[...] Ήθελα να φτιάξω μια ιστορία που να μιλάει για τη δύναμη των ανθρώπινων σχέσεων που σφυρηλατούνται κι ανθίζουν μέσα σε αντίξοες συνθήκες.  Για τη δύναμη που πηγάζει από τη θέληση του ανθρώπου για ζωή. Για το φως που υπάρχει πάντα μέσα στο σκοτάδι, για την έμφυτη και ζωτική ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία. Για όλα τα ωραία που ανακαλύπτει κανείς, μέσα στα πιο βαθιά σκοτάδια της ανθρώπινης, σκληρής, Ιστορίας. [...] Η Μαριλένα Παπαϊωάννου αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική πορεία της συγγραφής -από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- της νουβέλας "Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους Φούρνους", εκδόσεις Εστία.

"Το «Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους Φούρνους» γράφτηκε, αρχικά, εν βρασμώ ψυχής. Μετά έμεινε στο συρτάρι για κάμποσο καιρό μέχρι να καταλαγιάσουν τα μέσα μου, και πολύ αργότερα, επανήλθε στο φως.
 
Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι η ιστορία του βιβλίου βασίζεται σε πραγματικό γεγονός που συνέβη τον Αύγουστο του 1947 στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, και το οποίο βρήκα πριν από μερικά χρόνια καταγεγραμμένο στις προσωπικές σημειώσεις του παππού μου.
 
Την περίοδο των μαζικών συλλήψεων, των εκτοπισμών σε τόπους εξορίας και των εκτελέσεων αριστερών και συμπαθούντων την αριστερά ανδρών και γυναικών, σ’ ένα μικροσκοπικό κελί, βρέθηκαν στοιβαγμένοι καμιά εικοσιπενταριά άνδρες, εκ των οποίων οι περισσότεροι δάσκαλοι, καλλιτέχνες και επιστήμονες.
 
Περιμένοντας να μάθουν «τι θ’ απογίνουν…», όπως γράφει ο παππούς μου, και σε συνθήκες φρικτής ζέστης και βρώμας, κάθε μεσημέρι, στα κρατητήρια συνέβαινε ένα μικρό θαύμα. Ο χωροφύλακας υπηρεσίας, ένας από τους «άλλους», εμφανιζόταν μπρος απ’ τα κελιά των ανδρών, και ενώ τους έβριζε ουρλιάζοντας χυδαία, γέμιζε κρυφά τα παγούρια τους με νερό που έφερνε από την παγωνιέρα της αστυνομίας.
 
Δεν γνώριζε κανέναν από τους κρατούμενους, ούτε και ποτέ συνδέθηκε μαζί τους προσωπικά, όμως, για όσο παρέμεινε εκεί τούτη η ομάδα ανδρών, κάθε μέρα τούς δρόσιζε με φρέσκο νερό.
 
Ο παππούς μου περιγράφει αυτό το σκηνικό σε δύο μόνο παραγράφους, με τρόπο εντυπωσιακά ψύχραιμο και αποστασιοποιημένο, αφήνει όμως ξεκάθαρα να φανεί πως η πράξη του χωροφύλακα υπήρξε ευεργετική, αν όχι σωτήρια, για τα σώματα, και κυρίως για τις ψυχές, των κρατουμένων.
 
Όταν το διάβασα, η αλήθεια είναι ότι σχεδόν δεν μπορούσα να το πιστέψω. Με συγκλόνισε σαν άνθρωπο, χαράχτηκε στη σκέψη και στην καρδιά μου, κι έκτοτε δεν ξεκόλλησε ποτέ.
 
Πολύ γρήγορα, και με τρόπο υποσυνείδητο, με παρακίνησε να πλάσω μια ιστορία γύρω από το συγκεκριμένο συμβάν, χωρίς βέβαια να γνωρίζω ή έστω να διαισθάνομαι τότε το γιατί – τώρα ξέρω, ήθελα απλώς να μοιραστώ μια ιστορία που μέσα μου είχα καταγράψει ως σπουδαία.
 
Αν και το όνομα του χωροφύλακα δεν υπάρχει στις σημειώσεις του παππού μου(ίσως μάλιστα να μην το γνώριζαν οι κρατούμενοι), η κίνησή του έμεινε στην ψυχή μου ως ένα συγκινητικό δείγμα ανθρωπιάς.  Ήταν συγκλονιστική, γιατί μέσα της έκλεισε όλη την απλότητα, μα και τη δύναμη, της ανθρώπινης ψυχής.
 
Για να μπορέσω να πλάσω μια πειστική ιστορία γύρω από το συμβάν αυτό, πέρα από τις σημειώσεις του παππού μου και τις προφορικές αφηγήσεις των δικών μου, ανέτρεξα σε ιστορικά βιβλία, ντοκουμέντα και αρχεία, αλλά και σε υλικό που έχει καταγραφεί σχετικά με τις συνθήκες κράτησης των πολιτικών κρατουμένων, τους τόπους εξορίας, τις φυλακές και τα έκτακτα στρατοδικεία.
 
Έπεσα πάνω σε ανατριχιαστικά στοιχεία, πολλά από τα οποία μου φάνηκαν σχεδόν μη πιστευτά. Διάβασα κι άκουσα πράγματα που μ’ έκαναν να ντρέπομαι που είμαι άνθρωπος, μα κι άλλα που μ’ έκαναν να νιώσω βαθιά συγκίνηση. Εξού και αποφάσισα να εισάγω ένα φανταστικό πρόσωπο στην ιστορία μου, τη Γαλιανή.
 
Ήθελα με κάποιον τρόπο να μπορώ να «βγάζω» τους κρατούμενους από τον πραγματικό τους κόσμο και να τους βάζω, για λίγο, σε έναν φανταστικό. Ήθελα, περιμένοντας τον θάνατό τους, οι άνθρωποι αυτοί να μπορούν να ονειρεύονται τη ζωή.
 
Εκ των υστέρων, και έχοντας πλέον μια κάποια συναισθηματική απόσταση, νομίζω ότι αυτό που ήθελα να κάνω είναι πολύ απλό. Ήθελα να φτιάξω μια ιστορία που να μιλάει για τη δύναμη των ανθρώπινων σχέσεων που σφυρηλατούνται κι ανθίζουν μέσα σε αντίξοες συνθήκες.
 
Για τη δύναμη που πηγάζει από τη θέληση του ανθρώπου για ζωή. Για το φως που υπάρχει πάντα μέσα στο σκοτάδι, για την έμφυτη και ζωτική ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία. Για όλα τα ωραία που ανακαλύπτει κανείς, μέσα στα πιο βαθιά σκοτάδια της ανθρώπινης, σκληρής, Ιστορίας.-"
 

Μαριλένα Παπαϊωάννου, Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους Φούρνους, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2016

"Ο Λάιος τον διέκοψε απότομα.
Και πάλι δεν με κατάλαβες, είπε απελπισμένος και τον έπιασε απ’ το μπράτσο κάνοντας ένα νόημα στους άντρες που παρακολουθούσαν τη συζήτηση να πλησιάσουν κι άλλο, δεν είναι μόνο ότι μαθεύτηκε, το πράγμα είναι πιο σοβαρό, κυκλοφορεί η φήμη πως έρχεται.
Ο Δαμιανός απόρησε˙ ποιος έρχεται άνθρωπέ μου; ποιος, πανάθεμά τον, που σ’ έχει κάνει να πανιάσεις έτσι;
Ο Καμουζάς, είπε ο Λάιος, έρχεται ο Καμουζάς".

Στις 27/06/2016 και ώρα 8μμ θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Μωβ σκίουρος (Πλ. Καρύτση), όπου θα μιλήσει και η σκηνοθέτις Μαρία Αιγινίτου η οποία πρόσφατα ανέβασε (σε διασκευή της ίδιας και της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ) την ομώνυμη παράσταση στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού θεάτρου στο Φεστιβάλ με θέμα τον Ελληνικό Εμφύλιο.

Δείτε επισης: Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους Φούρνους» και στο Θέατρο