Πώς αποχαιρετάς μια αγαπημένη μορφή την οποία δεν έχεις δει ποτέ μπροστά σου, αλλά έχεις ρουφήξει κάθε σκέψη που μπορεί να έχει αποτυπώσει στο χαρτί;

Πώς αποχαιρετάς μια μορφή την οποία δεν έχεις ποτέ σου αγγίξει, αλλά έχεις περάσει μαζί της μερόνυχτα μυρίζοντας το μελάνι από τις λέξεις των γραφών της;

Πώς αποχαιρετάς μια αγαπημένη μορφή που… αλλάζει μορφή ανάλογα με τα νοήματα που αντιλαμβάνεται κανείς και τις λογοτεχνικές περιγραφές της;

Η απάντηση, μάλλον, βρίσκεται στις λέξεις που γεμίζουν τα γραπτά του. Αυτές δημιουργούν φαντασιακές εικόνες, συγκινήσεις, θύμησες. Όταν ανατρέχεις, λοιπόν, στις γραφές αποχαιρετάς την μορφή με τον τρόπο που εσύ θεωρείς ότι της αξίζει. Ξεφυλλίζεις τις σελίδες και ξαναμπαίνεις -σε μια διαφορετική τούτη τη φορά φάση- στο μυαλό του συγγραφέα, ταυτίζεσαι με τους ήρωες, που τους μισείς και τους αγαπάς ταυτόχρονα.

Το Μάτι της Θεάς, ο Πρίαπος, το Κόκκινο στο φτερό του παπαγάλου, το Έκτο νησί, το Χαιρετίσματα στον θείο, το Κάποτε στην Μαδρίτη και ένα σωρό άλλες γραφές δεν  δημιούργησαν, απλά, την μυθική μορφή ή μορφές του Ντανιέλ Τσαβαρία, αλλά επαναπροσδιόρισαν τα όρια και τις δυνατότητες του λατινοαμερικάνικου μυθιστορήματος αποστεώνοντάς το -μαζί με τον Μπολάνιο, τον Τάιμπο ΙΙ, τον Φουέντες κα- από ορισμένες πεζογραφικές στατικότητες του, κατά άλλα, ιδιαίτερα θελκτικού «μαγικού ρεαλισμού».

Η λογοτεχνική ιδιαιτερότητα του Τσαβαρία σ’ αυτή τη τομή της λατινοαμερικάνικης πεζογραφικής παράδοσης ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής σ’ όλες τις γραφές του. Η ερωτική διάθεση, οι κοινωνικές περιγραφές, οι ιστορικές αναφορές και οι πολιτικοί στοχασμοί, δοσμένοι με μια ιδιαίτερη road γραφή που πήγαζε σίγουρα από την ταξιδιάρα ψυχή αλλά και ζωή του Ελ Τσάβα, αποτέλεσαν σίγουρα σημείο αναφοράς των λογοτεχνικών του δημιουργημάτων. Ιδιαίτερα, αυτή η συμπλοκή της road γραφής με τον πολιτικό και ιστορικό στοχασμό, φιλτραρισμένη από μια  λατινοαμερικάνικη νουάρ διάθεση, εδραίωσαν την μοναδικότητα του Τσαβαρία στον κόσμο της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Και όταν ο Τσαβαρία αποφάσισε να γράψει την αυτοβιογραφία του -κι ας μην ήταν ο Τσάρλι Τσάπλιν ή ο Στέφαν Τσβάιχ όπως ο ίδιος συνήθιζε να λέει- σαν ακόμα μια ιδιόμορφη ιστορία δρόμου, αποκαλύφθηκε, επιτέλους, ο θρύλος του Ελ Τσάβα. Ο θρύλος ενός πεζογράφου που γυρνούσε, «φυλάκιζε» εικόνες και αρώματα, δημιουργούσε ήρωες και αντιήρωες.

Από τις πρώτες αναζητήσεις στην μεταπολεμική Ευρώπη, εκεί που μυήθηκε στην γαλλική, ιταλική και αγγλική φιλολογία, εκεί που γνώρισε και αγάπησε την κομμουνιστική ιδεολογία, εκεί που ήρθε σε επαφή με την μεσαιωνική ιστορία και την τέχνη της Αναγέννησης, μέχρι την περίφημη αεροπειρατεία όταν κρατώντας ένα περίστροφο ανάγκασε αεροσκάφος να προσγειωθεί στην αγαπημένη του Κούβα του Φιντέλ Κάστρο στα 1969, αλλά και από την αγάπη του για την ελληνική αρχαιότητα μέχρι τις «πολιτικές ερωτοτροπίες» με τους Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη και τους Σαντινίστας στην Νικαράγουα, η πεζογραφική μορφή του Ελ Τσάβα χτιζόταν σιγά σιγά, ενώ μαζί μ’ αυτή χτιζόταν και ο μύθος του.

Έτσι, ο ουρουγουανός ταξιδευτής Ντανιέλ Τσαβαρία μετατράπηκε (και με την βοήθεια του μέντορά του  Αλέχο Καρπεντιέρ) στον… κουβανό συγγραφέα Τσαβαρία, για να καταλήξει να γίνει ο θρυλικός Ελ Τσάβα. Τούτη η διαδρομή, μαγική ή γήινη, άγρια ή απαλή, εύκολη ή δύσκολη, σμίλεψε όχι μόνο την σκέψη και την γραφή του Τσαβαρία, αλλά ολιστικά την πνευματική και όχι μόνο μορφή του.

Δεν ξέρουμε αν τελικά ο… γέρος έφτασε στον προορισμό του. Πιθανότατα να έφτασε αλλά ακόμα και τούτο μοιάζει να μην έχει καμιά σημασία. Οι σκέψεις, οι γραφές και οι λέξεις που άφησε πίσω του, όμως, έχουν. Και αυτές τυπώθηκαν και «φυλακίστηκαν», μια για πάντα, στο χαρτί αλλά και στην σκέψη του κάθε αναγνώστη.

Καλό ταξίδι Ελ Τσάβα και όπως θα έλεγε και ο ίδιος… αν τον ξαναδείτε γράφτε του.

Πηγή: 3pointmagazine.gr