Αν κάτι διακρίνει, έστω και σε έναν χαμηλό ακόμη βαθμό επέκτασης, την ποίηση της αγανάκτησης από προηγούμενες γενιές είναι το γεγονός ότι οι σύγχρονοι δημιουργοί δεν μένουν περιχαρακωμένη αποκλειστικά και μόνο στην ποιητική τέχνη αναζητούν τη τέχνη αναζητούν τρόπους έκφρασης και σε άλλες καλλιτεχνικές τάσεις οι συχνά συνδέουν την ποίηση με κάποια άλλη τέχνη.

Και αυτό εκ των πραγμάτων είναι κάτι θετικό καθώς μπολιάζονται οι τέχνες μεταξύ τους προβάλλοντας ένα διευρυμένο πολιτιστικό αγαθό. Όπως έχουμε κι άλλες φορές σημειώσει αν κάτι μεταξύ άλλων διέκριναν τη γενιά του ’30 και η πρώτη μεταπολεμική από άλλες ήταν ακριβώς το διακαλλιτεχνικό αυτό μπόλιασμα της ποίησης, καθώς ποιητές επιδίδονταν στη ζωγραφική (Ρίτσος, Ελύτης, Εγγονόπουλος) ή τη μουσική (Γκάτσος) και πολύ συχνά συνδέονταν με καλλιτέχνες από άλλους χώρους (Χατζηδάκις, Θεοδωράκης, Σαχτούρης, Τσαρούχης, Κουν κ.ά.

Η Σταυρούλα Γάτσου αποτελεί μία ξεχωριστή φωνή της «ποίησης της αγανάκτησης». Πολίτης της Ευρώπης με πολύκαιρη διαμονή στις Βρυξέλλες και μία αξιόλογη παρουσία σε λογοτεχνικές περφόρμανς έχει φέρει σε συνέργεια τα διάφορα μέσα καλλιτεχνικής έκφρασης με την ποίηση (εικαστικά, δρώμενα, μουσική, υποκριτική), μολονότι ακόμη δεν είναι άμεσα ευδιάκριτο στη στιχουργική της.

Στη νέα της ποιητική συλλογή «πάσα γη πάθος» (Γαβριηλίδης, 2017) η Γάτσου φιλοσοφεί (η μοναξιά της εποχής, mare nostrum, παράθυρο με θέα) μέσα από έναν ποιητικό λόγο πολυκύμαντο, καθώς πειραματίζεται με τη φόρμα και το ύφος.

Πεζοποιήματα και συνθέσεις μικρής ή μεγάλης φόρμας συνυπάρχουν, ενώ λυρικές ανάσες διαφωτίζουν τις στοχαστικές αναζητήσεις (οι ναυαγοί,  τα ρούχα, υποφέρω, το όνειρο του ασίκη, μεσοπέλαγα, ο ήχος της πέτρας, παράθυρο με θέα). Η γραφή της είναι άλλοτε πολύστιχη (εκείνος που δεν υπάρχει, δεν είναι δική μας, ο σκεπτόμενος, mare nostrum, κώδικες τιμής) κι άλλες φορές θραυσματική (ο ποιητής, ο ήχος της πέτρας, μάρτυρας υπεράσπισης, περί του κοινού τόπου, αυτός που περιμένω, πατριδογνωσία). Ενίοτε με μεγάλες περιόδους (μάρτυρας υπεράσπισης, περί του κοινού τόπου) και άλλες φορές με μεγάλες περιόδους είτε με θρυμματισμένο στίχο (μεσοπέλαγα, επιφάνειες).

Στοχάζεται πάνω σε ένα κοινωνιοϋπαρξιακό επίπεδο (μάρτυρας υπεράσπισης, περί του κοινού τόπου, εξειδίκευση, αυτός που περιμένω, υποφέρω, τα ρούχα) χωρίς να απουσιάζουν τα πιο "πολιτικά" ποιήματα (για τη θέρμη των χειλιών σου, εξειδίκευση, μάρτυρας υπεράσπισης, πατριδογνωσία, υστερόγραφο) ή οι στοχασμοί για την ποίηση (εκείνοι που μας θυμήθηκαν, μάρτυρας υπεράσπισης, δεν είναι δική μας) και τον έρωτα (υστερόγραφο, για πάντα) με τις γυναίκες μονίμως στο επίκεντρο (τα ρούχα, η Κάρμεν η Κάθλην και η Ζωρζέτ, αυτός που περιμένω).

Οι κοινωνικές αποτυπώσεις συχνότατα "δεμένες" στο αυτοαναφορικό υποκείμενο ξεπερνούν τον ποιητικό εγωισμό και προσδίδουν μία αίσθηση υπαρξιακής αγωνίας για την ίδια την κοινωνία. Το α' πληθυντικό, εξάλλου, εκφράζει ακριβώς τούτη τη συλλογική διάσταση (ο σκεπτόμενος, περί του κοινού τόπου).

Ένας συνειρμικός ιστός διατρέχει τις συνθέσεις της συλλογής, λειτουργώντας ως συνδετικό στοιχείο (ο σκεπτόμενος, mare nostrum, περί του κοινού τόπου, μεσοπέλαγα, το γράμμα, οι ναυαγοί) στη θρυμματισμένη εικονοποιία, κοινωνικοί ή φυσιολατρική (μια πληγωμένη άνοιξη, λίγο νερό για τη σκόνη).

Την ίδια στιγμή το β' πρόσωπο προσδίδει μία αίσθηση διαλόγου. Άλλοτε ως κλητική προσφώνηση και άλλες φορές ως δευτεροενικό πρόσωπο (για σένα, για τη θέρμη των χειλιών σου, κώδικες τιμής, το γράμμα, παράθυρο με θέα, λίγο νερό για τη σκόνη, αυτός που περιμένω, εκείνος που δεν υπάρχει) συμπληρώνει την ποιητική σκηνή πλάι στο πρωτοενικό μονόλογο. Συχνά το ίδιο το β' πρόσωπο είναι το πρώτο πρόσωπο είδωλο (πατριδογνωσία, το όνειρο του ασίκη).

Τη θεατρικότητα αυτοί υποστηρίζουν πλάι στους ψευδοδιαλόγους και οι ευθείες ερωτήσεις (επιφάνειες, αγωνία, εκείνος που δεν υπάρχει).Αξίζει να υπογραμμίσουμε πως στην ποιητική της διακρίνεται μία μεταφυσική διάσταση με καταγωγή στον ρομαντισμό. Η αβίαστη εισαγωγή προσευχητικών ή θρησκευτικών στοιχείων εμπλουτίζει την ποιητική της έκφραση (αγωνία, mare nostrum, κώδικες τιμής).

Ο πολιτικοκοινωνικός ακτιβισμός της Γάτσου και η ευαισθησία της για τον Άλλο ενσωματώνεται με μία σπάνια φυσικότητα στην ποιητική της. Χωρίς να φτάνει σε ρητορείες, παλεύει με τις λέξεις και τα συναισθήματα. Θεωρώντας ότι δεν υπάρχει όριο στην καλλιτεχνική έκφραση και ποιώντας με ήθος και οδηγό το βίωμα, η Γάτσου εξελίσσεται σε μία καλλιτέχνιδα που φέρνει σε ομόνοια τις τέχνες.