Την Τρίτη συμπληρώνονται 100 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση, που έγινε στις 25 Οκτωβρίου 1917 με το παλιό ημερολόγιο, 7 Νοεμβρίου δηλαδή με το ημερολόγιο που ισχύει σήμερα - και, όπως έχουμε πει, επειδή αμέσως μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων υιοθετήθηκε το νέο ημερολόγιο, στην πραγματικότητα η Οκτωβριανή επανάσταση ουδέποτε γιορτάστηκε Οχτώβρη μήνα στη χώρα όπου έγινε.

Αυτόπτης μάρτυρας της επανάστασης ήταν κι ένας Αμερικανός, ο δημοσιογράφος και ακτιβιστής Τζον Ριντ (John Reed), που κατέγραψε τις εντυπώσεις του στο βιβλίο Δέκα ημέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο (Ten Days that Shook the World), το οποίο εκδόθηκε το 1919. Τον Οκτώβριο του 1920 ο Ριντ πέθανε, έχοντας προσβληθεί από τύφο, στα 33 χρόνια του και τάφηκε στα τείχη του Κρεμλίνου, μια τιμή που έχει γίνει σε ελάχιστους Αμερικανούς. Η ζωή και το έργο του Ριντ μεταφέρθηκαν αρκετές φορές στον κινηματογράφο, με γνωστότερη την ταινία Reds (1981) του Γουόρεν Μπίτι, που υποδύθηκε τον Ριντ.

Για να τιμήσω την επέτειο παρουσιάζω ένα εκτενές απόσπασμα από το 4ο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τίτλο «Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης» (συγκεκριμένα την αρχή, σελ 131-140, και το τέλος, σελ. 172-177, του κεφαλαίου). Διαλεξα το απόσπασμα από την έκδοση της Σύγχρονης Εποχής και… αφού σκανάρισα τις σελίδες αντιλήφθηκα ότι το έργο έχει δημοσιευτεί σε συνέχειες το 1997 στον Ριζοσπάστη και υπήρχε ονλάιν, οπότε τις πήρα από εκεί.

Αξιοπερίεργο αυτής της έκδοσης είναι πως δεν αναφέρεται όνομα μεταφραστή. Αυτό εν μέρει εξηγείται επειδή το κείμενο βασίζεται στη μετάφραση που είχε γίνει το 1961 από τις «Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις», τον εκδοτικό οίκο που είχε το ΚΚΕ στις σοσιαλιστικές χώρες την εποχή της παρανομίας του. Στο οπισθόφυλλο διαβάζω πως τώρα η μετάφραση ειναι ξανακοιταγμένη και βελτιωμένη, αλλά δεν βρήκα το όνομα ούτε του αρχικού μεταφραστή ούτε του θεωρητή. Πείτε με συντεχνιακό, αλλά νομίζω πως θα έπρεπε να αναφέρονται και τα ονόματά τους, εφόσον αναφέρονται τα ονόματα των συντελεστών της τυπογραφικής διόρθωσης, της εκτύπωσης του εξωφύλλου ή της βιβλιοδεσίας.

Ωστόσο, αυτά είναι δευτερεύοντα. Σήμερα, το κράτος που ίδρυσαν οι μπολσεβίκοι πριν από 100 χρόνια, αφού μετατράπηκε από καθυστερημένη μισοφεουδαρχική χώρα σε υπερδύναμη, αφού τσάκισε τον ναζισμό και αφού έφτασε μέχρι το Διάστημα, κατέρρευσε λίγα χρόνια μετά τα ογδοντάχρονα της Οκτωβριανής επανάστασης. Όμως το ενδιαφέρον για το κομμουνιστικό πείραμα παραμένει και ασφαλώς δεν έχουμε φτάσει στο τέλος της ιστορίας.


 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης

Την Τετάρτη στις 7 του Νοέμβρη (25 του Οχτώβρη) σηκώθηκα πολύ αργά. Οταν βγήκα στη λεωφόρο Νέβσκι στο φρούριο του Πετροπάβλοφσκ βρόντηξε μεσημεριάτικα το κανόνι. Η μέρα ήταν υγρή και κρύα… Απέναντι στις κλειδωμένες πόρτες της κρατικής τράπεζας στέκονταν κάμποσοι στρατιώτες με εφ’ όπλου λόγχη.

«Ποιοι είστε σεις;» ρώτησα. «Με την κυβέρνηση είστε;», «Δεν υπάρχει πια κυβέρνηση!» απάντησε με χαμόγελο ένας στρατιώτης. «Δόξα τω Θεώ!» Αυτό ήταν όλο που κατάφερα να μάθω απ’ αυτόν.

Στη λεωφόρο Νέβσκι, όπως πάντα, κινούνταν τα τραμ. Απέξω κρέμονταν άντρες, γυναίκες και παιδιά. Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά και γενικά ο δρόμος σαν να είχε πιο ήρεμη όψη, παρά στις παραμονές. Τη νύχτα οι τοίχοι γέμισαν με καινούριες προκηρύξεις και εκκλήσεις που καλούσαν ενάντια στην εξέγερση. Απευθύνονταν στους αγρότες, στους στρατιώτες του μετώπου, στους εργάτες της Πετρούπολης. Μια από τις προκηρύξεις έγραφε:

«Από το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης της Πετρούπολης

Το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης πληροφορεί τους πολίτες, ότι στην έκτακτη συνεδρίασή του της 24 του Οχτώβρη, σχηματίστηκε επιτροπή κοινωνικής ασφάλειας, στην οποία μετέχουν το κεντρικό Δημοτικό Συμβούλιο και τα δημοτικά συμβούλια των αχτίδων και αντιπρόσωποι των επαναστατικών δημοκρατικών οργανώσεων: της Κεντρικής εκτελεστικής επιτροπής των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, της Πανρωσικής Εκτελεστικής Επιτροπής των αγροτών βουλευτών, των στρατιωτικών οργανώσεων, του κεντρικού στόλου, του Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών της Πετρούπολης, του Σοβιέτ των επαγγελματικών συνδικάτων κ.ά.

Η έδρα των μελών της επιτροπής της κοινωνικής ασφάλειας βρίσκεται στο κτίριο του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης. Αριθμοί τηλεφώνων για πληροφορίες 15-40, 223-77, 138-36».

Ως εκείνη τη στιγμή δεν είχα καταλάβει ακόμα, ότι η προκήρυξη του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης ήταν η τυπική κήρυξη του πολέμου ενάντια στους μπολσεβίκους.

Αγόρασα ένα φύλλο του «Εργατικού Δρόμου», της μοναδικής, όπως φαίνεται, εφημερίδας που κυκλοφορούσε. Λίγο αργότερα μπόρεσα ν’ αγοράσω από έναν στρατιώτη για πενήντα καπίκια μια «Ημέρα» που την είχε διαβάσει πια. Η μπολσεβίκικη εφημερίδα, τυπωμένη σε μεγάλο σχήμα, στο κατασχεμένο τυπογραφείο της «Ρωσικής Θέλησης» άρχιζε με τον πολύστηλο τίτλο «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών! Ειρήνη! Ψωμί! Γη!».

Το κύριο άρθρο ήταν υπογραμμένο από τον Ζινόβιεφ, που κρυβόταν, όπως κι ο Λένιν. Να η αρχή του:

«Κάθε στρατιώτης, κάθε εργάτης, κάθε αληθινός σοσιαλιστής, κάθε τίμιος δημοκράτης δεν μπορούν να μη δουν πως η επαναστατική σύγκρουση που ωρίμασε, τραβάει για άμεση λύση.

Είτε – είτε.

Είτε η εξουσία θα περάσει στα χέρια της αστοτσιφλικάδικης συμμορίας και τότε αυτό σημαίνει… αιματηρή πανρωσική εκκαθαριστική εκστρατεία… που με το αίμα των στρατιωτών και των ναυτών, των αγροτών και των εργατών θα ποτιστεί όλη η χώρα. Τότε αυτό θα σημαίνει συνέχιση του βρωμερού πολέμου, τότε αυτό θα σημαίνει αναπόφευκτα πείνα και θάνατο.

Είτε η εξουσία θα περάσει στα χέρια των επαναστατών εργατών, στρατιωτών και αγροτών και τότε αυτό θα σημαίνει την πλήρη εκμηδένιση της τσιφλικάδικης σκλαβιάς, τη γρήγορη χαλιναγώγηση των καπιταλιστών, την άμεση πρόταση δίκαιης ειρήνης. Τότε η γη θα είναι εξασφαλισμένη για τους αγρότες, τότε θα εξασφαλιστεί έλεγχος στα εργοστάσια, τότε το ψωμί θα εξασφαλιστεί για τους πεινασμένους, τότε θα μπει τέρμα στον παράλογο πόλεμο…».

Η «Ημέρα» έδινε συνοπτικές πληροφορίες για τα γεγονότα της θυελλώδους νύχτας. Οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν το τηλεφωνικό κέντρο, το σιδηροδρομικό σταθμό της Βαλτικής και το τηλεγραφείο, οι ευέλπιδες του Πέτερχοφ δεν μπορούν να περάσουν στην Πετρούπολη, οι κοζάκοι ταλαντεύονται, πιάστηκαν μερικοί υπουργοί, σκοτώθηκε ο διοικητής της αστυνομίας της πόλης Μέγιερ, συλλήψεις, κόντρα συλλήψεις, συμπλοκές ανάμεσα στις στρατιωτικές περιπολίες, στους ευέλπιδες και τους κοκκινοφρουρούς…

Στη γωνιά της λεωφόρου Μορσκάγια συνάντησα το μενσεβίκο – αμυνίτη λοχαγό Χόμπεργκ, γραμματέα του στρατιωτικού τμήματος του κόμματός του. Οταν τον ρώτησα αν έγινε στην πραγματικότητα εξέγερση, σήκωσε κουρασμένα τους ώμους: «ο διάβολος ξέρει!.. Μπορεί κιόλας οι μπολσεβίκοι να καταλάβουν την εξουσία, αλλά περισσότερο από τρεις μέρες δεν μπορούν να την κρατήσουν. Δεν υπάρχουν ανάμεσά τους άνθρωποι που να μπορούν να διευθύνουν τη χώρα. Ισως το καλύτερο θα ‘ναι να τους αφήσουμε να δοκιμάσουν. Πάνω σ’ αυτό θα σπάσουν τα μούτρα τους…».

Το στρατιωτικό ξενοδοχείο στη γωνιά της πλατείας Ισαακίεφ ήταν κυκλωμένο από ένοπλους ναύτες. Στο προαύλιο μαζεύτηκαν αρκετοί κομψοί αξιωματικοί. Εκοβαν βόλτες εμπρός – πίσω και σιγοκουβέντιαζαν μεταξύ τους. Οι ναύτες δεν τους επέτρεπαν να βγουν στο δρόμο.

Αξαφνα έπεσε ένας πυροβολισμός κι άρχισε ανταλλαγή πυρών. Πετάχτηκα έξω. Τριγύρω στο μέγαρο Μαρίνσκι, όπου συνεδρίαζε το Συμβούλιο της Ρωσικής Δημοκρατίας, συνέβαινε κάτι το ασυνήθιστο.

Μια αλυσίδα από στρατιώτες διέσχιζε διαγώνια τη φαρδιά πλατεία. Οι στρατιώτες κρατούσαν έτοιμα τα όπλα και κοίταζαν προς τη σκεπή του ξενοδοχείου.

«Προβοκάτσια! Μας πυροβολούν», φώναξε ένας απ’ αυτούς. Ενας άλλος έτρεξε προς την είσοδο.

Στη δυτική γωνιά του μεγάρου στεκόταν ένα μεγάλο θωρακισμένο αυτοκίνητο με κόκκινη σημαία και με μια φρέσκια επιγραφή «Σ.Ε.Σ.Β», (Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών). Ολα τα πολυβόλα του ήταν στραμμένα προς την εκκλησία του Ισαακίεφσκι. Η έξοδος προς τη Νόβαγια ήταν κλεισμένη με οδοφράγματα φτιαγμένα με βαρέλια, κιβώτια, παλιά στρώματα, αναποδογυρισμένα βαγόνια. Στο τέλος της ακτής Μόικ ήταν οδοφράγματα από σωρούς ξύλων. Κοντά κούτσουρα από τη γειτονική αποθήκη ήταν τοποθετημένα κατά μήκος του κτιρίου και σχημάτιζαν προκάλυμμα.

«Λοιπόν, εδώ θα γίνει μάχη;»,ρώτησα.

«Γρήγορα, γρήγορα», απάντησε ανήσυχα ένας στρατιώτης. «Πέρνα, σύντροφε, να μη σου ‘ρθει καμιά! Να, από κείνη την πλευρά θα ‘ρθουν…» κι έδειξε προς την πλευρά του Ναυαρχείου.

«Και ποιοι θα ‘ρθουν;»

«Αυτό, αδερφάκι, δεν μπορώ να σ’ το πω», απάντησε φτύνοντας.

Στην είσοδο του μεγάρου στεκόταν μια μάζα από στρατιώτες και ναύτες. Ενας ναύτης διηγούνταν για το τέλος του Συμβουλίου της Ρωσικής Δημοκρατίας.»Μπήκαμε, έλεγε, και πιάσαμε όλες τις πόρτες με τους συντρόφους μας. Εγώ τράβηξα προς τον αντεπαναστάτη – κορνιλοφικό που καθόταν στην προεδρική θέση. Δεν υπάρχει πια το συμβούλιό σας, του είπα. Πήγαινε σπίτι!».

Ολοι γέλασαν. Παίρνοντας όλα τα χαρτιά και τα ντοκουμέντα μου, έφτασα ως την πόρτα των γραφείων τύπου. Εδώ με σταμάτησε ένας πελώριος χαμογελαστός ναύτης. Του έδειξα την άδεια, μα εκείνος απάντησε: «Ακόμα, κι ο αρχάγγελος Μιχαήλ να είστε, η είσοδος απαγορεύεται, σύντροφε». Από το τζάμι της πόρτας κοίταξα προσεχτικά το στενοχωρημένο πρόσωπο και τις χειρονομίες ενός Γάλλου ανταποκριτή, που ήταν κλεισμένος μέσα.

Δίπλα του στεκόταν ένας κοντός, ασπρομούστακος άνθρωπος, με στολή στρατηγού, κυκλωμένος από μια ομάδα στρατιωτών. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο.

«Είμαι ο στρατηγός Αλεξέγιεφ», φώναξε. «Σαν διοικητής σας και σαν μέλος του Συμβουλίου της δημοκρατίας, σας διατάσσω να μ’ αφήσετε!».

Ο σκοπός έξυνε το σβέρκο του και λοξοκοίταξε ανήσυχα προς όλες τις κατευθύνσεις. Τέλος έγνεψε σ’ έναν αξιωματικό που πλησίαζε και που ταράχτηκε πάρα πολύ, αναγνωρίζοντας ποιος μιλάει μαζί του κι άρχισε να χαιρετάει σε στάση προσοχής.

«Εξοχότατε», ψιθύρισε, σαν να βρισκόταν στο παλιό καθεστώς, «η είσοδος στο κτίριο απαγορεύεται αυστηρά… Δεν έχω το δικαίωμα…».

Πλησίασε ένα αυτοκίνητο στο οποίο πρόσεξα τον Γκοτς, που γελούσε. Φαινόταν πως όλα όσα συνέβαιναν τον διασκέδαζαν πολύ. Μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας σταμάτησε άλλο αυτοκίνητο. Στο μπροστινό κάθισμα ήταν ένοπλοι στρατιώτες και πίσω τους τα μέλη της προσωρινής κυβέρνησης που είχαν συλληφθεί. Ο Λιθουανός Πέτερς, μέλος της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, διέσχισε βιαστικά την πλατεία.

«Εγώ νόμισα, ότι θα τους ψαρεύατε όλους αυτούς τους κυρίους απόψε τη νύχτα», του είπα, δείχνοντας τους κρατούμενους.

«Εχ!», κι η φωνή του έδειχνε απογοήτευση. «Αυτοί οι ανόητοι απόλυσαν παραπάνω από τους μισούς, πριν αποφασίσουμε τι θα γίνει με αυτούς…».

Κάτω, προς τη λεωφόρο Βοζνεσένσκι, συγκεντρωνόταν μεγάλη μάζα ναυτών και πίσω τους, μέχρι κει που έφτανε το μάτι, φαίνονταν να κινούνται φάλαγγες στρατιωτών.

Πήγαμε κατά τη λεωφόρο του Ναυαρχείου προς τα Χειμερινά Ανάκτορα. Ολες οι διαβάσεις προς την πλατεία των Ανακτόρων φυλάγονταν από σκοπούς κι η δυτική άκρη της πλατείας φραζόταν από μια σειρά ενόπλων που πιέζονταν από το τεράστιο πλήθος. Ολοι κοιτούσαν με ανησυχία, εκτός από μερικούς στρατιώτες που μετέφερναν από τις εξώπορτες των ανακτόρων ξύλα και τα στοίβαζαν από την κύρια είσοδο.

Δεν μπορέσαμε να μάθουμε με κανένα τρόπο, τίνος ήταν αυτοί οι σκοποί εδώ, κυβερνητικοί ή σοβιετικοί. Τα πιστοποιητικά μας από το Σμόλνι δεν τους έκαναν καμιά εντύπωση. Τότε μπήκαμε από την άλλη μεριά και δείχνοντας τα αμερικάνικα διαβατήριά μας δηλώσαμε σοβαρά: «Για επίσημη δουλιά», και τρυπώσαμε μέσα. Στην είσοδο των ανακτόρων μας πήραν τα παλτά και τα καπέλα ευγενικά οι ίδιοι οι παλιοί θυρωροί με τις μπλε λιβρέες, με τα χάλκινα κουμπιά και τους κόκκινους γιακάδες με τις χρυσές κορδέλες. Ανεβήκαμε τη σκάλα. Στο σκοτεινό μελαγχολικό διάδρομο, όπου δεν υπήρχαν πια οι χρωματιστές μπάντες στους τοίχους, τριγύριζαν άσκοπα μερικοί παλιοί υπηρέτες. Στην πόρτα του γραφείου του Κερένσκι βημάτιζε, δαγκώνοντας τα μουστάκια, ένας νεαρός αξιωματικός. Τον ρωτήσαμε αν μπορούμε να πάρουμε συνέντευξη με τον πρωθυπουργό. Εκείνος υποκλίθηκε και χτύπησε τα σπιρούνια.»Δυστυχώς!» απάντησε στα γαλλικά. «Ο Αλεξάντρ Φιοντόροβιτς είναι πολύ απασχολημένος…». Κι αφού έριξε μια ματιά πάνω μας, πρόσθεσε: «Να σας πω την αλήθεια, δεν είναι δω…».

«Πού είναι;»

«Πήγε στο μέτωπο. Και, ξέρετε, δεν του έφτασε η βενζίνη για το αυτοκίνητο. Αναγκάστηκε να δανειστεί από το αγγλικό στρατιωτικό νοσοκομείο».»Οι υπουργοί είναι εδώ;»

«Ναι, συνεδριάζουν σε κάποιο δωμάτιο, δεν ξέρω ακριβώς».

«Τι γίνεται, θα ‘ρθουν οι μπολσεβίκοι;»

«Βέβαια! Οπωσδήποτε θα ‘ρθουν! Εγώ περιμένω ώρα με την ώρα τηλεφώνημα ότι έρχονται. Ομως είμαστε έτοιμοι! Το παλάτι φρουρείται από ευέλπιδες. Είναι έξω, πίσω απ’ αυτή την πόρτα».

«Μπορούμε να πάμε κατά κει;»

«Οχι, βέβαια, όχι! Απαγορεύεται…». Ξαφνικά μας έσφιξε τα χέρια κι έφυγε. Γυρίσαμε προς την επίσημη είσοδο που ήταν στον προσωρινό μεσότοιχο, που χώριζε το δωμάτιο. Ηταν κλειδωμένη από τη δικιά μας τη μεριά. Πίσω από τον τοίχο ακούγονταν φωνές και κάποιο γέλιο, που αντήχησε παράξενα στη φοβερή ησυχία του πελώριου και παλιού παλατιού. Μας πλησίασε ένας γέρος θυρωρός.

«Δεν επιτρέπεται, κύριε, κατά κει! Δεν επιτρέπεται!»

«Γιατί είναι κλειδωμένη η πόρτα;»

«Για να μη φύγουν οι στρατιώτες», απάντησε. Υστερα από λίγα λεπτά είπε πως θέλει να πιει κανένα ποτήρι κι έφυγε.

Ανοίξαμε την πόρτα. Στο κατώφλι φάνηκαν δύο σκοποί, μα δε μας είπαν τίποτε. Ο διάδρομος οδηγούσε σ’ ένα μεγάλο και φανταχτερά διακοσμημένο δωμάτιο, με χρυσές κορνίζες και με μεγάλους κρυστάλλινους πολυέλαιους. Πιο πέρα ήταν ολόκληρη σειρά από μικρότερα δωμάτια, φτιαγμένα από σκούρο ξύλο. Στις δύο πλευρές κάτω στο παρκετένιο πάτωμα, ήταν στρωμένα χοντροκομμένα και λερωμένα στρώματα και κουβέρτες, που πάνω τους ξάπλωναν στρατιώτες. Παντού σωροί αποτσίγαρα, κομμάτια ψωμιού, πεταμένα ρούχα κι άδεια μπουκάλια από ακριβά γαλλικά κρασιά. Τριγύρω μας συγκεντρώνονταν όλο και περισσότεροι στρατιώτες με τις χρυσοκόκκινες επωμίδες των ευελπίδων. Η αποπνιχτική ατμόσφαιρα από τον καπνό των τσιγάρων και των βρώμικων ανθρώπινων σωμάτων μάς έπιανε την αναπνοή. Ενας από τους ευέλπιδες κρατούσε στα χέρια μια μπουκάλα άσπρου κρασιού Βουργουνδίας, που το ‘χε κλέψει ασφαλώς από τα υπόγεια των ανακτόρων. Ολοι μάς κοίταζαν με περιέργεια, εμείς όμως περνούσαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο ώσπου φτάσαμε ως τα συνεχόμενα επίσημα δωμάτια, που τα ψηλά και ακάθαρτα παράθυρά τους βλέπανε προς την πλατεία. Στους τοίχους κρέμονταν τεράστιοι πίνακες με βαριές χρυσές κορνίζες και απεικόνιζαν ιστορικά και πολεμικά γεγονότα: «12 του Οχτώβρη 1812», «6 του Νοέμβρη 1812», «16/28 του Αυγούστου 1813». Σ’ έναν απ’ αυτούς τους πίνακες ήταν σχισμένη όλη η απάνω δεξιά γωνιά.

Ολο το κτίριο είχε μετατραπεί σε μεγάλο στρατώνα και κρίνοντας από την κατάσταση των τοίχων και των πατωμάτων, η δουλιά αυτή είχε γίνει πριν από μερικές βδομάδες. Στα περβάζια των παραθυριών ήταν τοποθετημένα πολυβόλα, ανάμεσα στα στρώματα ήταν όπλα, ακουμπισμένα στα κλινοδίποδα.

Περιεργαζόμασταν τους πίνακες, όταν άξαφνα απ’ τ’ αριστερά με χτύπησε μυρουδιά οινοπνεύματος και κάποιος ακούστηκε να λέει σε άσχημα, μα γρήγορα γαλλικά: «Με τον τρόπο που περιεργάζεστε τους πίνακες βλέπω ότι είσαστε ξένοι…». Μπροστά μας στεκόταν ένας κοντόχοντρος άνθρωπος. Οταν σήκωσε το πηλήκιο είδαμε φαλάκρα.

«Αμερικανοί; Χαίρω πολύ!… Λοχαγός του επιτελείου Βλαντιμίρ Αρτσιμπάσεφ. Στη διάθεσή σας…». Εδειχνε πως δεν έβλεπε τίποτε το φοβερό, που τέσσερις ξένοι, μαζί και μια γυναίκα, πηγαινοέρχονται στη διάταξη τμήματος, που περιμένει επίθεση. Αρχισε να παραπονείται για την κατάσταση των πραγμάτων στη Ρωσία.

«Η υπόθεση δε βρίσκεται μόνο στους μπολσεβίκους», έλεγε. «Το ατύχημα βρίσκεται στο ότι χάθηκαν οι ευγενικές παραδόσεις του ρωσικού στρατού. Κοιτάξτε τριγύρω: ορίστε, αυτοί όλοι είναι ευέλπιδες, μελλοντικοί αξιωματικοί… Μήπως όμως είναι τζέντλεμεν; Ο Κερένσκι άνοιξε τις πόρτες των στρατιωτικών σχολών σ’ όσους θέλαν, στον κάθε στρατιώτη που μπορεί να τα βγάλει πέρα στις εξετάσεις.

Εννοείται, εδώ υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί τέτοιοι, που είναι μολυσμένοι από επαναστατικό πνεύμα…».

Κι έξαφνα, χωρίς καμιά συνοχή, άρχισε να μιλάει για άλλο πράγμα.

«Θα ‘θελα πολύ να φύγω από τη Ρωσία. Αποφάσισα να καταταγώ στον αμερικάνικο στρατό… Δε θα είχατε την καλοσύνη να με βοηθήσετε σ’ αυτή τη δουλιά με τον πρόξενό σας; Θα σας δώσω τη διεύθυνσή μου».

Παρά τις αντιρρήσεις μας, έγραψε μερικές λέξεις σ’ ένα κομματάκι χαρτί και όπως φαίνεται, αισθάνθηκε αμέσως τον εαυτό του πιο εύθυμο. Το σημείωμά του το φύλαξα: «2η σχολή ανθυπολοχαγών του Οράνιενμπάουμ. Παλιό Πέτερχοφ».

«Σήμερα το πρωί είχαμε επιθεώρηση», συνέχισε, οδηγώντας μας στα δωμάτια και δίνοντάς μας εξηγήσεις: «Το γυναικείο τάγμα αποφάσισε να μείνει πιστό στην κυβέρνηση…».

«Ωστε στα ανάκτορα υπάρχουν γυναίκες στρατιώτες;»

«Μάλιστα, είναι στα πίσω δωμάτια. Αν συμβεί τίποτε, εκεί θα είστε σε ασφάλεια». Αναστέναξε. «Τι βαριά ευθύνη»!

[………………………………………]

Βγήκαμε και καλέσαμε έναν αμαξά… «Για πού;». Οταν είπαμε: «Στο Σμόλνι» ο αμαξάς κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Οχι!» είπε. «Εκεί είναι αυτοί οι διάβολοι…». Μόνον ύστερα από πολλή και κουραστική περιπλάνηση, μπορέσαμε να βρούμε αμαξά που συμφώνησε να μας μεταφέρει. Ηθελε όμως τριάντα ρούβλια και σταμάτησε δύο τετράγωνα μακριά από το Σμόλνι.

Τα παράθυρα του ινστιτούτου έλαμπαν ακόμα. Ερχονταν κι έφευγαν αυτοκίνητα. Γύρω στις φωτιές, που εξακολουθούσαν να καίνε με δυνατή φλόγα, συνωστίζονταν οι άντρες της φρουράς και με εξαιρετική περιέργεια ρωτούσαν όλους για τα τελευταία νέα. Οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι από ανθρώπους με ξαγρυπνισμένα μάτια, που βιάζονταν να πάνε κάπου. Σε μερικά δωμάτια των επιτροπών, οι άνθρωποι κοιμούνταν στο πάτωμα. Δίπλα στον καθένα βρισκόταν το ντουφέκι του. Παρά την αποχώρηση των αντιπροσώπων που έφυγαν από το συνέδριο, η αίθουσα ήταν γεμάτη από λαό και βούιζε σαν θάλασσα.

Οταν μπήκαμε, ο Κάμενεφ διάβαζε τον κατάλογο των υπουργών που πιάστηκαν. Το όνομα του Τερεσένκο καλύφθηκε από θυελλώδη χειροκροτήματα, χαρούμενες κραυγές και γέλια. Ο Ρούντεμπεργκ έκανε μικρότερη εντύπωση, όμως όταν διαβάστηκε το όνομα του Παλτζίνσκι ξέσπασε θύελλα κραυγών και χειροκροτημάτων… Ανακοινώθηκε πως κομισάριος των Χειμερινών Ανακτόρων διορίστηκε ο Τσουντνόβσκι.

Τότε συνέβη ένα πραγματικά δραματικό επεισόδιο. Στο βήμα ανέβηκε τρέχοντας ένας ψηλός αγρότης. Το αξύριστο πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο από οργή. Χτύπησε τη γροθιά στο τραπέζι του προεδρείου:

«Εμείς, οι σοσιαλιστές επαναστάτες, επιμένουμε στην άμεση απελευθέρωση των υπουργών – σοσιαλιστών, που πιάστηκαν στα Χειμερινά Ανάκτορα! Σύντροφοι. Ξέρετε ότι τέσσερις από τους συντρόφους μας που θυσίασαν τη ζωή και τη λευτεριά τους στην πάλη με την τσαρική τυραννία, ρίχτηκαν στο φρούριο του Πετροπάβλοφσκ, στον ιστορικό τάφο της ρωσικής ελευθερίας;!».

Ξεσηκώθηκε γενικό πανδαιμόνιο. Ο αγρότης συνέχιζε να φωνάζει και να χτυπάει τις γροθιές. Στο βήμα ανέβηκε άλλος αντιπρόσωπος, στάθηκε δίπλα του και δείχνοντας με το χέρι προς την πλευρά του προεδρείου φώναξε:

«Μπορούν, άραγε, οι αντιπρόσωποι των επαναστατικών μαζών να συνεδριάζουν ήρεμα εδώ, τη στιγμή που η μπολσεβίκικη ασφάλεια βασανίζει τους αρχηγούς της;».

Ο Τρότσκι ζήτησε με χειρονομίες να γίνει ησυχία. «Πιάσαμε αυτούς τους συντρόφους, τη στιγμή που αυτοί μαζί με τον τυχοδιώκτη Κερένσκι οργάνωναν συνωμοσία με σκοπό να διαλύσουν τα Σοβιέτ. Για ποιο λόγο πρέπει να στενοχωριόμαστε γι’ αυτούς; Μήπως επειδή κράτησαν τους τύπους μαζί μας μετά τις 3-5 του Ιούλη;». Στη φωνή του φαίνονταν θριαμβευτικές νότες. «Τώρα, που οι αμυνίτες κι οι λιγόψυχοι έφυγαν και το καθήκον της υπεράσπισης και της σωτηρίας της επανάστασης έπεσε ολοκληρωτικά στις πλάτες μας, είναι μεγαλύτερη ανάγκη να δουλέψουμε, να δουλέψουμε και να δουλέψουμε! Αποφασίσαμε να πεθάνουμε καλύτερα, παρά να παραδοθούμε!..».

Στο βήμα ανέβηκε λαχανιασμένος, γεμάτος λάσπη από το δρόμο, ο κομισάριος από το Τσάρσκογιε Σελό: «Η φρουρά του Τσάρσκογιε Σελό βρίσκεται στα πρόθυρα της Πετρούπολης, πανέτοιμη να υπερασπίσει το συνέδριο των Σοβιέτ και τη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή!». Θύελλα χειροκροτημάτων. «Το σώμα των ποδηλατιστών που στάλθηκε από το μέτωπο, έφτασε στο Τσάρσκογιε Σελό και πέρασε με το μέρος μας. Αναγνωρίζει την εξουσία των Σοβιέτ, αναγνωρίζει την ανάγκη της άμεσης παραχώρησης της γης στους αγρότες και τον έλεγχο στην παραγωγή από τους εργάτες. Το πέμπτο τάγμα των ποδηλατιστών, που έχει διάταξη στο Τσάρσκογιε Σελό είναι δικό μας…».

Μίλησε ο αντιπρόσωπος από το τρίτο τάγμα των ποδηλατιστών. Μέσα σε αδιάκοπες εκδηλώσεις ενθουσιασμού διηγήθηκε πως το σώμα των ποδηλατιστών, μόλις τρεις μέρες πριν πήρε διαταγή να κινηθεί από το νοτιοδυτικό μέτωπο για την «υπεράσπιση της Πετρούπολης». Ωστόσο, οι στρατιώτες υποψιάστηκαν, ότι η ουσία της διαταγής είναι πολύ διαφορετική. Στο σταθμό του Περεντόλσκ τους συνάντησαν οι αντιπρόσωποι του πέμπτου τάγματος από το Τσάρσκογιε Σελό. Εγινε κοινό συλλαλητήριο κι αποδείχτηκε πως «ανάμεσα στους ποδηλατιστές δεν υπήρχε ούτε ένας που να συμφωνούσε να χύσει αδερφικό αίμα ή να υποστηρίξει την κυβέρνηση των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών».

Ο Καπελίνσκι πρότεινε από μέρους των μενσεβίκων – διεθνιστών να δημιουργηθεί μία επιτροπή για την εξεύρεση ειρηνικής διεξόδου κι αποφυγής του εμφύλιου πολέμου. «Δεν υπάρχει καμιά ειρηνική διέξοδος!» αντήχησε όλη η αίθουσα. «Μοναδική διέξοδος είναι η νίκη!». Η πρόταση απορρίφθηκε με συντριπτική πλειοψηφία κι οι μενσεβίκοι διεθνιστές μέσα σε βροχή από κοροϊδίες και βρισιές εγκατέλειψαν το συνέδριο. Ανάμεσα στους αντιπροσώπους δεν υπήρχε ούτε ίχνος φόβου. Ο Κάμενεφ φώναζε από το βήμα σ’ αυτούς που αποχωρούσαν: «Οι μενσεβίκοι – διεθνιστές έκαναν την πρότασή τους για ειρηνική διέξοδο, έξω από το θέμα της ημερήσιας διάταξης. Μήπως όμως αυτοί δεν ήταν που ψήφιζαν πάντα για την παραβίαση της ημερήσιας διάταξης, χάρη των διακηρύξεων εκείνων των παρατάξεων που ήθελαν να φύγουν από το συνέδριο; Είναι ολοφάνερο, πως η αποχώρηση όλων αυτών των αποστατών είχε αποφασιστεί από νωρίτερα!..». Η συνέλευση αποφάσισε να μην πάρει υπόψη την αποχώρηση μιας σειράς παρατάξεων κι άκουσε την έκκληση προς τους εργάτες, στρατιώτες και τους αγρότες όλης της Ρωσίας:

«Προς τους εργάτες, τους στρατιώτες

και τους αγρότες!

Το δεύτερο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών άρχισε τις εργασίες του. Στο συνέδριο αυτό αντιπροσωπεύεται η τεράστια πλειοψηφία των Σοβιέτ. Στο συνέδριο παραβρίσκονται και πολλοί βουλευτές από το Σοβιέτ των αγροτών… Στηριζόμενο στη θέληση της τεράστιας πλειοψηφίας των εργατών, των στρατιωτών και της φρουράς της Πετρούπολης, το συνέδριο παίρνει στα χέρια του την εξουσία.

Η προσωρινή κυβέρνηση ανατράπηκε. Τα περισσότερα μέλη της προσωρινής κυβέρνησης έχουν κιόλας συλληφθεί.

Η σοβιετική εξουσία θα προτείνει άμεση δημοκρατική ειρήνη σε όλους τους λαούς και άμεση ανακωχή σε όλα τα μέτωπα. Θα εξασφαλίσει τη χωρίς αποζημίωση παράδοση της γης των τσιφλικάδων, της αυτοκρατορικής οικογένειας και των μοναστηριών στη διάθεση των επιτροπών των αγροτών, θα υπερασπίσει τα δικαιώματα του στρατιώτη, πραγματοποιώντας τον πλήρη εκδημοκρατισμό του στρατού, θα εγκαθιδρύσει τον εργατικό έλεγχο στην παραγωγή, θα εξασφαλίσει την έγκαιρη σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης, θα φροντίσει να προμηθεύσει ψωμί στις πόλεις και είδη πρώτης ανάγκης στο χωριό, θα εξασφαλίσει σ’ όλα τα έθνη που κατοικούν στη Ρωσία πραγματικό δικαίωμα αυτοδιάθεσης.

Το συνέδριο αποφασίζει: όλη η εξουσία κατά τόπους περνά στα Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών, που πρέπει να εξασφαλίσουν μια πραγματική επαναστατική τάξη.

Το συνέδριο καλεί τους στρατιώτες που βρίσκονται στο χαράκωμα να δείξουν επαγρύπνηση και σταθερότητα. Το συνέδριο των Σοβιέτ είναι βέβαιο, ότι ο επαναστατικός στρατός θα μπορέσει να υπερασπίσει την επανάσταση από κάθε επιβολή του ιμπεριαλισμού ωσότου η νέα κυβέρνηση πετύχει να κλείσει δημοκρατική ειρήνη, που θα την προτείνει άμεσα σε όλους τους λαούς. Η νέα κυβέρνηση θα πάρει όλα τα μέτρα για να εξασφαλίσει στον επαναστατικό στρατό όλα τα απαραίτητα, ακολουθώντας αποφασιστική πολιτική επιτάξεων και φορολογίας των εύπορων τάξεων και θα βελτιώσει, επίσης, την κατάσταση των οικογενειών και των στρατιωτών.

Οι κορνιλοφικοί – Κερένσκι, Καλέντιν και άλλοι – κάνουν απόπειρα να ρίξουν τα στρατεύματα ενάντια στην Πετρούπολη. Μερικά τμήματα που τα ξεγέλασε και τα κίνησε ο Κερένσκι, πέρασαν με το μέρος του εξεγερμένου λαού.

Στρατιώτες, προβάλλετε ενεργητική αντίσταση στον κορνιλοφικό Κερένσκι! Να βρίσκεστε σε επιφυλακή.

Σιδηροδρομικοί, σταματάτε όλα τα τρένα με στρατό που στέλνει ο Κερένσκι ενάντια στην Πετρούπολη.

Στρατιώτες, εργάτες, υπάλληλοι, στα χέρια σας βρίσκεται η τύχη της δημοκρατικής ειρήνης!

Ζήτω η επανάσταση!

Το Πανρωσικό συνέδριο

των Σοβιέτ των εργατών

και στρατιωτών βουλευτών

Οι αντιπρόσωποι των Σοβιέτ των αγροτών».

Η ώρα ήταν 5 και 17 το πρωί, όταν ο Κριλένκο, ζαλισμένος από την κούραση, ανέβηκε στο βήμα και διάβασε στη συνέλευση κάποιο τηλεγράφημα.

«Σύντροφοι! Από το Βόρειο Μέτωπο! Η 12η Στρατιά χαιρετίζει το συνέδριο των Σοβιέτ και ανακοινώνει τη δημιουργία Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, που πήρε τη διοίκηση του Βόρειου Μετώπου!..». Τότε επακολούθησε κάτι που δεν περιγράφεται. Οι άνθρωποι έκλαιγαν κι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο. «Ο στρατηγός Τσερεμίσκοφ αναγνώρισε την επιτροπή. Ο κομισάριος της προσωρινής κυβέρνησης Βοϊτίνσκι παραιτήθηκε!».

Τέλειωσε…

Ο Λένιν κι οι εργάτες της Πετρούπολης αποφάσισαν να κάνουν εξέγερση. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης ανέτρεψε την προσωρινή κυβέρνηση κι έφερε το συνέδριο των Σοβιέτ μπροστά στο γεγονός της κρατικής ανατροπής. Τώρα έπρεπε να καταχτήσουν με το μέρος τους όλη την απέραντη Ρωσία και μετά κι όλο τον κόσμο. Θ’ απαντήσει άραγε όλη η Ρωσία; Θα ξεσηκωθεί; Κι η υφήλιος; Τι θα πει η υφήλιος; Θα ξεσηκωθούν άραγε οι λαοί στο κάλεσμα της Ρωσίας; Θα φουσκώσει η παγκόσμια κόκκινη παλίρροια;

Η ώρα ήταν έξι. Ηταν μια βαριά και κρύα νύχτα. Μόνο ένα αδύνατο και χλομό, σαν ανέσπερο, φως κοκκίνιζε δειλά στους σιωπηλούς δρόμους, κάνοντας τις φωτιές των φρουρών να θαμπώνουν. Το χάραμα μιας τρομερής αυγής υψωνόταν πάνω από τη Ρωσία.

Πηγή: sarantakos.wordpress.com