Στη συνδυασμένη επίθεση κατά του Δημήτρη Παπανικολάου που έχει εξαπολυθεί από το φιλολογικό κατεστημένο της Ελλάδας (και της Κύπρου) μέσα από τις στήλες των δύο ελληνόφωνων Reviews of Books, είναι πολύ φανερό ότι συμπλέκονται δύο καταρχήν ανεξάρτητα μεταξύ τους θέματα. Το ένα είναι το θέμα των ενεργειών ή παραλείψεων του Ιδρύματος Ωνάση και της διαχείρισης του Αρχείου Καβάφη· το άλλο είναι το καψόνι των «παλιοσειρών», (που τείνει να προσλάβει διαστάσεις δολοφονίας χαρακτήρα), απέναντι στον νέο που έχει το θράσος να διατυπώνει δικές του απόψεις χωρίς να σέβεται τις «νόμιμες οδούς» ανάδειξης, χωρίς προηγουμένως να τους ρωτάει και να τους απευθύνει τον δέοντα λιβανωτό.

Ασχέτως όλων αυτών, όμως, στα οποία ίσως επανέλθω κάποια άλλη φορά, προέχει να σημειώσουμε ότι η επίθεση αυτή, ως εκ της έκτασης και του εύρους της, εμπεριέχει μία ξεκάθαρη και αρκετά λεπτομερή φαντασίωση (όπου ως «φαντασίωση» δεν νοείται κάτι ονειρώδες που αντιτίθεται προς την πραγματικότητα, αλλά μία δομή της επιθυμίας). Στο λόγο των καβαφιστών –και προς θεού όχι cavafistas- αφθονούν οι ψόγοι και οι υποδείξεις προς το Ίδρυμα ή/ και τον επιστημονικό του σύμβουλο, αλλά εκτός αυτών, ή μάλλον ακριβώς μέσω αυτών, αναδύεται μία ξεκάθαρη δεοντολογία για το ποιος είναι the right way of doing things.

H δεοντολογία αυτή αποτελεί έναν πραγματικό εφιάλτη.

Για να δώσω μία εικόνα, θα χρησιμοποιήσω αυτούσια τα λόγια της Ρενάτα Λαβανίνι από το άρθρο της «Μερικές σκέψεις για το Αρχείο Καβάφη» (The Athens Review of Books, Απρίλιος 2017 σ. 42· οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Το Ίδρυμα Ωνάση είχε όλες τις δυνατότητες να εξασφαλίσει στο Αρχείο την καλύτερη διατήρηση και αξιοποίηση, και αυτός θα έπρεπε να ήταν ο σκοπός του. Από τους έλληνες [sic] ποιητές ο Καβάφης είναι ο πιο σημαντικός και γνωστός, μπορούμε να πούμε ότι ανήκει στην παγκόσμια κληρονομιά του ελληνισμού, και η Ελλάδα, που διαχειρίζεται με άριστο τρόπο τα πολιτιστικά, αρχαιολογικά και καλλιτεχνικά αγαθά της –φθάνει να επισκεφθεί κανείς τα υποδειγματικά της μουσεία για να το διαπιστώσει- πρέπει να κάνει το ίδιο και με τον μεγαλύτερο ποιητή της.

Μάλλον πλάκα θα κάνουμε.

Ποιος είναι άραγε αυτός ο άριστος τρόπος με τον οποίο η «Ελλάδα» διαχειρίζεται τα «πολιτιστικά, αρχαιολογικά και καλλιτεχνικά αγαθά της»;

Εγώ ξέρω ότι κατά βάση τα κλείνει σε μια βιτρίνα και κόβει εισιτήριο για τους τουρίστες να τα θαυμάσουν.

Το όνειρο λοιπόν των καβαφιστών φιλολόγων είναι να κάνουν τον Καβάφη ένα είδος Βεργίνας, ή Αμφίπολης: ο Καβάφης, και το αρχείο του, ως πολύτιμος (αρχαίος) λίθος, ως μεγάλη πέτρα απ’ αυτές που βουλιάζει όποιος τις σηκώσει· απ’ αυτές που οφείλουν να περάσουν τη γνωστή τουριστική αλυσίδα παραγωγής: αποκατάσταση/ διατήρηση/ αναστήλωση/ αξιοποίηση / έκθεση της «παγκόσμιας κληρονομιάς του ελληνισμού» στο βλέμμα της έκθαμβης ανθρωπότητας[1].

Το πέρασμα αυτό, φυσικά, πρέπει –ένα από τα πολλά «πρέπει» που απαντούν στο λόγο των υπερήφανων καβαφιστών- να το διενεργήσει η «Ελλάδα», εφόσον πρόκειται για έναν ποιητή «της» –τον «μεγαλύτερο».

Εδώ, όμως, αξίζει να κοντοσταθούμε και να θέσουμε μια αφελή ερώτηση: γιατί άραγε ο Καβάφης είναι «της Ελλάδας»;

Γιατί να μην πούμε ότι ήταν «της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», «της Αγγλίας», «της Αιγύπτου»; Εξίσου λογικό θα ήταν.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης έγραψε βέβαια ποίηση στην ελληνική γλώσσα (μολονότι και αυτό ακόμη έχει αμφισβητηθεί· πρβλ. το γνωστό bullying που έφαγε από τον Σεφέρη ότι τάχα «δεν ήξερε ελληνικά»). Με την Ελλάδα όμως δεν είχε κάποια ιδιαίτερη σχέση, είτε βιογραφική είτε καλλιτεχνική. Δεν έζησε ποτέ στο ελληνικό κράτος, (το επισκέφθηκε μόνο κάποια σύντομα διαστήματα προς το τέλος της ζωής του), και ελάχιστες φορές ασχολήθηκε με αυτό στην ποίησή του. Μία μάλιστα από τις φορές αυτές το έκανε για να πει ότι η Ελλάδα δεν είναι η πατρίδα του (στο Επάνοδος από την Ελλάδα –ήδη ο τίτλος είναι εύγλωττος). Κατά τα λοιπά, η λέξη Ελλάδα σπανίως απαντά στο έργο του.

Ο Καβάφης δεν ανήκει στην Ελλάδα.

Ούτε βέβαια και σε κανένα άλλο κράτος.

Ανήκει στα διάκενα, στα μεταξύ διαστήματα. Στο μη κράτος. Σε αυτό που ήταν πριν τα έθνη κράτη, ή/ και σε αυτό που θα είναι μετά, ή που είναι πάνω, κάτω, δίπλα, ξώφαλτσα από τα κράτη, στο υπόγειο ρεύμα που συνεχίζει να ρέει ανεξάρτητα απ’ αυτά.

Κοινό καθήκον όλων των συνεπών καβαφιστών, ή/ και cavafistas, είναι να εμποδίσουν την κρατικοποίηση του Καβάφη· να τον γλιτώσουν από τα χέρια όσων θέλουν να τον μετατρέψουν σε αξιοποιήσιμο αρχαιολογικό θησαυρό κάποιου έθνους, σε εμπορεύσιμο αγαθό κάποιου κράτους.

[1] Αλήθεια, τι ακριβώς θα πει παγκόσμια κληρονομιά του ελληνισμού; Δεν είναι αυτό κάτι σαν αντίφαση όρων; Αν μια κληρονομιά είναι «του ελληνισμού», (και ακόμα περισσότερο «της Ελλάδας»), τότε δεν είναι παγκόσμια.

Πηγή: nomadicuniversality.com