[…] τα ζώα υπήρξαν από παλιά  μέρος της ζωής μου, και όχι μόνο είχαν σημαντικό ρόλο στη θεματολογία του έργου μου, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, συμμετείχαν και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου […] Ο πεζογράφος, ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας, τεχνοκριτικός και ανθολόγος Περικλής Σφυρίδης, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική πορεία της συγγραφής -από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- τού βιβλίου του  Ζωοφιλικά, εκδόσεις Εστία.

"Τα ζώα με τα οποία διασταυρώθηκε η ζωή μου υπήρξαν πολλά, με πρώτο έναν κόκορα που ο πατέρας μου με πήρε να σφάξουμε μαζί όταν ήμουν τριών χρονών, γιατί στον προσφυγικό συνοικισμό Τόπαλτι (τώρα συνοικία Ροδοχώρι του Δήμου Συκεών Θεσσαλονίκης) έπαιζα με τη γειτονοπούλα μας, την Έλλη, με μια κούκλα, που μου είχε χαρίσει η γιαγιά μου Αγγελική (τη θεωρώ δεύτερη μάνα μου, γιατί αυτή με μεγάλωσε) και τη λέγαμε Αγγελικούλα, επειδή η πρώτη αδελφή μου, που θα την βαπτίζαμε Αγγελική, γεννήθηκε νεκρή κι εγώ έκλαιγα και ζητούσα να έρθει στο σπίτι μας (η αδελφή μου η Αγγελική, πρωταγωνίστρια του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματός μου Μεταμόσχευση νεφρού, με το όνομα Αγνή, γεννήθηκε αργότερα στο τέλος της Γερμανικής Κατοχής).
 
Η γιαγιά μου, λοιπόν, για να με καθησυχάσει, μού αγόρασε την κούκλα. Ο παλιοελλαδίτης όμως πατέρας μου, βλέποντας ότι δεν έπαιζα με τα άλλα αγόρια του δρόμου, αλλά συνέχεια με την Έλλη και την κούκλα μου, φοβήθηκε μήπως κινδύνευα να χάσω την ταυτότητα του φύλου μου και μ’ έβαλε να σφάξω τον κόκορα για να γίνω άντρας.
 
Είναι περίεργο το πώς αυτή η τραυματική εμπειρία των παιδικών μου χρόνων έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη μου και ύστερα από εξήντα και κάτι χρόνια αναβίωσε – μάλλον δημιούργησε –  στο διήγημά μου «Πώς έγινα άντρας» (στη συλλογή Εσωτερική υπόθεση, Καστανιώτης 2002∙ δεν συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο, γιατί το διήγημα δεν είναι αμιγώς ζωοφιλικό).
 
Εκτός από τον κόκορα αυτόν, πολλά άλλα ζώα ήρθαν στη ζωή μου, είτε απευθείας (κυρίως τα πέντε σκυλιά που μεγαλώσαμε σαν παιδιά μας μέσα στο σπίτι), είτε εμμέσως, μέσα από τη γνωριμία και φιλία μου με ανθρώπους του λογοτεχνικού, καλλιτεχνικού και ιατρικού περιβάλλοντός μου, και από το 1994 και μετά, που συνταξιοδοτήθηκα και μένω τον μισό και πλέον χρόνο στη Σκύρο, με τη γνωριμία μου με απλούς ανθρώπους του νησιού, που πολλοί όμως είναι σκληροί με τα ζώα, με εξαίρεση τον επιστήθιο φίλο μου καπεταν-Θόδωρο Ευσταθίου, του οποίου η ζωοφιλία είναι απίστευτα συγκινητική (για γάτες, σκυλιά, ακόμα και για τις κατσίκες του και τα τραγάκια που γεννούσαν)∙ γι’ αυτό, και με το πραγματικό του μάλιστα όνομα, είναι το κεντρικό πρόσωπο σε πολλά διηγήματά μου.

Το βιβλίο Ζωοφιλικά. Μαρτυρία και δώδεκα διηγήματα (Εστία, 2014) αποτελείται από τρία μέρη: τη μαρτυρία, την οποία  τιτλοφόρησα «Πώς μέσα από τα ζώα γνώρισα τους ανθρώπους», ένα ένθετο με 56 φωτογραφίες που τεκμηριώνουν ότι τα όσα εξιστορώ αποτελούν πραγματικά γεγονότα.

Στο τρίτο μέρος η κ. Σωτηρία Σταυρακοπούλου που επιμελήθηκε τον τόμο, επέλεξε δώδεκα «καθαρόαιμα» ζωοφιλικά διηγήματα που έχω κατά καιρούς δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά και παλαιότερες συλλογές διηγημάτων μου.
 
Μιλώ για «καθαρόαιμα» ζωοφιλικά, γιατί διάφορα ζώα, από πετεινούς μέχρι γάτες, διαδραματίζουν κάποιο ρόλο και σε άλλα διηγήματά μου, αλλά δεν είναι οι πρωταγωνιστές.
 
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνει η μαρτυρία (170 σελίδες) που δημοσιεύεται για πρώτη φορά.
 
Αν τώρα επισημάνουμε ότι στην πρώτη εμφάνισή μου ως πεζογράφος το 1977 με τη συλλογή διηγημάτων Η αφίσα υπάρχει και το ζωοφιλικό διήγημά «Το άλογο», γίνεται αντιληπτό πως τα ζώα υπήρξαν από παλιά  μέρος της ζωής μου, και όχι μόνο είχαν σημαντικό ρόλο στη θεματολογία του έργου μου, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, συμμετείχαν και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου.
 
          Το πρώτο ζωοφιλικό διήγημα που δημοσίευσα είναι «Το άλογο». Γιατί αυτό; Διότι μόνο στη Σκύρο, την ιδιαίτερη πατρίδα του πατέρα  μου (και δεύτερη δική μου μετά τη Θεσσαλονίκη), υπάρχει μια φυλή μικρόσωμων αλόγων, τα γνωστά σκυριανά αλογάκια. Πρόκειται για μινιατούρες κανονικών αλόγων κι όχι σαν τα άλλα τα κοντόχοντρα σκωτσέζικα πόνεϊ. Λένε ότι η σκούφια τους κρατάει από την αρχαιότητα, αν κρίνουμε από το γεγονός πως οι ιππείς στις μετόπες του Παρθενώνα  καβαλάνε παρόμοια ιππάρια, αφού τα πόδια τους ακουμπάνε στο έδαφος.
 
Φαίνεται ότι με τα χρόνια θέλησαν να βελτιώσουν τις ελληνικές φυλές αλόγων, να τα κάνουν πιο μεγάλα και δυνατά, και μόνο στη Σκύρο παρέμεινε η συγκεκριμένη φυλή των αλόγων ως είδος προς εξαφάνιση. Κι αυτό γιατί παλιότερα τα σκυριανά αλογάκια τα χρησιμοποιούσαν στο αλώνισμα και σ’ άλλες αγροτικές δουλειές.
 
Όταν όμως εμφανίστηκαν οι μπατόζες και στη Σκύρο, και πιάσανε δουλειά στο θέρισμα και το αλώνισμα, τα σκυριανά αλογάκια βγήκαν στην ανεργία και τα αφεντικά τους, που δεν ήθελαν ή αδυνατούσαν να τα ταΐζουν, τα πήγαιναν στο Βουνό (στο νότιο ορεινό μέρος του νησιού), όπου αυτά προσπαθούσαν να επιβιώσουν σε ημιάγρια κατάσταση, όπως τα κατσίκια.
 
Σιγά σιγά άρχισαν να τα εξοντώνουν η πείνα και το κρύο.  Ακόμα και τώρα υπάρχουν στο Βουνό κάποιες μικρές αγέλες, κοντά στο οροπέδιο Άρης, και τους φίλους που με επισκέπτονται το καλοκαίρι στο νησί και θέλουν να δούνε σκυριανά αλογάκια, όχι σε κάποιους περιφραγμένους χώρους που τώρα υπάρχουν, αλλά άγρια και ελεύθερα να καλπάζουν στο ορεινό αυτό λιβάδι ή στα γύρω ρουμάνια – μια εμπειρία αξέχαστης ομορφιάς – τους πάω στο Βουνό, κι αν είναι τυχεροί και τα ανταμώσουμε, τα απαθανατίζουν με φωτογραφίες.

          Η πρώτη μου ανάμνηση από τα σκυριανά αυτά αλογάκια πάει πολύ πίσω στην παιδική μου ηλικία, όταν η θεία μου Πίτσα, η πρώτη από τις αδελφές του πατέρα μου, που έμεινε ανύπαντρη και αφοσιώθηκε στο επάγγελμά της, μαθαίνοντας γράμματα σε τρεις τουλάχιστον γενιές Σκυριανών, με πήρε και πήγαμε σε ένα ύψωμα, γνωστό ως οι «Κατούνες», πάνω από τον κάμπο του Τραχιού, που για αιώνες ήταν ο σιτοβολώνας του νησιού, πριν απαλλοτριωθεί το μεγαλύτερο μέρος του για να γίνει το στρατιωτικό αεροδρόμιο της Σκύρου.
 
Εκεί, στις «Κατούνες», είχαν τη μάντρα τους οι Μαυρογιώργηδες – ακόμα την έχουν τα παιδιά και τώρα τα εγγόνια τους – πήγα με την θείτσα Πίτσα (έτσι την έλεγα) για να διαλέξουμε τυριά.
 
Συμπτωματικά εκείνη τη μέρα οι Μαυρογιώργηδες αλώνιζαν, με τα σκυριανά αλογάκια να στριφογυρίζουν ακούραστα μέσα σ’ ένα αλωνάκι μπροστά από τη μάντρα τους, και μ’ έβαλαν πάνω σ’ εκείνο το ειδικό ξύλινο εργαλείο, κάτι – θυμάμαι – σαν μικρή επίπεδη σκάφη, να φέρνω βόλτες μαζί με τα αλογάκια.
 
Αυτή η εμπειρία χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη μου και ήταν η απαρχή να συνδεθεί η ζωή μου με τα σκυριανά αλογάκια.
 
Τώρα δεν θα αναφέρω τι αγώνα δώσανε ορισμένοι, με πρωταγωνιστή τον ξάδελφό μου Ντίνο Μαρουδή (για χρόνια υπήρξε ο μοναδικός δικηγόρος στο νησί), διοργανώνοντας ιππικούς αγώνες στον Γυαλό πάνω στο κύμα,  με αναβάτες παιδιά (στη φωτογραφία του εξωφύλλου στο βιβλίου μου, το ξανθό παιδί που τρέχει μ’ ένα άσπρο αλογάκι δίπλα στη θάλασσα είναι ο γιος μου Γιώργος), ή γιορτές στην πλατεία του Χωριού (δεν το λέμε στη Σκύρο Χώρα) με τους μικρούς αναβάτες να φορούν τσομπάνικες σκυριανές φορεσιές∙ μακρύς και επίπονος ο αγώνας για τη σωτηρία τους (τώρα και με προγράμματα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που χάρη στο τέρας της ελληνικής γραφειοκρατίας με δυσκολία υλοποιούνται).

Όλα αυτά που αναλυτικά εξιστορώ στη μαρτυρία του πρώτου μέρους του βιβλίου μου δεν έχουν σχέση με το διήγημά μου «Το άλογο».

Αφορμή για τη συγγραφή του διηγήματος αυτού υπήρξε μια τραυματική εμπειρία μου, όταν από τον Ιππικό Όμιλο Θεσσαλονίκης μού ζήτησαν να φέρω από τη Σκύρο τρία μικρά αλογάκια για να μαθαίνουν ιππασία τα παιδιά.
 
Η εμπειρία αυτή συνέπεσε και συνδέθηκε και με τον θάνατο ενός ερωτικού δεσμού. Τα οδυνηρά βιώματα των δύο παραπάνω περιστατικών ήταν το έναυσμα για να γράψω το πρώτο ζωοφιλικό μου διήγημα. Βέβαια, την εποχή εκείνη δεν είχα κατασταλάξει στη διαμόρφωση του προσωπικού συγγραφικού μου ύφους. Έτσι στο διήγημα αυτό  ακολουθώ μοντερνιστικά πρότυπα.  
 
Χαρακτηρίζεται από ποιητική ατμόσφαιρα, αλληγορία και υπονοούμενα. Αυτός είναι ο λόγος που  δεν το έχω συμπεριλάβει σε καμιά μεταγενέστερη συγκεντρωτική έκδοση διηγημάτων μου, αφού από το 1978 και μετά, ασπάστηκα τον εξομολογητικό ρεαλισμό των πεζογράφων του «κύκλου της Διαγωνίου», που επέβαλε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ως διευθυντής του περιοδικού και των εκδόσεων «Διαγωνίου».
 
Ο Αλέξης Ζήρας όμως, που επιμελήθηκε την Επιτομή των Διηγημάτων [μου] 1977-2002 (Καστανιώτης, 2005) το έβαλε πρώτο πρώτο στην τρίτη ενότητα του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Ιστορίες με ζώα», γιατί, όπως μου είπε, του αρέσει πολύ.
         
Με παρόμοιο τρόπο είναι γραμμένα και τα άλλα διηγήματα του τόμου: το τραυματικό βίωμα από τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου που κάποτε υπήρξε, κάτω από διάφορες και διαφορετικές συνθήκες, «κομμάτι» της ζωής μου (εκτός από τον φυσικό θάνατο, το τέλος ενός έντονα βιωμένου συναισθηματικού δεσμού είναι κι αυτό ένας «μικρός» θάνατος) ή ενός ζώου ή και τα δυο μαζί  (ενίοτε μάλιστα συγχρόνως), δημιούργησαν τα διηγήματα αυτά που ο Ζήρας σε κριτική του είπε ότι «συγκροτούν μια μαθητεία προσωπική πάνω στα μεγάλα θέματα της ζωής και του θανάτου».
 
Κι ακόμα ο Παν. Μουλλάς έγραψε πως «πρόκειται ουσιαστικά για ιστορίες θανάτου, που προκαλούν, όπως είναι φυσικό, βαθύτατη θλίψη. Ζώα που πεθαίνουν. Άνθρωποι που πεθαίνουν. Ο συγγραφέας δεν διαχωρίζει τα ζώα από τους ανθρώπους: ο κοινός τους θάνατος προκαλεί κοινά αισθήματα, χωρίς διαβαθμίσεις και ιεραρχίες. Αν στον Ροΐδη η ζωοφιλία αποτελεί έκφραση διαφοράς (θυμίζω ότι έχει ερμηνευθεί ως αντίθεση προς τη μισανθρωπία του), εδώ εκδηλώνεται ως εξομοίωση μέσω του πόνου».
 
Επίσης, η Μ. Θεοδοσοπούλου επισημαίνει ότι ο συγγραφέας με την υπέρμετρη φροντίδα για τα δικά του ή και ξένα ακόμα ζώα «εξορκίζει ενοχές για την στοργή που δεν πρόλαβε να προσφέρει στους δικούς του ανθρώπους, ενώ, σε κάποιες περιπτώσεις, δίνει διέξοδο στην τρυφερότητα που δεν βρίσκει αλλού υποδοχή».

Οι τόποι όπου διαδραματίζονται οι ζωοφιλικές μου ιστορίες είναι δύο:

  • ο αστικός (της Θεσσαλονίκης) με τους διανοούμενους και άλλους κύκλους του επαγγελματικού και οικογενειακού  μου περιβάλλοντος (αρχικά)
  • και ο λαϊκός με τον κόσμο του νησιού (Σκύρος),  τους ψαράδες και τους τσομπάνηδες.

Ο χρόνος συγγραφής τους δεν συμπίπτει με την περίοδο της συγγραφικής μου δημιουργίας, αλλά αφορά όλη μου τη ζωή από τα παιδικά μου χρόνια μέχρι σήμερα, γιατί ένα διήγημα, πριν πάρει την άγουσα για το τυπογραφείο, μπορεί να κυοφορείται στη μνήμη χρόνια ολόκληρα.
 
          Η μαρτυρία «Πώς μέσα από τα ζώα γνώρισα τους ανθρώπους» του πρώτου μέρους ανήκει στη μεγάλη αφηγηματική φόρμα. Είναι γραμμένη με την τεχνοτροπία της ρεαλιστικής συνειρμικής εξιστόρησης.
 
Η κ. Σταυρακοπούλου στην εισαγωγή της επισημαίνει πως είναι «γραμμένη με το λογοτεχνικό “μεράκι” που χαρακτηρίζει τον συγγραφέα και αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, το corpus των πραγματολογικών στοιχείων, μέσα από το οποία “ξεπήδησαν” τα ζωοφιλικά διηγήματα, γι’ αυτό και περίτεχνα ενσωματώνει μέσα στο κείμενο της μαρτυρίας αυτής αποσπάσματα των διηγημάτων του, για να φανεί το “δέσιμο” ανάμεσα στη ζωή και την βιωματική έως αυτοβιογραφική λογοτεχνία».
 
Η μαρτυρία αυτή, βέβαια, δεν αφορά μόνο τα ζώα, αλλά και τη σχέση μου με ποικίλους όσους ανθρώπους υπήρξαν φιλόζωοι, γι’ αυτό επεκτείνεται και σε περιστατικά της ζωής τους που φανερώνουν λεπτομέρειες από τη ζωή και τον χαρακτήρα τους, που είναι άγνωστες στο ευρύ κοινό.
 
Κι ακόμα, δεν περιορίζομαι στην εξιστόρηση των περιστατικών, αλλά προχωρώ και σε σχολιασμό, πολλές φορές επικριτικό, της συμπεριφοράς τους, χωρίς να εξαιρώ και μέλη της οικογένειάς μου και φυσικά ούτε τον εαυτό μου.
 
Κι αυτά πάντα με χιούμορ, μέσα στο οποίο υποφώσκει η αγάπη, και με αυτοσαρκασμό, όταν αναφέρομαι σε δικά μου καμώματα.
 
Ανελέητος γίνομαι μόνο σ’ αυτούς που βασανίζουν τα ανυπεράσπιστα ζώα ή και τα μισούν ακόμα και θέλουν να τα εξοντώσουν για ιδιοτελείς σκοπούς.
 
Πολύ χάρηκα όταν στην Καθημερινή της 2ας Μαρτίου 2014 διάβασα ότι, σύμφωνα με ένα πρόσφατο νόμο για τα ζώα, το πρωτοδικείο των Σερρών καταδίκασε, ύστερα από μήνυση ενός φιλοζωικού σωματείου της περιοχής, κάποιον κάτοικο της Κάτω Καμήλας του νομού σ’ ένα χρόνο φυλακή χωρίς αναστολή και σε χρηματικό πρόστιμο 5.000.
 
Ε, διότι επί τέσσερις περίπου ώρες έσερνε σε κοινή θέα τον δεμένο σκύλο του πίσω από τη μοτοσικλέτα του για να τον τιμωρήσει! Επιτέλους κάτι αλλάζει και στον τόπο μας, σκέφτηκα.
 
Οι άνθρωποι που αγαπούν και φροντίζουν τα ζώα από τη μια μεριά και οι άλλοι που τα εκμεταλλεύονται και τα βασανίζουν από τη άλλη, δεν αποτελούν τη σύγκρουση δύο νοοτροπιών, αλλά – κατά τη άποψή μου –  πρόκειται για μια βαθύτερη αντιπαράθεση αισθημάτων και αισθήσεων δύο διαφορετικών κόσμων που, σε τελική ανάλυση, καθορίζει και το επίπεδο πολιτισμού του λαού μας.-"
 

Ζωοφιλικά
Μια μαρτυρία και δώδεκα διηγήματα
Περικλής Σφυρίδης
Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2014