Θυμάμαι τότε που στα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια διάβαζα το « …καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και διερωτόμουνα πώς μπορούν οι άνθρωποι να είναι τόσο απάνθρωποι και ποιος άνθρωπος θα μπορούσε να αντέξει τόσα; Τόσα βασανιστήρια, τόσο πόνο, τόση απογοήτευση; Κι ύστερα έρχεται η εικόνα εκείνου του ψηλού άντρα με τα μεγάλα μουστάκια και το χαμόγελο που ήρθε να ανοίξει την καγκελόπορτα της αυλής του σπιτιού στο Μικροχώρι, στο Καπανδρίτι, το καλοκαίρι του 2004 για να με μπάσει στην αλήθεια πως οι μόνοι ήρωες είναι εκείνοι που καταφέρνουν να μείνουν απλά άνθρωποι.

Εκείνος ο τεράστιος άντρας με τα μεγάλα μουστάκια που δεν ήταν τεράστιος μόνο στην κορμοστασιά μα κυρίως στη ψυχή. Για την Κατερίνα και το Γιώργο μπορεί να ήταν ο Χρόνης ο θείος τους. Για μένα που ξεκινούσα να περάσω μαζί τους τις διακοπές του 2004 στο Καπανδρίτι ήταν ο Μίσσιος ο μύθος. Ο Χρόνης Μίσσιος που θαύμαζα από μακριά μα που εκείνο το καλοκαίρι είχα την ευλογία να ζήσω από κοντά για να γίνει και ο δικός μου Χρόνης. Και γι αυτό θα τους και θα του είμαι αιώνια ευγνώμων.

Ο δικός μου ο Χρόνης ήταν ο μύθος που δεν ξέφυγε, που δεν παρασύρθηκε ποτέ από το θαυμασμό των άλλων, που φορούσε το ψάθινο καπέλο του, έπαιρνε ένα καλαθάκι και μου φώναζε να πάμε να «μάσουμε τις ντομάτες» για να φτιάξει η Ρηνιώ σαλάτα. Που με μάλωνε γιατί κορίτσι της πόλης εγώ δεν πότιζα με τη στοργή και τη φροντίδα που έπρεπε τα λαχανικά στον μπαξέ. Γιατί το νερό έπρεπε να τα χαϊδεύει, να μην τα κτυπά να τα πληγώνει.

 

Ο δικός μου ο Χρόνης ήταν εκείνος που μου έλεγε ιστορίες κάτω από το δέντρο και εγώ τον ρωτούσα αχόρταγα μέχρι που τον ζάλιζα και έκανε πως θύμωνε. Που ξεχνιόμασταν στον μπαξέ  μέχρι που η Ρηνιώ να βγει στη βεράντα και να φωνάξει πως ώρα τώρα περιμένει τις ντομάτες για τη σαλάτα. 

 

Ο δικός μου ο Χρόνης ήταν εκείνος που είχε πάντα μια γαβάθα νερό στο πεζούλι στο τοιχάκι της βεράντας για να πίνουν τα πουλιά. Που κάπνιζε πίσω από το γραφείο του, αγνάντευε τη θέα από το παράθυρο του και γλυκομιλούσε στο Μάγκα που λαχάνιαζε γιατί τον βάραιναν τα χρόνια. 

 

Ο δικός μου ο Χρόνης ήταν εκείνος που χαμογελούσε στη Ρηνιώ του που τα υπέροχα γαλάζια μάτια της ξεχείλιζαν πάντα αγάπη.

 

Ο δικός μου ο Χρόνης ήταν εκείνος που δεν εξαργύρωσε τους αγώνες του για καμιά εξουσία. Που παρέμεινε πιστός την αφιέρωση που μου έγραψε σε ένα από τα βιβλία που μου χάρισε: «Από όλους τους μεγάλους επαναστάτες οι μόνοι που έσωσαν την αθωότητα τους είναι αυτοί που προτίμησαν το θάνατο από την εξουσία, όπως ο Ιησούς Χριστός και ο Τσε Γκεβάρα»… όπως ο Χρόνης Μίσσιος.