«Στις σημερινές συνθήκες», γράφει ο Γιάννης Ψυχοπαίδης, «προγραμματισμένου διανοητικού ευνουχισμού και βομβαρδισμού με πνευματικά απορρίμματα, θα ’ταν καλό η αγωνία της τέχνης να είναι η αγωνία ενός αγωνιστή κι όχι ενός αναχωρητή. Και η αγωνία ενός καλλιτέχνη συνυπεύθυνου συνοδοιπόρου και συναυτουργού είναι να αναζητά τη σταθερή συνάφεια του καλλιτεχνικού έργου με τον ζωντανό κόσμο και την ηθική, κοινωνική και πολιτική του έκφραση».

Έτσι και η δεύτερη ποιητική συλλογή του Ιωάννη Παπουτσάκη, «εξόριστα καλοκαίρια» (βακχικόν, 2017) αγκαλιάζει τα βάσανα της κοινωνία μέσα από τις εμπειρικές παραστάσεις και το βίωμα και τα στιχουργεί.

Η ποιητική του Παπουτσάκη είναι κοινωνιοϋπαρξιακή. Εκφράζει μία αγωνία για το μέλλον της κοινωνίας, μόλο που δεν φτάνει στην αναζήτηση κάποιας ουτοπίας. Τα διαλυμένα όνειρα (κύματα, εχθρικός χειμώνας, αφιλόξενες πολιτείες, το βαλς των αναμνήσεων, επιστροφή, σφαίρες) και η ανατροπή των ελπίδων βρίσκονται στο ποιητικό του ενδιαφέρον. Στοχάζεται για τις ανατροπές της ζωής (επιστροφή) και τη μετανάστευση (η θάλασσα της λησμονιάς). Την ίδια όμως στιγμή με κριτική διάθεση παρατηρεί την πολιτική σκηνή και σχολιάζει με οργή κι απογοήτευση για τις επιλογές που έπνιξαν την κοινωνία.

Ωστόσο, το σκοτεινό συναισθηματικά (αφιλόξενες πολιτείες, ήτανε μια χώρα, εχθρικός χειμώνας, σεργιάνι, το βαλς των αναμνήσεων) κοινωνικό τοπίο από την αισιοδοξία του δημιουργού για τη νέα γενιά (περήφανα δέντρα, χρέος, παιδικές φωνές, αναπολήσεις). Τα παιδιά, εξάλλου, στην ποιητική του λειτουργούν ως σύμβολο του μέλλοντος του ίδιου και της αθωότητας.

Ταυτόχρονα, όμως, προάγει την αγωνιστική διάθεση (σχολείο, χρέος, τα μεγάλο όχι) για την κατάκτηση του ονείρου ως φωτεινό μονοπάτι γεμάτο οπτιμιστική διάθεση κι υπερηφάνεια (περήφανα δέντρα, με χαμόγελα και τραγούδια) απέναντι σε όσους επιβουλεύονται το φως. Μπροστά στη μοιρολατρία αντιτάσσει τον αθώο, γεμάτο διάθεση να παλέψει για τη ζωή, άνθρωπο (άγριοι τόποι). Από τη μνήμη αντλεί δύναμη για την αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής (επιστροφή, σεργιάνι, οι φίλοι οι παλιοί). Οι ήρωες για τον Παπουτσάκη είναι οι αγωνιστές της ζωής που κάνουν το βάσανο τραγούδι (κάποιοι άνθρωποι, με χαμόγελα και τραγούδια) αν και συχνά τούτα γίνονται μοιρολόγια (ήτανε μια χώρα).

Μολονότι φλερτάρει με το ποιητικότροπο ρητορικό ύφος (με χαμόγελα και τραγούδια, το μπόι της λεβεντιάς, ήτανε μια χώρα, αετοί, οι φίλοι οι παλιοί, άγιοι τόποι, ανατολή) εντούτοις ο δημιουργός με την αυθεντικότητα των βιωμένων συναισθημάτων ελέγχει το στοχαστικό υλικό και διατηρεί τον στιχουργικό ρυθμό με προσοχή στη συναισθηματική ένταση των συνθέσεων. Άλλωστε, το πολιτικό και το κοινωνικό ισορροπούν θεματικά με το υπαρξιακό υλικό (ανατολή, αφιλόξενες πολιτείες, επιστροφή, το βαλς των αναμνήσεων, κερί).

Το συχνό α’  πληθυντικό πρόσωπο εκφράζει ένα συλλογικό υποκείμενο, με κοινές επιδιώξεις και οράματα. Ιχνογραφεί όμως και το πολυπρόσωπο καναβάτσο του. και μέσα στο πληθυντικό υποκείμενο το πρωτοενικό, που ταυτίζεται με τον ποιητή, αποτυπώνει την ατομική εμπειρία κι αγωνία.

Με τη φυσικότητα της καθημερινής έκφρασης εμπλουτισμένης με λίγες παρομοιώσεις και ένα ανεπιτήδευτο ύφος στοχάζεται για τις αξίες της ζωής (το μπόι της λεβεντιάς, μια καρδιά, οι φίλοι οι παλιοί, σχολείο, άγιοι τόποι) και τα μαχαιρώματα (ανατολή). Ωστόσο, μέσα στον αντιποιητικό λόγο, δόσεις ελεγχόμενου λυρισμού φέρνουν μία στιχουργική και συναισθηματική ισορροπία (η θάλασσα της λησμονιάς, ηλιοτρόπια, αφιλόξενες πολιτείες, εξόριστα καλοκαίρια, μνήμη, κύματα, τελευταίος χορός).

Η εικονοποιία του διακρίνεται από μία μελαγχολική διάθεση (σεργιάνι, το βαλς των αναμνήσεων, χρέος, παιδικές φωνές, κάποιοι άνθρωποι). Η λιτή προφορικότητα όμως επιτρέπει την ανάδυση κινηματογραφικών εικόνων. Το κάδρο του είναι πολυάνθρωπο και γεμάτο κίνηση και ήχους σε ανοιχτούς χώρους αισθητοποιώντας την εξωστρέφεια της στιχουργική του.

Χαρακτηριστικό δε σημείο της αισιοδοξίας του είναι η εικαστική τοποθέτηση του ήλιου/φωτός στο στίχο του (περήφανα δέντρα, τα μεγάλα όχι, παιδικές φωνές, επιστροφή, οι φίλοι οι παλιοί, μια καρδιά) που συχνά είναι και ο ίδιος ο προορισμός (σχολείο). Έτσι το φως/ήλιος αποκτούν μία μεταφυσική ενέργεια, καθώς συνδέεται με την προ κρίσης κοινωνική ευημερία και άλλοτε με το φως του χαμόγελου. Γενικότερα βέβαια το φως αποτελεί έναν εύληπτο λυρικό συμβολισμό στην ποιητική του, αν και ο δημιουργός χρησιμοποιεί το σύμβολο κάπως μονότονα και κοινότυπα.

Με την ίδια συμβολική –μα διόλου πρωτότυπη– διάθεση χρησιμοποιεί και τον χειμώνα (χειμωνιάζει, άνεμος αντάρτης, παιδικές φωνές, στη δύση, παγωμένα σούρουπα, λευκά όνειρα, αφιλόξενες πολιτείες) ή το φθινόπωρο (άγονη γραμμή) και την απουσία του φωτός (σεργιάνι, εχθρικός χειμώνας, σύννεφα, χειμωνιάζει), ενώ στον αισιόδοξο αντίποδα στέκεται ο συμβολισμός της άνοιξης (ηλιοτρόπια, βάρδιες, άγονη γραμμή, χιόνια και χρόνια) και του καλοκαιριού.

«Στους πάντα δύσκολους καιρούς είναι ζωτική ανάγκη να διαφυλάξει η τέχνη  ένα καθεστώς ετοιμότητας, πνευματικής αφύπνισης και κριτικού νου». Σε έναν κόσμο ρητορείας, γεμάτης στερεότυπα και επίδειξη επιφανειακής ευαισθησίας, η ποίηση του Παπουτσάκη υπενθυμίζει ότι η τέχνη πρέπει να αναζητά την αλήθεια των συναισθημάτων, το βάθος της γλώσσας μέσα από την απλότητά της, την ηθική της φόρμας, το λιτό και το πυκνό.