Γεννήθηκα στον Πειραιά και έζησα μέχρι τα 6 μου χρόνια σε νοικιασμένες μονοκατοικίες με μικρές ασβεστωμένες αυλές. Στη Νίκαια θυμάμαι και μετά στο Δάσος Χαϊδαρίου, μέσα στα πεύκα. Όμως σε όλα αυτά τα σπίτια που πέρασα τα παιδικά μου χρόνια, μέχρι που αναγκαστικά βρέθηκα σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Καλλιθέα, δεν είχα ουσιαστική επαφή με τη γη.

Μόνο μικρές δόσεις μέσα από παιχνίδια, ή με μία μικρή ντοματιά που, άγνωστο πώς, είχε φυτρώσει στην αυλή μας και τέλος, κάποια ελάχιστα καλοκαίρια στο εξοχικό του παππού μου στην Αίγινα. Εκεί ο παππούς μου ο Γιάννης o Κρητικός που ήταν οινοποιός είχε φτιάξει ένα μικρό πατητήρι και μας έβαζε να πατάμε τα σταφύλια... Αυτή ήταν και η μόνη παρααγροτική εργασία που πήρα μέρος ποτέ στη ζωή μου.

Όταν όμως πέθανε ο παππούς μου και το σπιτάκι της Αίγινας μετά από πολλά χρόνια πέρασε στην οικογένειά μου, πήρα πάλι το πλοίο, να γυρίσω πίσω στο νησί, με κάποιον άλλον τρόπο να γυρίσω σε εκείνα τα χρόνια.

Με θαυμασμό θυμήθηκα εύκολα το δρόμο, τα σπίτια γύρω του, και όλα φάνηκαν γνώριμα.

Μόλις άφησα πίσω μου την γαλαζοπράσινη εξώπορτα της αυλής, είδα δεξιά το μεγάλο γιασεμί που από μικρή αγαπούσα. Δάκρυσα συγκινημένη και αγκαλιά με το γιασεμί είπα «αυτό το δέντρο είναι δικό μου, αυτές οι ρίζες, κι αυτή η γη είναι δική μου!».
 
Σε κανονικές συνθήκες, δεν νομίζω ότι θα μοιραζόμουν αυτή την μικρή ιστορία. Όμως η νέα νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη, που μόλις κυκλοφόρησε, από τις Εκδόσεις Εστία, έγινε η αφορμή. Ή μάλλον, η αιτία της σύγκρισης, του επαναπροσδιορισμού, της ζωής που μέχρι σήμερα έχω βιώσει -όπως και, ομοίως, εκατομμύρια κάτοικοι του λεκανοπεδίου της Αττικής, μέσα στα ντουβάρια, χτισμένη από μπετόν, με γύρω γύρω μόνο γλάστρες που τα άνθη τους ασφυκτιούν πολλές φορές εντός τους- με μια άλλη, εντελώς άλλη ζωή, εκείνη του Παναγή:

«Τα τελευταία είκοσι χρόνια και βάλε ο Παναγής τα ’χε ζήσει καταγής. Μες στο μούρκι του παππού του στον Λειμώνα, μια κοιλάδα εύφορη, στο ξεψύχισμα του ποταμού, δίπλα στη θάλασσα, μακριά απ’ τον κόσμο, μια ώρα δρόμος μέσα απ’ τα βουνά η πιο κοντινή πόλη, είκοσι λεφτά ποδαρόδρομος το διπλανό χωριό, εκεί πέρασε όλα τα παιδικά του καλοκαίρια, μα και Χριστουγεννόσκολα και Πάσχα κάθε χρόνο εκεί ήτανε, μέσα σ’ εκείνο το μούρκι που ’χε στο έμπα του έναν δρυ, θεριό αλάκερο, με τις κλαδούρες του να διαφεντεύουνε ανθρώπους και ζωντανά από κάτω...»
 
O Παναγής, είναι ο ήρωας του βιβλίου με τίτλο «το ζουμί του πετεινού», ο οποίος, αντιθέτως, κατάγεται, μεγάλωσε και συνεχίζει να μεγαλώνει, έχοντας τη γη κάτω από τα πόδια του, μέσα στις φλέβες του. Ζει από αυτήν, ζει γι’ αυτήν, ζει με αυτήν. Τελικά, είναι αυτή…

Ο "άγνωστος" αυτός αγρότης, έχει χαρακτήρα, προσωπικότητα, στάση ζωής, και κυρίως ψυχή, όπως όλοι οι ήρωες του Μακριδάκη, και έχει μάτια και καρδιά, είναι τόσο αληθινός, που κλείνοντας το βιβλίο που έχεις διαβάσει -σίγουρα απνευστί- γνωρίζεις πια τόσο καλά, σαν να επρόκειτο για έναν από τους πιο κοντινούς συγγενείς σου, ενώ η επίσης άγνωστη -για τους ανθρώπους της πόλης- καθημερινότητα του, γίνεται το "σπίτι"που θα 'πρεπε να κατοικείς από πάντα...
Όμως:
 
«Πέρσι τις Απόκριες τον Παναγή τον έπιασε η κρίση. Η νευρική. Διότι, εντελώς τυχαία, εκεί που κάθισε σιμά σε μια παρέα να πιει μαζί τους το ρακί του, πήρε τ’ αυτί του μερικές κουβέντες τους για την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, οι οποίες δεν τ’ άρεσαν διόλου», γράφει στο οπισθόφυλλο.
 
Γιατί, κάποια στιγμή, ένα ομιχλώδες φως σαν σε σκηνή από φιλμ νουάρ οπλίζει τις γραμμές της νουβέλας, όταν οι... εξω-γήινοι Αθηναίοι, θύματα της οικονομικής κρίσης, τυχαίνει να αναμετρηθούν -στη σιωπή- με τον χωμάτινο... άνθρωπο, και τότε τα αδιέξοδα πολιτικά σενάρια αποκωδικοποιούνται, οι άκαμπτες γλώσσες μεταφράζονται. Ένα άλλο κανάλι επικοινωνίας ανοίγει ανεπιστρεπτί για τον εξωραϊσμένο εαυτό μιας κοινωνίας-ξενιτιάς.

Αυτό θα πει ανατροπή ζωής, ορίζοντας, μέσα στη λογοτεχνία;

Η νευρική κρίση του λασπωμένου ήρωα είναι το είδος λογοτεχνίας που υποστηρίζω, γιατί είναι σα να υποστηρίζω τις πολλές φωνές της πιο αυθεντικής ψυχής μου. Καλή ανάγνωση, λοιπόν, για όσους αντιστέκονται κρατώντας ακόμη κάποια επαφή. Μπορεί να συναντήσουν τον Παναγή και να μεταμορφωθούν από το δώρο του: Το ζουμί του πετεινού.
Κρυσταλία Πατούλη
 

 
O Γιάννης Μακριδάκης (akridaki@gmail.com , yiannismakridakis.gr) γεννήθηκε το 1971 στη Xίο και σπούδασε Mαθηματικά. Το 1997 ίδρυσε το Kέντρο Xιακών Mελετών Πελινναίο.
Βιβλία του:
Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή. Αφηγήσεις 1941-1946, μαρτυρίες (Κέντρο Χιακών Μελετών «Πελινναίο» 2006, Εστία 2010).
10.516 μέρες: Iστορία της νεοελληνικής Xίου 1912-1940, ιστορικό αφήγημα (Κέντρο Χιακών Μελετών «Πελινναίο» 2007).
• Tο πρώτο μυθιστόρημά του Aνάμισης ντενεκές (Eστία 2008) κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο (2009) και στα τουρκικά.
Η δεξιά τσέπη του ράσου, νουβέλα (Εστία 2009).
Ήλιος με δόντια, μυθιστόρημα (Εστία 2010).
Λαγού μαλλί, νουβέλα (Εστία 2010).
Η άλωση της Κωσταντίας, μυθιστόρημα (Εστία 2011).
 
---
Διαβάστε στο tvxs.gr άλλα άρθα του Γιάννη Μαριδάκη: εδώ