ λίγο πιο πέρα η ανθρωπότητα φλέγεται στις βόμβες και στα οδοφράγματα  και αυτοί με ένα φτηνό καλογυαλισμένο σκαρπίνι να το χτυπούν στου μακελειού τον ρυθμό και με την μουσική πάντα παρούσα «γλάστρα» -ενώ την μουσική δεν την «πιάνουν»- προσπαθώντας αυτάρεσκα να αποκαλεστούν κουλτουριάρηδες και ψαγμένοι ενώ χαμπάρι δεν παίρνουν και σκέφτομαι τελικά τι να τους πει κανείς για τις δεκαετίες πριν και τις δεκαετίες μετά και σαφώς για το σήμερα, το ουσιώδες τώρα, αφού η επιτηδευμένη μελαγχολία και τα κραγιόν τους έχουν υπερκεράσει το πρόσωπο και τις εκφράσεις τους και τα αυτιά τους έχουν βουλώσει στις δονήσεις του καιρού και φιλούν τον αέρα τον κοπανιστό και στέκονται και προσκυνούν τον θεό της άγνοιας, τον θεό της αδιαφορίας, τον θεό του ναρκισσισμού, τον θεό της απελπισίας και την ματαιοδοξίας και τον Μολόχ τον ίδιο, νομίζοντας πως κάτι καταφέρνουν.

Και σκέφτομαι τον Χένρι Μίλλερ να γράφει κάπου, κάπως, κάποτε, λαμπρά τρελός και διαυγέστατα χυδαίος για «την εποχή αυτή των θαυμάτων, όταν οι επιστήμονες, με την βοήθεια και την υποκίνηση των αρχιερέων του Πενταγώνου, καθοδηγούν την αμοιβαία αλλά ολοκληρωτική καταστροφή» και «πρόοδος, τι άλλο! Μα αφήστε τους ποιητές να μιλήσουν.

Μπορεί να είναι τσακισμένοι –μπητ– μα δεν είναι οπαδοί του Πυρηνικού Ολέθρου»(1) και βλέπω όλο τον (μετά)μοντέρνο συρφετό να με κοιτάζει γεμάτος απορία ενώ έχει ήδη παρευρεθεί στην τελευταία φωτογραφική έκθεση για το δράμα των προσφύγων ρετουσαρισμένη στις προθέσεις της κάθε κερδοφόρας ΜΚΟ ενώ φυσικά τα συστημικά ΜΜΕ και οι παρατρεχάμενοι «ανεξάρτητοι» τους έχουν κάνει το μυαλό άνοστη σούπα, άνοστη σαν την σκέψη μπρος στην καταστροφή της ζωής από μακελάρηδες ναζί της Ουκρανίας και της χώρας μας αφού και οι ίδιοι μπορεί να είναι εν δυνάμει «νίπστερ» –ή καλύτερα «ναζί χίπστερ» για να προσεγγίσουν με την δηλητηριώδη ανάσα τους όποιον αποδέχεται την δυσοσμία-. Βρίσκονται που λέτε, όπου φυσάει ο άνεμος, αν είναι να ανέβει το πρεστίζ στον λερό καθρέπτη τους και αν είναι να πάρουν δυο τρεις βαθμούς παραπάνω στις εξετάσεις κοινωνικοποίησης ενώ αναγνωρίζουν την τέχνη ολάκερη σαν συλλογή γραμματοσήμων μα είναι ηλίου φαεινότερο πως έχουν «περάσει σελιδοδείκτες σε όλα τα βιβλία του F. Scott Fitzgerald και ακόμη δεν έχουν πραγματικά ιδέα του τι συμβαίνει»(2).

Και τότε καταλαβαίνω ευθύς αμέσως πως ανακάλυψαν οι κομπάρσοι φίλοι χίπστερ στους καιρούς που ζούμε -την ουσιαστικής κρίσης και του ταξικού μακελειού- μια λέξη, μια ιδιότητα να διαχωρίσουν  την ζωή τους από ό,τι το μοντέρνα πραγματικό, μοντέρνα τσακισμένο, μοντέρνα τωρινό, μοντέρνα εκμεταλλευόμενο ώστε να νιώσουν υπερήρωες σε ένα μεταμοντέρνο απολιτίκ θίασο.

Αυτή την λέξη, την ακούω αδιάλειπτα την τελευταία δεκαετία και πού να ήξερα πως κάποτε ήταν οι «χιπ χωρίς να γίνονται επιτηδευμένοι, ευφυείς χωρίς να γίνονται σαχλαμπούχλες, διανοούμενοι ως το κόκκαλο και (που) ξέρουν τα πάντα για τον Πάουντ χωρίς να είναι εφετζήδες ή να το διατυμπανίζουν, είναι πολύ ήσυχοι, είναι πολύ χριστούληδες»(3) γιατί μου το είπε ένας άλλος χίπστερ πενήντα και βάλε χρόνια πριν, μου το είπε καθώς η κοινωνία του βάδιζε καθ’ οδόν για την «αποκάλυψη τώρα» και την συρροή πτωμάτων του Βιετνάμ, την μακαρθική σιχαμάρα και την «γαμημένη ατομική βόμβα των ΗΠΑ» και εσύ φίλε μου χίπστερ σαχλαμάρα, που να τα γνωρίζεις αυτά ή να σκοτίζεσαι με αυτά, αφού ένας ποιητής -όπως έμαθες στα κλινικώς νεκρά σχολεία- μοιάζει με καταθλιπτικό αγόρι που κρύβεται αναίτια σιωπηλό, μυξοκλαίγοντας για τον έρωτα και τον θάνατο δίχως να γνωρίζεις ότι «οι ποιητές είναι καταραμένοι, τυφλοί όμως δεν είναι, γιατί βλέπουν με τα μάτια των αγγέλων και έχουν άμεση επίγνωση της φρίκης»(4).

Και πάλι όμως, τι να σε νοιάζει εσένα για το τί σημαίνει «επίγνωση» και τι να σε νοιάζει προφανώς για τους ρεμπεσκέδες τούτους «με την αχανή, ζωντανή ποίηση και τα φοβερά μάτια και την βουβαλίσια δύναμη»(5) αφού εσύ έχεις το ρετρό σακάκι και την ρετρό μηχανή και τον καναπέ και τα πλαστικά ηλιοτρόπια και τον πίνακα από τα ΙΚΕΑ  νομίζοντας πως έπιασες την καλή και που θυμίζει ολίγον Modigliani και το ρετρό πικάπ που παίρνει στροφές –ενώ το μυαλό τις χάνει και κολλάει- και σκέφτομαι καθώς πληροφορείσαι πως θα βρέξει αν παίρνεις την ομπρέλα σου ή αν μένεις σπίτι και αναρωτιέμαι: πώς θα έχεις δει ποτέ σου την βροχή, αν δεν βραχείς πραγματικά;

Και ταυτόχρονα με όλα αυτά και τελικά, δεν ξεχνάς προφανώς και το «γκομενάκι» που περιμένει στο τηλέφωνο και στο σπίτι και ενώ έχεις χτυπήσει σε ένα από τα πολλά tattoo και το όνομα της, ναυτικός ή φυλακισμένος για τέτοια δεν είσαι -γι’ αυτό βγάλε και το σκούφο που φοράς ντάλα καλοκαίρι- και άσε το «γκομενάκι» να διαβάσει Ginsberg και να σου δώσει δυο τρεις φάπες. Το στυλ είναι παράγωγο οξυδερκούς σκέψης, συνταιριάζει εγγενώς, δεν είναι μόδα επιβεβλημένη για ανασφάλεια και κουταμάρα.

Και έτσι νιώθω πως επανέρχεσαι μπρος μας τόσο αστείος με την πολυφορεμένη εκείνη μάσκα του παρελθόντος σου και από χίπστερ άξαφνα και πάλι μετατρέπεσαι σε κυριλέ αρχοντορεμπέτης (της κακιάς ώρας δηλαδή) όπως ήσουν πάντα και πάντα πριν ανοίξεις το fashion λεξικό και βρεις την ιδιότητα αυτή που ποτέ σου δεν αναρωτήθηκες «τί», «γιατί» και «πώς» για να την κατανοήσεις.

Και έτσι ο μοντερνιστής διανοητής Allen Ginsberg αν και έκανε πράξη κάποτε την εντολή του Whitman να «βγούνε οι κλειδαριές από τις πόρτες και οι πόρτες από τους μεντεσέδες»(6), τα συντηρητικά και συμβιβαστικά χρόνια που ακολούθησαν, καθηλωμένα μέσα στην προπαγανδιστική δουλειά των δικών μας «Time» και «Newsweek», «σου καθοδηγούν το συναίσθημα, σου μαθαίνουν την ευθύνη, πως οι επιχειρηματίες είναι σοβαροί και οι παραγωγοί είναι σοβαροί»(7) και άρα πρέπει να προσπαθήσεις να τους μιμηθείς και να τους μοιάσεις.

Τα χρόνια που λες επέστρεψαν ρεβανσιστικά και τις πόρτες ξαναστερέωσαν σαν φέρετρα με βίδες και καρφιά γιατί η ελεύθερη σκέψη, η αγωνιστική σκέψη, η πολιτική σκέψη πρέπει να θαφτεί και να αποχαιρετιστεί με ένα ατέλειωτο επικήδειο και πάμε πίσω, επιστροφή που λες, στην καθημερινή αδιαφορία και δουλοπρέπεια. Και ενώ ο Ginsberg τσακισμένος και αυτός, και beat και χίπστερ, τουλάχιστον παίρνει φόρα με τις λέξεις και τα ποιήματα σκαπάνη και γιασεμί ταυτόχρονα και θέτει το σώμα του σταματώντας τα τρένα το 1978 με το ιμπεριαλιστικό πλουτώνιο και συλλαμβάνεται από τους μπάτσους διότι είναι ένα «όμορφο χρυσό ηλιοτρόπιο» και όχι ένας σαχλόμαγκας και «λέρα στο πετσί»(8).

Στον Ginsberg αν και του αποκαλύφθηκε φρικαλέα δεν χέστηκε μπρος στον Μολόχ, τον δαίμονα Μολόχ, την βρομιά και την ασχήμια, «τον πελώριο λίθο του πολέμου, που το μυαλό του είναι μηχανή, που το αίμα του είναι λεφτά που κυλάνε, που τα δάκτυλα του είναι δέκα στρατοί, που το στήθος του είναι κανιβαλική γεννήτρια, που το αυτί του είναι ένας τάφος που αχνίζει, που η αγάπη του είναι αστείρευτο πετρέλαιο και ορυκτό, που η ψυχή του είναι τράπεζες και ηλεκτρισμός»(9) αλλά, ασυγκίνητε τουαλετάκια χίπστερ, πού να καταλάβεις εσύ ότι αυτός ο Μολόχ «μπήκε στην ψυχή σου νωρίς» και σου θρόμβωσε την σκέψη και έτσι αδιαφορείς για το τί είναι κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό σύστημα, αυτό το ίδιο που σε δημιούργησε κατ’ εικόνα του και σε πέταξε στους δρόμους του σήμερα με την αντιαισθητική και αντι-αλληλέγγυα και α-πολίτικη στάση σου, να μιλάς… και δυστυχώς να ακούγεσαι στο σύστημα που αγνοείς, παραδέχεσαι, προσκυνάς και χυδαία περηφανεύεσαι.

Και να μην καταλαβαίνεις τον Ginsberg, -μα προφανώς ούτε τον ξέρεις- που ήταν χίπστερ δεκαετίες πριν από εσένα αλλά έγραφε στις νύχτες και στα σοκάκια του San Francisco και της αιωνιότητας και ούρλιαζε με σεμνή και άσεμνη μεγαλοπρέπεια για τον άνθρωπο και για τον εργάτη και για το δίκιο και για την ειρήνη και για τον καπιταλισμό και για τα «καλύτερα μυαλά της γενιάς του» μπροστά και πίσω και μέσα στις φλέγουσες σελίδες των εκδόσεων του City Lights. Ούρλιαζε για τα «διαμερίσματα ρομπότ, τις τυφλές πρωτεύουσες, τις δαιμονικές βιομηχανίες, τις τερατώδεις βόμβες»(10) και συγκρουόταν με τον καθωσπρεπισμό και τους καθρέπτες του, χρόνια πριν σε δει -και να που έγραψε προφητικά για σένα και την πτώση σου, την πτώση σε μια ανοργασμική κατάσταση που δεν νοείς και δεν καταλαβαίνεις πως «το βάρος του κόσμου είναι αγάπη» και όχι μόνο ηλιθιότητα και «μόνο αγάπη»-.

Και δεν φταις μονάχα εσύ αλλά και οι αυτοοριζόμενοι ως ποιητές της γενιάς μας που μηρυκάζουν στο στομάχι του Μολόχ την ποίηση και την βγάζουν ως ανώδυνο κλαψούρισμα για να ταιριάζει στην αισθητική σου κοσμοαντίληψη. Αλλά έτσι είναι, όταν ο Ginsberg αγιάζει «στην υπερφυσική υπέρλαμπρη ευφυέστατη ευγένεια της ψυχής»(11) ενώ εσύ δίνεις δίχως άλλο την ψυχή σου στις πολυεθνικές και τις φθηνές αξίες τους για λίγο απελπισμένη προσοχή στον βάλτο σκέψεων και ηθικών αντιλήψεων στον οποίο έχεις πέσει με τα μούτρα και αρνείσαι να το παραδεχτείς.

Αλλά τι να κάνουμε, φίλε μου χίπστερ, που είσαι τόσο ανελεύθερος μέσα στο φιλελεύθερο και εναλλακτικό πνεύμα σου και αδιαφορείς για τον εργάτη που απεργεί εδώ δίπλα σου και εκεί παραπέρα και μέσα και έξω από τα σύνορα, και σιγά μην σε απασχολήσει που ο Ginsberg -αν και θα ‘πρεπε-, θα ‘πρεπε να τον βλέπεις «να διαβάζει Μαρξ» – ως καρπός μιας παρανοϊκής Αμερικής που περήφανα φωνάζει πως «ήμουν κομμουνιστής μικρός και δεν μετανιώνω» γιατί με την μάνα του «εφτά χρονών πήγε σε μια κομμουνιστική σύσκεψη και οι κουβέντες ήταν ελεύθερες και όλοι τόσο αγγελικοί και τόσο συναισθηματικοί με τους εργάτες και τόσο αγνοί»(12).

Αλλά εσύ, κουφιοκέφαλε μου χίπστερ, που νομίζεις πως «διοικείς τον κόσμο, ενώ είσαι το κορυφαίο προϊόν του καπιταλισμού» που νιώθεις πλήρης ενώ «πετιέται το σιτάρι στην πυρά, για να κρατηθούν οι τιμές ψηλά στην παγκόσμια αγορά», που οι κουφιοκέφαλοι «Πάπας, Πρωθυπουργός, Πρόεδρος, Γερουσιαστής» σαν εσένα σε πείθουν ότι είναι φυσιολογικό «να ψηφίζουμε Ρίγκαν, να πουλάμε σκλάβους, ζάχαρη, ταμπάκο, αλκοόλ, να πυροβολούνε φοιτητές, να κάνουν πράξη την Τελική Λύση του Εβραϊκού Προβλήματος στην Ευρώπη, να βάζουν σε εφαρμογή τους θαλάμους αερίων, να στέλνουν αεροπλάνα για να χτυπήσουν παλαιστινιακές παράγκες, να ανακαλύπτουν τη Θεωρία της Σχετικότητας για να μπορεί η Ροκφουελ Κορπορέισιον να φτιάνει βόμβες Νετρονίου και να θέλουν να τινάξουν στον αέρα τον πλανήτη»(13) και δεν σε πείθει ο Ginsberg που τώρα αν και ενταφιασμένος, φυτρώνουν στο στεγνό του χώμα ηλιοτρόπια, αντικαπιταλιστικά και αντικομφορμιστικά ηλιοτρόπια -νάρκες για κάθε αφέντη, για κάθε δούλο του-.

Και μπορεί να βλέπω την δόμηση μιας όλο και πιο σχεδιασμένα απολίτικης στάσης γράφοντας απεριόριστα και άνευ τελείας και άνευ ανάσας μια «πολεμική» και καλό είναι να γίνομαι πιο συνοπτικός, συγκεκριμένος -μα με τις χιλιάδες αναφορές για την ζωή, την στάση και το έργο του μνημονευόμενου, δεν μπορώ και μακρυγορώ–, μα θα ολοκληρώσω: Άλλωστε, κανείς αόμματος χίπστερ δεν θα ακολουθήσει τις μεγάλες παραγράφους, αφού θα συνεχίσει να «ψέλνει Χάρε Κρίσνα την ώρα που η Ρώμη καίγεται»(14) γιατί η πιο επίπονη προσπάθεια του μεταφράζεται στο διάβασμα τίτλων ειδήσεων στο Facebook πηγαίνοντας για ύπνο ήσυχος και ικανοποιημένος ενώ ήδη γύρω μας «οι κυρίες, σήκωσαν τα φορέματα τους, διότι περνάμε από την κόλαση»(15).

Και κόλαση είναι το σήμερα και θα είναι το αύριο, εφόσον ουδετεροποιούμε για πάντα τις έννοιες και τις μετατρέπουμε σε ανώδυνες ιδιότητες και τη λέξη, έννοια, όρο, ιδιότητα «χίπστερ» από πολιτική στάση σύγκρουσης και βομβώδους εξέγερσης την συντονίζουμε σε μια χιπστερικού και χοντροκωλικού τύπου αντίδραση like ή dislike. Ε, λοιπόν, καλή τύχη!

Σημειώσεις

(1)(3) – Jack Kerouac, Οι υποχθόνιοι, εκδόσεις Πλέθρον
(2) – Bob Dylan, Ballad of a Thin Man, Columbia Records
(4)  (15) – William Carlos Williams, εισαγωγή στο «Ουρλιαχτό», Allen Ginsberg, εκδόσεις Ηριδανός
(5) (14) – Lawrence Ferlinghetti, Λαϊκά Μανιφέστα, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος
(6) (7) (8) (12) – Allen Ginsberg, Howl and Other Poems, εκδόσεις City Lights
(9) (10) (11) – Allen Ginsberg, Ουρλιαχτό, εκδόσεις Ηριδανός
(13) – Allen Ginsberg, Πλουτώνια Ωδή και άλλα ποιήματα 1977 – 1980, εκδόσεις Απόπειρα
*Η φωτογραφία του City Lights Bookstore ανήκει στην Δ.Κ.