Κατά τις πρώτες τέσσερις δεκαετίες της μεταπολεμικής περιόδου, τα χαρακτηριστικά της διεθνοποίησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, επικεντρώνονταν, κατά βάση, σε κρατικές παρεμβάσεις εξασφάλισης της σύνδεσης της παραγωγής, του εμπορίου και του χρήματος.

Αυτό το μοντέλο διεθνοποίησης της παραγωγής ανατρέπεται, ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, με το στρατηγικό σχεδιασμό και την μετάβαση στο καθεστώς της παγκόσμιας νομισματικής και χρηματοπιστωτικής φιλελευθεροποίησης και την αυτονόμηση του από τις λειτουργίες της πραγματικής οικονομίας.

Το επιχείρημα για την επιλογή αυτής της στρατηγικής  ήταν ότι «η  παγκοσμιοποίηση της παραγωγής στις νέες συνθήκες  της  τεχνολογικής και πληροφοριακής  επανάστασης είναι αναγκαία και αναπόφευκτη  για  το  μέλλον  της παγκόσμιας  οικονομίας». Στο  πλαίσιο αυτό, παρατηρείται μία σταδιακή και μαζική  εγκατάσταση επιχειρήσεων στην  Κίνα, σε άλλες χώρες  της  Ασίας  και  σε  χώρες  της Ανατολικής  Ευρώπης  από  τις  ΗΠΑ, την Ευρώπη και τις  άλλες  ανεπτυγμένες  βιομηχανικές  χώρες της Δύσης, συνοδευόμενη, παράλληλα, από την ανεμπόδιστη ροή κεφαλαίων.

Η μετεγκατάσταση αυτή σημαντικού μεριδίου  επενδύσεων  και  παραγωγής  στην  Ασία  και  την  Ανατολική Ευρώπη,  συνέβαλε, μεταξύ  των  άλλων,  στην  κατάργηση  εκατομμυρίων  θέσεων  εργασίας  στις  χώρες  προέλευσης  των  κεφαλαίων  και  των  επιχειρήσεων, στην  αύξηση  της  ανεργίας  και  στην ανατροπή  του  συσχετισμού  δύναμης εργασίας  και  κεφαλαίου  σε  βάρος  της  εργασίας. Η δυσμενής  αυτή  εξέλιξη  στις  χώρες  προέλευσης  των  κεφαλαίων  και  των  επιχειρήσεων,  οδήγησε  σταδιακά  στην  μείωση  των  μισθών,  στην  απορρύθμιση  των  εργασιακών  σχέσεων  και  στην  διεύρυνση  της  ευελιξίας  της  απασχόλησης  για  την  αποφυγή  από  μέρους  των  εργαζομένων  της  ανεργίας  και  την  αναγκαστική  επιδίωξη διάσωσης  θέσεων  εργασίας.

Ταυτόχρονα,  στις  χώρες  υποδοχής  των  κεφαλαίων  και  των  επιχειρήσεων,  οδήγησε  στην  αύξηση  του  επιπέδου  κερδοφορίας  του  μετεγκατεστημένου  παραγωγικού  και  διεθνούς  χρηματοπιστωτικού  κεφαλαίου,  σε  συνθήκες  υποβάθμισης  της  εργασίας, απορρύθμισης  των εργασιακών σχέσεων και γενικότερα ασιατοποίησης της αγοράς εργασίας. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι η παρατηρούμενη ανταγωνιστικότητα της ασιατικής  παραγωγής στην παγκόσμια οικονομία, παράλληλα  με  το  υψηλό  επίπεδο   της κερδοφορίας  και  των  εισοδηματικών  ανισοτήτων, οφείλεται, κατά βάση,  στην  χρήση  των  νέων  τεχνολογιών  παραγωγής  και  στην  θεσμοποιημένη  συρρίκνωση  και  παραβίαση  των  εργασιακών  και  κοινωνικών  δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα, όπως  προκύπτει  εκ  του  αποτελέσματος,  παρατηρείται  μία  σταδιακή  και  βίαιη  διείσδυση  των  συγκεκριμένων  ασιατικών  όρων  και  συνθηκών  ανταγωνιστικότητας  στις  χώρες της  Ευρώπης  και  της  Δύσης  γενικότερα,  με  το  αναιμικό  επιχείρημα  της  παραγωγικής  διάσωσης  των  οικονομιών  τους.

Όμως,  αξίζει  να  σημειωθεί  ότι  η  πρόσφατη  οικονομική  κρίση  του  μοντέλου  της  παγκοσμιοποίησης,  δεν  οδήγησε  τα  κράτη  και  τους  διεθνείς  οργανισμούς  στην  διαμόρφωση  ενός  εναλλακτικού  πολιτικού  και  δημοκρατικού  πλαισίου  και  ελέγχου  διεθνοποίησης της οικονομίας, αναβάθμισης των κοινωνικών  και  εργασιακών  δικαιωμάτων καθώς  και ανασυγκρότησης  του  κοινωνικού  κράτους.  Αντίθετα,  οι  ασκούμενες  δημόσιες  πολιτικές, για  παράδειγμα  στα  κράτη-μέλη  της  Ευρωπαϊκής Ένωσης,  επικεντρώνονται  στην  μείωση  των  μισθών, την  αποδιάρθρωση  των  εργασιακών  σχέσεων,  την  διεύρυνση  των  ευέλικτων  μορφών  απασχόλησης, την  αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, την  ανησυχητική  μείωση  των  κοινωνικών  δαπανών, τις  ηλεκτρονικές  πλατφόρμες  εργασίας, επαγγελματικής και  οικονομικής  δραστηριότητας  και γενικότερα  την  Ουμπεροποίηση (Uberisation) της  αγοράς  εργασίας.

Οι  εξελίξεις  αυτές  συνέβαλαν, μεταξύ  των  άλλων, στην  σταδιακή  ανατροπή του μοντέλου του κοινωνικού κορπορατισμού και της  ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών και την εγκαθίδρυση του μοντέλου του  εξατομικευμένου κορπορατισμού (λόμπυ  εξατομικευμένων  συμφερόντων), υπονομεύοντας  την  κοινωνική  συνοχή  και  την  κοινωνική  αλληλεγγύη. Αυτή  η  νέα  οικονομική  και  κοινωνική  κατάσταση  Ουμπεροποίησης (Uberisation)  των  συνθηκών  παραγωγής  και  δικαιωμάτων  στα  κράτη-μέλη  της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης  και  γενικότερα  στη  διεθνή  οικονομία,  χαρακτηρίζεται  από  την  διεύρυνση  των  οικονομικών  και  κοινωνικών  ανισοτήτων  αλλά  και  από την διεύρυνση  των  διακρίσεων  με  βάση  την  φυλή, την θρησκεία, το  φύλο, τον τόπο γέννησης  και  τον ανταγωνισμό  μεταξύ  των  εργαζομένων, σε  βαθμό  που  να  ακυρώνονται  οι  δυνατότητες  και  οι  προϋποθέσεις  συγκρότησης  δημοκρατικών  κοινωνικών  κινημάτων  παρεμπόδισης  εγκαθίδρυσης  των  συγκεκριμένων  συνθηκών στην  ευρωπαϊκή και διεθνή  οικονομία.

Όμως, όπως προκύπτει εκ του  αποτελέσματος, παράλληλα με την γενίκευση των συνθηκών Ουμπεροποίησης (Uberisation), αναδεικνύονται εθνοτικές και εθνικιστικές πολιτικές δυνάμεις στα κράτη - μέλη της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης  και  τις  ΗΠΑ, οι οποίες δεν  σχεδιάζουν την  κατάργηση  των  συνθηκών ασιατοποίησης  στο  εσωτερικό  των  οικονομιών  τους  αλλά  περιορίζονται  σε  μέτρα  ελέγχου και περιορισμού του διεθνούς εμπορίου και των κινήσεων κεφαλαίου (προστατευτισμός). Στην  κατεύθυνση  αυτή, σύμφωνα με τις  εξαγγελίες  τους,  επιδιώκουν  την  δημιουργία  συνθηκών  ανάκαμψης  των  οικονομιών  τους και  νέων  θέσεων  εργασίας,  σε μία Ευρώπη και διεθνή οικονομία, κατατμημένη τεχνολογικά - οικονομικά,  κατακερματισμένη  κοινωνικά  και  υποβαθμισμένη  εργασιακά.  

Πηγή: Το Ποντίκι