«Ήμουν σίγουρος ότι το βιβλίο θα γοητεύσει και τους σημερινούς του θαυμαστές», μου είπε ο Χάρης Βλαβιανός στην κατ’ιδίαν συνάντηση που είχαμε πριν τη συνέντευξη.

Εξάλλου υπάρχει και η πρώτη μαρτυρία. Κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου της Θεσσαλονίκης εθεάθη ένας νεοναζιστής να το αναζητά επίμονα. Ο κίνδυνος αυτός προβλημάτισε τον συγγραφέα και ποιητή, ωστόσο δεν τον αποθάρρυνε . «Είχε την ανθρώπινη πλευρά του γι’αυτό τα εγκλήματά του με τρομάζουν τόσο», λέει στο tvxs.gr

Διαβάζοντας «Το κρυφό Ημερολόγιο του Χίτλερ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, μπαίνει κανείς, όχι ακριβώς στις μύτες των ποδιών αλλά με σίγουρα αποφασιστικά βήματα, στον θεοσκότεινο ψυχισμό μιας προσωπικότητας που έμελε να γράψει τις πιο μαύρες σελίδες της ιστορίας. Το ότι ο Βλαβιανός βέβαια αποφασίζει να ακολουθήσει τον Χίτλερ αμέσως μετά το αποτυχημένο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» τον Νοέμβριο του 1923 και κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στις φυλακές όπου προετοιμάζει το πόνημά και μανιφέστο του «Ο Αγών μου», μας αποκαλύπτει όχι τόσο το ίδιο το φρικιαστικό πρόσωπο που έχουμε καταγράψει στη μνήμη μας αλλά το πως «σμιλεύτηκε». Πως προετοίμαζε ένας κομπλεξικός και πνευματικά ανεπαρκής άνθρωπος της διπλανής πόρτας όπως τον χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, τη θηριωδία που ακολούθησε.

Ο Βλαβιανός καταφέρνει να φέρει τις δύο ιδιότητές του, του ιστορικού και του ποιητή σε έναν ιδιαίτερο εναγκαλισμό χωρίς η μία να καταβροχθίζει την άλλη αφού φαίνεται πως η ιστορική έρευνα έγινε με κόπο και με ταυτόχρονη προσήλωση στις βαθύτερες προεκτάσεις των γεγονότων και του ψυχισμού του. Αλλά και η ίδια η φόρμα που επέλεξε, άφησε το πεδίο ελεύθερο στην ποιητική αφήγηση να ξεδιπλωθεί. Ο συγγραφέας απέφυγε να δώσει στο μυθιστόρημα ένα απόλυτο στίγμα ψυχογραφήματος, αν και το ψυχογράφημα του Χίτλερ είναι ένας από τους άξονες του. Ωστόσο τα ψυχογραφήματα , που τελευταία είναι μία από τις ιερές εμμονές του Βλαβιανού ο οποίος συχνά βάζει τον ίδιο του τον εαυτό στο «ντιβάνι της γραφής του», θα μπορούσε να είναι το θέμα μιας επόμενης συζήτησης.

Πότε γεννήθηκε η ιδέα να ασχοληθείτε με τον Χίτλερ και με ποια αφορμή;

Ήδη από τα χρόνια που σπούδαζα Ιστορία και Πολιτική Θεωρία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης  με προβλημάτιζε το «φαινόμενο Χίτλερ». Πώς αυτός, ένας ασήμαντος, ταπεινής καταγωγής και ελλιπούς μορφώσεως εμμονικός άνθρωπος, κατόρθωσε να σαγηνεύσει τόσο πολύ τους Γερμανούς, να τους συνεπάρει, να διεμβολίσει με την ευτελή ρητορεία του την πολιτική συνθήκη του καιρού του, να οδηγήσει μια χώρα στον πιο καταστροφικό για τους άλλους και την ίδια μονοπάτι και να αποτελέσει την προσωποποίηση του απόλυτου κακού.

Είχα την τύχη ως φοιτητής να παρακολουθήσω τις διαλέξεις δύο σπουδαίων ιστορικών που ήταν ειδικοί πάνω στα ζητήματα του Γ΄ Ράιχ, του Ναζισμού και του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και πιστεύω πως το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή να αρχίσω να μελετάω και την προσωπικότητα του Χίτλερ και τη φύση του καθεστώτος που εγκαθίδρυσε στη Γερμανία. Τον καιρό εκείνο βέβαια – μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του 80’−  ελάχιστοι ήταν οι αμετανόητοι νοσταλγοί του χιτλερικού καθεστώτος και σίγουρα δεν ανήκαν στους νέους, οι οποίοι τότε προσχωρούσαν κατά κύματα στον μαρξισμό και στις ποικίλες εκφάνσεις του.  

Οι μνήμες της ναζιστικής φρίκης και του πολέμου ήταν ακόμη ζωντανές και το βαθύ τραύμα που είχε προκαλέσει στη γερμανική κοινωνία ο Χίτλερ και ο ναζισμός ήταν νωπό. Έπρεπε να πέσει το Τείχος του Βερολίνου, να καταρρεύσει «ο υπαρκτός σοσιαλισμός», να αποχωρήσει από τη ζωή η γενιά που είχε γνωρίσει από πρώτο χέρι το αποτρόπαιο πρόσωπο του Τρίτου Ράιχ, προτού αρχίσουν  να προβάλλουν τα πρώτα σημάδια μιας αναβίωσης της ναζιστικής ιδεολογίας. Από φαντασίωση ελαχίστων περιθωριακών, ο ναζισμός άρχισε να γοητεύει περισσότερους, να διεκδικεί ευρύτερο ακροατήριο και, δυστυχώς, να το βρίσκει τόσο στην Ευρώπη όσο και στη χώρα μας στο πρόσωπο της ΧΑ. Και τότε, μια παλιά μου ιδέα πήρε σιγά σιγά σχήμα. Ως ιστορικός, είχα ασφαλώς επίγνωση ότι αυτή η απόλυτη μορφή πολιτικής κυριαρχίας την οποία είχε πετύχει ο Χίτλερ, μπορούσε να εξηγηθεί μάλλον με τη μελέτη της κοινωνίας επί της οποίας ασκήθηκε και έφτασε στο σημείο να τον θεοποιήσει σχεδόν, παρά με την ανάλυση της προσωπικότητάς του. η δαιμονική και χαρισματική, ωστόσο, υφή αυτής της προσωπικότητας −και η λέξη «χαρισματική»  δεν έχει ασφαλώς πάντα θετικό πρόσηείναιου χαρακτηριζόταν από απόλυτη κρυψίνοια και καχυποψία, παγερά αισθήματα και πλήθος εμμονές, με δελέασε να την ανασκάψω. Όπως σωστά έχει πει και ο πιο έγκυρος βιογράφος του Χίτλερ, ο ΊανΚέρσοου, «Ο Χίτλερ είναι ένα από τα ελάχιστα άτομα για τα οποία μπορεί κανείς να πει με απόλυτη βεβαιότητα: χωρίς αυτόν, η πορεία της Ιστορίας θα ήταν διαφορετική». Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε τι άφησε πίσω του ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος −το Ολοκαύτωμα είναι μόνο μία από τις τραγικότερες πτυχές του−  για να κατανοήσουμε το βάρος αυτής της διαπίστωσης.

Αφήσατε την ποιητική σας πλευρά στην άκρη για να γράψετε το μυθιστόρημα ή μήπως ιστορικός και ο ποιητής συναντώνται στο μυθιστόρημα αυτό αφού η φόρμα που επιλέξατε έχει μια λιτότητα που φλερτάρει με τον ποιητικό λόγο;

Νομίζω πως δώσατε μόνη σας την απάντηση με τον πιο περιεκτικό τρόπο. Η θητεία μου στην ποίηση (στον πυκνό και διαυγή λόγο της δηλαδή) με βοήθησε στη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου, το οποίο, όπως γνωρίζετε, έχει τη μορφή ημερολογίου. Άρα απαιτούσε από μένα προσεκτικό χειρισμό. Έπρεπε όχι μόνο να μελετήσω σε βάθος την προσωπικότητα του Χίτλερ, αλλά να φανταστώ και το ύφος με το οποίο θα έγραφε το ημερολόγιο. Αν κρίνουμε από το βιβλίο του Ο Αγών μου, δεν ήταν σπουδαίος συγγραφέας. Επομένως, επέλεξα ένα ύφος άμεσο και νευρώδες, που να αποτυπώνει τις σκέψεις του και τις συναισθηματικές του μεταπτώσεις, καθώς και τις εμμονές και τις φοβίες του.

Το χαρακτηρίζετε «μυθιστορηματικό ντοκουμέντο» και η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο, γεγονός που προσθέτει δύναμη στο κείμενο. Προσπαθήσατε να ταυτιστείτε με το ιστορικό πρόσωπο και αν ναι σε πιο βαθμό τα καταφέρατε και πως νιώσατε;

Όντως στον Πρόλογό μου γράφω πως αν μου ζητούσαν να δώσω έναν τίτλο στο υβριδικό είδος που προέκυψε στην πορεία, θα μπορούσα να το ονομάσω «μυθοπλαστικό ντοκουμέντο». Επέλεξα το ημερολογιακό είδος και την πρωτοπρόσωπη γραφή, θέλοντας να προσδώσω μεγαλύτερη ενάργεια στην φαντασιακή αναπαράσταση αυτού του επιτήδειου μνηστήρα της εξουσίας, που κατόρθωσε να την κατακτήσει, να την επεκτείνει και να την επιβάλει όχι μόνο στα πλήθη, τα οποία κατάφερνε να διεγείρει με τη δημαγωγία του, αλλά και σε ανθρώπους πολύ πιο ευφυείς και ικανούς από τον ίδιο, όπως για παράδειγμα, τον Μάρτιν Χάιντεγκερ και τον Καρλ Σμιτ.

Προσπάθησα να κατανοήσω την ιδιόμορφη προσωπικότητά του, έχοντας πάντα κατά νου τις στρεβλώσεις που είχαν εμφιλοχωρήσει σε πολλά μεταπολεμικά απομνημονεύματα και στις διάφορες, αναπόφευκτα υποκειμενικές, ανεκδοτολογικές αναφορές στο πρόσωπό του από άτομα του περιβάλλοντός του. Βασισμένος σε έγκυρες πηγές, επεδίωξα να ανασυστήσω τον χαρακτήρα του, δηλαδή όπως ήδη ανέφερα, τις εμμονές του, τις φοβίες του, τα πάθη του, τα μίση του, τα συμπλέγματά του, τις προκαταλήψεις του και, φυσικά, τις ιδέες του. Προφανώς «ταυτίστηκα» σ’ ένα βαθμό με το ιστορικό πρόσωπο του βιβλίου (αφού το βιβλίο αποτελεί ψυχογράφημα του Χίτλερ), αλλά όχι τόσο ώστε να αφήσω να φυτρώσει στο πρόσωπό μου το γνωστό μουστάκι του…

Από τις πρώτες σελίδες καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι επιχειρείτε μεταξύ άλλων ένα ιδιότυπο ψυχογράφημα το οποίο εμπεριέχει την φρικιαστική πλευρά του αλλά και τις ανθρώπινες στιγμές του. Σας προβλημάτισε η ισορροπία και ο κίνδυνος μήπως φανεί σε κάποιους αρκετά συμπαθητικός;

Ναι, με προβλημάτισε. Αλλά μην ξεχνάτε ότι ακόμη και ο μεγαλύτερος εγκληματίας έχει ανθρώπινες πλευρές. Γι’ αυτό άλλωστε μας τρομάζουν τόσο πολύ οι πράξεις του. Μπορεί κάλλιστα να είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Ο Χίτλερ, για παράδειγμα, ήταν φιλόζωος, αγαπούσε τα σκυλιά με πάθος και του άρεσε να φωτογραφίζεται με μικρά παιδιά. Αυτό δεν τον εμπόδισε να σχεδιάζει τον αφανισμό έξι εκατομμυρίων Εβραίων. Κάποιοι φίλοι μού είπαν ότι επειδή τον βάζω μέσα στη φυλακή να διαβάζει Γερμανούς φιλοσόφους, τον κάνω, όπως λέτε, να μοιάζει πιο συμπαθητικός.

Το θέμα όμως δεν είναι τι διάβαζε (γιατί όντως διάβαζε από μικρός πολύ), αλλά πώς διάβαζε. Εσείς και εγώ, αν, για παράδειγμα, διαβάζαμε Νίτσε ή Σοπενχάουερ, δεν θα στεκόμασταν στα σημεία που στάθηκε ο Χίτλερ. Δεν διάβαζε για απόλαυση, αλλά για να αλιεύσει οτιδήποτε μπορούσε να στηρίξει και να δώσει ένα «λούστρο» στην ήδη διαμορφωμένη (από τα χρόνια που ζούσε στη Βιέννη ως αποτυχημένος καλλιτέχνης) κοσμοαντίληψή του. Στο «ημερολόγιο» αυτό γίνεται σαφές. Ασφαλώς, πολλοί ηγέτες στην Ιστορία δεν είχαν πρωτότυπη σκέψη. Αυτό που κυρίως τους διέκρινε ήταν η βούληση για εξουσία και η ακλόνητη πίστη στον εαυτό τους και στην αποστολή τους. Ο Χίτλερ, αν και θεωρούσε τον εαυτό του σοβαρό πολιτικό στοχαστή, στην πραγματικότητα, όσα εκλάμβανε ως  «σκέψεις» και «αναλύσεις» του δεν ήταν παρά οι κοινότοπες και επηρμένες ιδέες ενός αρχομανούς, που δεν διέφεραν και πολύ από εκείνες που διατύπωναν διάφοροι αργόσχολοι εθνικιστές, ανάμεσα σε καπνούς από τσιγάρα και αναθυμιάσεις από αλκοόλ, στα καφενεία του Μονάχου, του Βερολίνου και της Βιέννης.

Ξεκινάτε από τον εγκλεισμό του Αδόλφου Χίτλερ στις φυλακές Λάντσμπεργκ και στο τέλος  τον παρακολουθούμε στον αδιάκοπο αγώνα να συντάξει το μανιφέστο του, το βιβλίο «Ο Αγών μου». Γιατί επιλέξατε αυτή την περίοδο και δεν συμπεριλάβατε την εποχή της πτώσης;

Γιατί το «Πραξικόπημα της Μπιραρίας» είναι αυτό που τον έκανε (λόγω και της δίκης που ακολούθησε) γνωστό σε όλη τη Γερμανία και του έδωσε την ευκαιρία να διεκδικήσει (με επιτυχία) την αρχηγία όλου του εθνικιστικού μετώπου. Επιπλέον, χρησιμοποίησε την περίοδο του εγκλεισμού του για να αποκρυσταλλώσει τις ιδέες του (μία από τις πρώτες δηλώσεις που έκανε όταν οδηγήθηκε στις Φυλακές του Λάντσμπεργκείναι «πως το κράτος του παρέχει τώρα δωρεάν παιδεία») και στη συνέχεια να τις αποτυπώσει στο διαβόητο βιβλίο του, τονΑγώνα μου  −τον πρώτο τόμο του οποίου άρχισε να γράφει στη φυλακή το καλοκαίρι του 1924 και ολοκλήρωσε λίγο πριν από την αποφυλάκισή του τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Να προσθέσω ότι, όπως αναφέρουν πολλές πηγές, στη φυλακή όντως κρατούσε ημερολόγιο, το οποίο στη συνέχεια χάθηκε. Θεώρησα λοιπόν πως αυτό το λογοτεχνικό είδος, η ανασύσταση δηλαδή του «χαμένου ημερολογίου», μου δίνει την ευκαιρία να διεισδύσω στην προσωπικότητα του Χίτλερ με πιο δραστικό και ουσιαστικό τρόπο. Φυσικά ο αναγνώστης θα κρίνει κατά πόσον το πέτυχα.

Το χιούμορ που χρησιμοποιείται άλλοτε υπογραμμίζει κι άλλοτε αποδομεί την εξουσιομανία του. Το χιούμορ και η λεπτή ειρωνεία, ήταν χαρακτηριστικά του Χίτλερ ή εξυπηρέτησαν τη δική σας αφήγηση;

Ο Χίτλερ δεν είχε χιούμορ. Έπαιρνε τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά. Στο βιβλίο ό,τι εσείς ονομάζετε χιούμορ προκύπτει μέσα από τις εγγραφές που φωτίζουν τις φοβίες και τα συμπλέγματά του. Ο ίδιος δεν θα γελούσε καθόλου πιστεύω, αν διάβαζε ότι φέρ’ ειπείν δεν αντέχει να βλέπει αίμα στα ούλα του, ή να μη χωράει άλλο στα ρούχα του από τα πολλά γλυκά που καταβρόχθιζε στο κελί του.

Έχετε απαντήσει στο ερώτημα πως ένας άνθρωπος με έναν νοσηρό ψυχισμό, πολύ μίσος κόμπλεξ και φόβο κατάφερε να σαγηνεύσει τόσο κόσμο  και να γράψει τις πιο μαύρες σελίδες της ιστορίας;

Θέλω να πιστεύω πως η απάντηση βρίσκεται στο βιβλίο μου. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ είναι προϊόν μιας συγκεκριμένης εποχής και μιας συγκεκριμένης χώρας. Η Γερμανία του καιρού του ούτε ισχυρή παράδοση στον κοινοβουλευτισμό είχε, όπως η Βρετανία, ούτε είχε επιλύσει το μείζον πρόβλημα της «θέσης» της στην Ευρώπη. Ενοποιήθηκε αργά, όταν στον υπόλοιπο κόσμο κυριαρχούσαν η Βρετανία, η Γαλλία και η Αμερική. Η αγωνία της να υπάρξει και να «μεγαλουργήσει» ευνοούσε τη λύση της επέκτασής της στην Κεντρική Ευρώπη, της κατάληψης όμορων εδαφών. Το είχε επιχειρήσει το 1914 και είχε αποτύχει. Θα το ξαναπροσπαθούσε ο Χίτλερ το 1939, θέτοντας σε εφαρμογή την ιδέα του περί αναζήτησης «ζωτικού χώρου» προς Aνατολάς, η οποία επίσης δεν ήταν καινοφανής.

Διαβάζοντας το βιβλίο, δεν μπορεί κανείς παρά να νιώσει μια ανησυχία για το σήμερα. Πόσο σας προβληματίζει η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη και το ενδεχόμενο επανάληψης της θηριωδίας;

Με προβληματίζει πολύ. Θεωρώ ότι σήμερα που ο εθνικισμός αναζωπυρώνεται επικίνδυνα, ο ρατσισμός εξαπλώνεται, η χειραγώγηση των μαζών επιχειρείται με όλα τα μέσα και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, μετά την έξοδο και της Βρετανίας, απειλείται με κατάρρευση, μια εκ νέου προσέγγιση του χιτλερικού φαινομένου είναι χρήσιμη και αναγκαία. Ο Χίτλερ, ένας πνευματικά ρηχός και συναισθηματικά ανάπηρος πρώην δεκανέας, επενδύοντας την αδηφάγο εγωμανία του στην εξουσία κατάφερε, σαγηνεύοντας με τη δημαγωγία του εκατομμύρια Γερμανούς, να αφήσει ανεξίτηλη την αιμοσταγή σφραγίδα του στον αιώνα που πέρασε. Δεν πρέπει ν’ αφήσουμε να υπάρξει άλλος Χίτλερ.

Αποσπάσματα από το βιβλίο

28 Δεκεµβρίου 1923

Είναι κορυφαίος ο Φίχτε! Χθες, καθώς ξεφύλλιζα πάλι τους Λόγους του, έπεσα πάνω στη µεγαλειώδη πρόταση: «Να αποκεφαλίσουµε όλους τους Εβραίους εν µιά νυκτί και να τοποθετήσουµε στους ώµους τους νέα κεφάλια που να µην περιέχουν την παραµικρή εβραϊκή ιδέα». Ο Καλιγούλας έλεγε πως θα ήθελε ο ρωµαϊκός λαός να έχει έναν και µόνο λαιµό για να µπορεί να τον κόψει µε µία κίνηση. Θα άρεσε αυτή η ιδέα στον Γιόχαν;

Ονειρεύτηκα τον Έκαρτ χθες. Ήµασταν µαζί και περπατούσαµε επί ώρα στον περίβολο των φυλακών, συζητώντας για τι άλλο; Για το µέλλον της Γερµανίας, για την πολιτική των προδοτών που µας κυβερνούν, και φυσικά για τα δικά µας επόµενα βήµατα. Με παρότρυνε να διαβάσω πάλι τα έργα του Ζόµπαρτ40 και του Φριτς41 για το εβραϊ­κό ζήτηµα, γιατί σε αυτό βρίσκεται η καρδιά του προβλήµατος. Συζητήσαµε επί µακρόν για την Πάλη των φυλών, έργο του Γκούµπλοβιτς42, ο οποίος, αν και Εβραίος, προφήτευσε τη σύγκρουση που αναπόφευκτα θα υπάρξει ανάµεσα στη δική µας φυλή και στη δική του. Πρόλαβε και πέθανε προτού γίνει µάρτυρας του αφανισµού της. Μου µίλησε και για τον Λε Μπον43, τον οποίο οµολογώ δεν είχα έως τότε ακουστά, και για τη σηµασία της χειραγώγησης των µαζών. Λίγο πριν χωρίσουµε, µου χάρισε

29 Δεκεµβρίου 1923

Ο πατέρας µου ήταν ένας αχρείος και ο πατέρας του, ο παππούς µου, ένας άγνωστος! Άλλοι λένε πως ήταν ο µυλωνάς του χωριού, άλλοι ο αδελφός του, που ήταν πιο ευκατάστατος. Κάποια βδελυρά υποκείµενα φτάνουν στο σηµείο να ισχυρίζονται κάτι τόσο σιχαµένο που δεν τολµώ καν να το σκεφτώ. Όλες οι αγαπηµένες γυναίκες της οικογένειάς µου –γιαγιά, µητέρα, εξαδέλφη– ήταν υπηρέτριες! Με τέτοιο παρελθόν πώς θα εµφανιστώ ενώπιον του λαού µου να διεκδικήσω την ψήφο του; Θα εµπιστευτούν έναν χωριάτη από την Αυστρία µε τόσο σκοτεινό και ασήµαντο παρελθόν; Πρέπει να επινοήσω έναν άλλο Χίτλερ, που να δικαιώνει αυτό το οποίο είµαι τώρα. Όλοι οι µεγάλοι άνδρες ξαναγράφουν το βιβλίο της ζωής τους. Με εξαίρεση τη µητέρα µου, δεν µου άξιζαν αυτοί οι πρόγονοι. Θα τους διαγράψω από όλα τα επίσηµα έγγραφα. Θα διαγράψω και από τον χάρτη το άθλιο αυτό χωριό που µε γέννησε.

Μία φορά πήγα σε µπορντέλο στη ζωή µου (πιο σωστά µε πήγαν, όταν ζούσα στη Βιέννη), και η πόρνη στο δωµάτιο που µε οδήγησαν ήταν Εβραία. Διόλου τυχαίο.

29 Μαΐου 1924

Αυτοί οι ηλίθιοι στο προαύλιο τραγουδούν δυνατά ύµνους του Κόµµατος και χτυπάνε τα πόδια τους στη γη λες και είναι ακόµη µέλη της Οµάδας Εφόδου. Δεν µπορώ να συγκεντρωθώ έτσι. Θα πω στον Χέµριχ να τους διατάξει να το βουλώσουν. Πώς είναι δυνατόν ένας αρχιφύλακας να επιτρέπει τέτοιο πανδαιµόνιο; Αν θέλουν να χαλαρώσουν, ας κάνουν µονόζυγο ή ας τρέξουν γύρω από το κτίριο ώσπου να πέσουν ξεροί. Είχα διαβάσει κάπου πως τα παράθυρα του γραφείου του Καντ έβλεπαν σε έναν µακρύ κήπο που συνόρευε µε τον περίβολο των φυλακών της πόλης. Το καλοκαίρι άκουγε τη χορωδία των φυλακών να κάνει πρόβες στην αυλή. Οι φάλτσες φωνές των κρατουµένων τον ενοχλούσαν τόσο που απαίτησε από τις Αρχές οι πρόβες να γίνονται σε χώρο µε κλειστά παράθυρα και sotto voce. Έγραψε την Κριτική της κριτικής δύναµης σε συνθήκες απόλυτης σιωπής. Αυτό απαιτώ και εγώ! Απόλυτη σιωπή! Το βιβλίο που θα αρχίσω να γράφω –ίσως και από αύριο– δεν θα είναι κατώτερο του φιλοσόφου µας! Καταλήγω στον τίτλο που είχα αρχικά σκεφτεί: Τεσσεράµισι χρόνια αγώνα ενάντια στο ψέµα, στη βλακεία και στη δειλία.

Η ιδέα να γράψω την αυτοβιογραφία µου ήταν του Μαξ. Πιστεύει πως µετά τον σάλο που δηµιούργησε η δίκη, ένα τέτοιο βιβλίο θα έχει µεγάλη απήχηση στο γερµανικό κοινό και πως οφείλω να εξηγήσω στον λαό µας την κο­σµοθεω­ρία µου και τα οράµατα του Κόµµατός µας. Προφανώς, θέλει να επωφεληθεί και ο ίδιος ως εκδότης, αλλά αυτό λίγο µε ενδιαφέρει. Σηµασία έχει τι θα πω και πώς θα το διατυπώσω. Η Βίνιφρεντ µου έχει στείλει µια γραφοµηχανή και µπόλικο χαρτί. Θα ζητήσω από τον Εµίλ να γίνει ο προσωπικός γραµµατέας µου και να δακτυλογραφεί αυτός όσα θα του υπαγορεύω. Μετά, µπορεί να κάνει ο Ρούντολφ την τελική επιµέλεια και επεξεργασία. Ο προφορικός λόγος µου είναι πολύ οργανωµένος και δεν νοµίζω πως θα έχουµε πρόβληµα. Το βασικό είναι τώρα να οργανώσω το υλικό µου και, κυρίως, να αποφασίσω τι θα πω και τι θα παραλείψω. Προπαντός όσα αφορούν την οικογένειά µου και ειδικά τον πατέρα µου. Και βέβαια, δεν έχω σκοπό να µιλήσω, όπως θα ήθελε ο Μαξ, για το παρασκήνιο του πραξικοπήµατος. Ό,τι ήταν να πω το είπα στη δίκη. Το θέµα το κάλυψαν επαρκώς οι εφηµερίδες, οι οποίες δεν ήταν τόσο εχθρικές όσο περίµενα. Το βιβλίο πρέπει να εστιάσει στα βασικά ζητήµατα που αφορούν τη δική µου πορεία και αντίληψη του κόσµου και όσα οφείλει να πράξει το Κόµµα για να αφυπνίσει τους Γερµανούς και να σώσει τη χώρα. Έχω ήδη καταστρώσει στο µυαλό µου το πρώτο σχέδιο. Ανυποµονώ να αρχίσω.

Μόλις ολοκληρώνω κάποια κεφάλαια, θα τα διαβάζω στους υπόλοιπους φυλακισµένους, ίσως την ώρα του γεύµατος ή της βραδινής ανάπαυσης, ώστε να µάθουν από εµένα κάποια ωφέλιµα πράγµατα και να µη χάνουν τις ώρες τους παίζοντας µόνο χαρτιά και µεθοκοπώντας. Θα τους κάνω να αποκτήσουν στοιχειώδη πολιτική σκέψη θέλουν-δεν θέλουν.

21 Νοεµβρίου 1924

Αργά χθες το βράδυ, άρχισα να διαβάζω το βιβλίο του Νίτσε. Άρχισα από το τέλος και από το δοκίµιο «Αγών Οµήρου». Για προφανείς λόγους, ο τίτλος του µε τράβηξε αµέσως. Διάβασα όµως µόνο τις δύο πρώτες σελίδες, γιατί έκλειναν τα µάτια µου. Αλλά τι σελίδες, Θεέ µου! Τις αντιγράφω σήµερα εδώ για να τις έχω για µελλοντική χρήση:

«Οι Έλληνες, λοιπόν, ο πιο “ανθρώπινος” λαός της Αρχαιότητας, χαρακτηρίζονται από µια ιδιάζουσα βαναυσότητα, έναν πόθο “τίγρης” για καταστροφή. Τούτο ήταν γνώρισµα και της επί το βαρβαρικότερον µεγεθυσµένης έκφανσης του Έλληνα, του Μεγάλου Αλεξάνδρου – µα µπροστά σε όλα αυτά εµείς, που µελετάµε την ιστορία και τη µυθολογία τους µε γνώµονα την εκθηλυµένη αντίληψη του σύγχρονου ανθρωπισµού, τροµάζουµε… Ας θυµηθούµε απλώς τη σκηνή όπου ο Αλέξανδρος τρυπά τα πόδια του Βάτη, του γενναίου υπερασπιστή της Γάζας, τον δένει στην άµαξά του ζωντανό, και τον σέρνει στο χώµα, µε όλους τους στρατιώτες τριγύρω να χλευάζουν – µια ανατριχιαστική καρικατούρα του Αχιλλέα, που και αυτός έτσι περίπου κακοποίησε το κουφάρι του Έκτορα… Μήπως ετούτες οι εικόνες δεν έχουν κάτι το προσβλητικό και αποκρουστικό για εµάς; Εδώ κοιτάµε κατάµατα την άβυσσο του µίσους!

13 Σεπτεµβρίου 1924

Όποτε σκέφτοµαι τα παιδικά µου χρόνια, νιώθω ναυτία. Ο πατέρας µου, αυτός ο φρικτός τύραννος, κρατούσε για χρόνια εµένα και τη µητέρα µου φυλακισµένους µέσα στο ίδιο µας το σπίτι. Μεγαλύτερη ελευθερία νιώθω εδώ από ό,τι ένιωθα στο δωµάτιό µου. Αν είχε πεθάνει νωρίτερα, πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή µου. Ίσως και η µητέρα µου να µην είχε αρρωστήσει. Αυτός φταίει, που τη βασάνιζε καθηµερινά. Και το κάθαρµα, ο Εβραίος γιατρός, που δεν έκανε τίποτα για να τη σώσει. Δεν ξέρω ποιον από τους δύο µισώ περισσότερο.

19 Δεκεµβρίου 1924

Η πιο ευτυχισµένη ηµέρα της ζωής µου! Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τελεσίδικα τις ενστάσεις του Στένγκλάιν!!! Αύριο αποφυλακίζοµαι. Αύριο αρχίζει ο πραγµατικός Αγών µου!

* Φωτογραφία του Τάκη Σπυρόπουλου