Τη γνώρισα μέσα απ’τη μπλογκόσφαιρα . Έσπευσα να διαβάσω το πρώτο της της βιβλίο  μια συλλογή αφηγήσεων μικρού μήκους με τίτλο "Τα φώτα στο βάθος", που εκδόθηκε υπό το διαδικτυακό της ψευδώνυμο Niemands Rose. Ήμουν έτοιμη για όλα αφού δεν ήταν απαραίτητο να με αφορά ο λογοτεχνικός της εαυτός επειδή διαπίστωνα μια ταύτιση απόψεων.

Βρέθηκα όμως απέναντι σε μια συγγραφέα με μια γλώσσα φρέσκια , ορμητική απαλλαγμένη από φορμαλιστικές ευκολίες αλλά και την επιτήδευση που χαρακτηρίζει συχνά τους πολυδιαβασμένους συγγραφείς της γενιάς μας. Στο πρώτο της μυθιστόρημα με τον τίτλο Ανκόρ (Εκδόσεις Καστανιώτης), η Πέλα Σουλτάτου φέρνει  τα διαχρονικά υπαρξιακά ερωτήματα για τη ζωή και το θάνατο να συναντηθούν στο εδώ και το τώρα, στο παρόν με κοινωνικά ζητήματα και εν τέλει βαθιά ιδεολογικά. Όλα αυτά όχι υπό το βάρος μιας κοινωνικοπολιτικής αφήγησης αλλά μέσα από τον αλλόκοτο χορό των ανθρώπινων σχέσεων, μέσα από φαινομενικά αταίριαστους ανθρώπους που είναι ίσοι στον παρονομαστή . Ίσοι μπροστά στη ζωή και τον θάνατο.

Η δράση εκτυλίσσεται μέσα σε ένα νοσοκομείο. Εκεί που η οσμή του θανάτου δίνει άλλο νόημα στον καθημερινό παφλασμό μας. Στην καρδιά ενός τραυματισμένου συστήματος υγείας τα επί μέρους τραύματα μεγενθύνονται. Άλλοτε ξορκίζονται με σαρκασμό αλλά πάντοτε αποτελούν ένα πιόνι του ντόμινο. Ένα ομαδικό γλυπτό που πάλλεται μέσα στο τραύμα. Το παλιό, το απωθημένο, εκείνο που κυοφορείται το τραύμα του διπλανού , του απέναντι. Το τραύμα που δε γνωρίζαμε που δεν ψηλαφήσαμε, το τραύμα του πατέρα, του μετανάστη, του ηλικιωμένου. Η Σουλτάτου βάζει τους ήρωές της να καθρεφτίζουν ο ένας στον άλλον την πληγή. Τους νιώθει όταν προσπαθούν να τ’αποφύγουν, όταν γκρεμίζουν πόρτες για να δραπετεύσουν, όταν αποκαλύπτουν και αποκαλύπτονται.

Και μέσα από την πάλη του ανθρώπου ενάντια στο θάνατο συναντάμε την πάλη του ανθρώπου ενάντια στην “πολιτική” ενσάρκωση του θανάτου, το φασισμό που δεν μπορεί παρά να ηττηθεί όπως λέει στο tvxs.gr η συγγραφέας γιατί “δεν έχουμε άλλη επιλογή. Θα είμαστε υπόλογοι όλοι αν αφήσουμε να κυριαρχήσει και πάλι.”

Επιλέξατε ως χώρο δράσης στο Ανκόρ ένα νοσοκομείο .  Διευκόλυνε για κάποιο λόγο την αφήγηση ή η επιλογή έχει σχέση περισσότερο με τον συμβολισμό πίσω από τον χώρο (τραύμα, ασθένεια, θάνατος κλπ);

Έχω την αίσθηση πως, παρά το ότι έχω μεταβεί εδώ και δέκα χρόνια από τον στίχο στον πεζό λόγο, εξακολουθώ να αφορμώμαι από το ασήμαντο και το αχαρτογράφητο. Εννοώ πως δεν επέλεξα με έλλογο και συνειδητό τρόπο ως πλαίσιο δράσης το νοσοκομείο. Ανέκυψε μέσα από επάλληλα σκαριφήματα αφηγημάτων και ήρθε να περιβάλλει την πλοκή. Ωστόσο, όπως σωστά διακρίνατε, πρόθεσή μου δεν ήταν να εγκλωβιστώ στον ωμό ρεαλισμό της καθημερινότητας στο δημόσιο σύστημα υγείας. Μολονότι ενυπάρχει και αυτό το στοιχείο, το νοσοκομείο χρησιμοποιείται ως μία αλληγορία για την οριακή κατάσταση, την ασθένεια, το τραύμα, τον θάνατο αλλά ταυτόχρονα τη δύναμη που αναβλύζει από μέσα μας, την ομοψυχία ενάντια στο κακό, την κοινή επίγνωση του ότι είμαστε θνητοί.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η ανθρωπογεωγραφία του νοσοκομείου. Ποιο ήταν το κριτήριο της επιλογής των ηρώων σας;

Όπως το πλαίσιο δράσης, και οι χαρακτήρες του βιβλίου εμφανίστηκαν ο ένας μετά τον άλλο μπροστά μου χωρίς κανένα προσχέδιο. Έγραφα κι εκείνοι έπαιρναν μορφή. Ωστόσο δεν έχουν παρά ελάχιστες αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα. Τώρα τους γνώρισα κι εγώ... Είναι άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, αρκετά ετερόκλιτοι, ένας «ανομοιογενής θίασος» όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο. Αλλά όπως επεσήμανε και ο Μηνάς Βιντιάδης στην πρώτη παρουσίαση του «Ανκόρ», χαρακτηρίζονται όλοι από αγνότητα.

Δεν υπάρχει κεντρικός ήρωας. Η αναρχοκουμουνιστική μου παιδεία δε μου το επιτρέπει να έχω μπροστάρηδες. Από την άλλη, η βαθιά αποστροφή που μου προκαλεί ο ναζισμός αντιμάχεται το δέος του δυτικού πολιτισμού για την επιτυχία, την τελειότητα, την ρωμαλεότητα, την αποθέωση της ομορφιάς και της νεότητας. Ήθελα να φτιάξω μια χάρτινη συντροφιά από δυστυχείς, αδύναμους, γέρους, άσχημους, ζορισμένους ανθρώπους αλλά χωρίς την εξτραβαγκάντζα του περιθωριακού.  Θέλησα, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, να συνθέσω μια ανθρωπογεωγραφία που θα θυμίζει πεζοδρόμιο στο κεντρο της Αθήνας, λερό, φθαρμένο, γκρίζο. Οι δρόμοι έχουν ονομασίες, όχι τα κράσπεδα. Όμως εκεί περπατάς, δεν έχει γκάζια, κάπου πηγαίνεις, παίρνεις μυρωδιά την άνοιξη και τους περαστικούς τριγύρω, μπορεί να σταθεί και καμιά πεταλούδα στον ώμο σου.

Το πρώτο σας βιβλίο “Φώτα στο Βάθος” εστίαζε περισσότερο στη σχέση του ατόμου με την κοινωνία . Διαπιστώνει κανείς όμως ότι η σχέση αυτή με έναν άλλο τρόπο διαπερνά και τη νέα σας ιστορία χωρίς να είναι αυτό το κεντρικό θέμα. Είναι αναπόφευκτο ή προσωπική εστίαση;

Θα μου επιτρέψετε να πω ότι πρόκειται για εξαιρετική παρατήρηση. Κι αυτό γιατί «Τα φώτα στο βάθος» ήταν πράγματι μία συγκομιδή από τα χρόνια που ακόμα δεν είχα ξανοιχτεί στο πέλαγο της μητρότητας. Πλέον, γράφοντας το «Ανκόρ», είχα γίνει μαμά για δεύτερη φορά, είχε εμπεδωθεί πια ο ρόλος, δεν ήταν πρωτόγνωρο το αίσθημα. Το βίωμα αυτό ήρθε να φωτίσει και από μία άλλη προοπτική το προσκήνιο. Η «μητέρα» συνέχει με έναν άδηλο τρόπο τις ιστορίες, από τη μητέρα του Αμούρ αλλά και του άντρα με το τραύμα στην πλάτη, κι από το ρουμάνικο αηδονάκι που παίρνει τη μορφή της τροφού κι ως την μητρική γλώσσα που γίνεται ξένη και απεχθής στο στόμα κάποιων, από την «μαμά- πατρίδα» και τελικά ως τη ζωή που μας γεννά, η μορφή της μητέρας διατρέχει όλη την αφήγηση.

Το Ανκόρ θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα - σπουδή στο τραύμα και στη διαπραγμάτευση με τον θάνατο. Βλέπουμε τους ήρωες σας άλλοτε να επιμένουν για μια τζούρα ζωής ακόμα να δηλώνουν αχόρταγοι μπροστά στο θαύμα της ζωής , άλλοτε να θέλουν να δραπετεύσουν από το “ρατζομάνι”, άλλοτε να κάνουν χιούμορ και να δέχονται στωϊκά το παρόν και συχνά να μετέχουν σ’έναν χορό σουρεαλιστικών σκηνών.

Είναι μια μικρογραφία του κόσμου μας τελικά; 

Είναι ο ακροβατικός χορός ανθρώπων, πραγμάτων, ζώων, δέντρων και ανθέων σε ένα τεντωμένο νήμα.

“Το κακό δεν μπορεί παρά να ηττηθεί “ λέτε . Γιατί;

Το κακό εδώ νοείται ως ο ολοκληρωτισμός. Και λέω πως δε μπορεί παρά να ηττηθεί γιατί ο ευσεβής μου πόθος είναι να δημιουργήσουμε μία αφήγηση νίκης ενάντια στην προέλαση του φασισμού και του ναζισμού. Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Θα είμαστε υπόλογοι όλοι αν αφήσουμε να κυριαρχήσει και πάλι. Οι προϋποθέσεις για ένα τέτοιο ενδεχόμενο έχουν δημιουργηθεί. Το νεοφιλελεύθερο δόγμα έχει κατισχύσει στην οικονομία και στην πολιτική στον ανεπτυγμένο κόσμο και προωθείται σε επίπεδο πολιτικών αποφάσεων με πολλαπλούς τρόπους η ξενοφοβία, ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία, η απανθρωπιά, με μια λέξη η ακροδεξιά.

Εάν ως αντίρροπη δύναμη στο τέρας που γιγαντώνεται δεν ομονοήσουμε και δεν προσχωρήσουμε όλοι σε ένα ενιαίο λαϊκό αντιφασιστικό μέτωπο, θα φέρουμε ευθύνη για ό,τι θα συντελεστεί. Και η Αριστερά δεν έχει περιθώριο πια για άλλες διασπάσεις, πρέπει να αναζητήσει και να επινοήσει τρόπους επαναπροσέγγισης και επανένωσης.  Ακόμη, η βολική θέση του αμέτοχου φιλήσυχου κεντρώου μικροαστού ή του απολίτικου χαζοβιόλη μόνο να επικουρήσει στην άνοδο του φασισμού μπορεί.

Πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που προσεγγίζουμε τα βαθιά υπαρξιακά ζητήματα στην εποχή μας; Ποια είναι η σχέση του δικού μας πολιτισμού με τη ζωή και το θάνατο κατά τη γνώμη σας;

Ορδές κατατρεγμένων που σώθηκαν από τη θηριωδία του πολέμου, που άντεξαν την οδύσσεια του οδοιπορικού από τις χώρες του αραβικού κόσμου ως την κεντρική Ευρώπη συμβολίζουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο τη νίκη ενάντια στο κακό, την πίστη στη γαμημένη τη ζωή. Κι ωστόσο το Αιγαίο έχει γεμίσει πτώματα. Κι ωστόσο ο φασισμός δολοφονεί. Ο θάνατος δεν είναι φιλοσοφική έννοια πια, έχει όνομα, τον λένε Αϋλάν, τον λένε Παύλο Φύσσα, τον λένε Σαχτζάτ Λουκμάν. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω... Το βιολογικό φαινόμενο είναι ανίκητο. «Είμαστε φθαρτοί, ας ζήσουμε» όπως είχε πει ο Τζαβάρας. Υπάρχει όμως και η ενσάρκωση του θανάτου, τα πολλαπλά πρόσωπα του φασισμού που οφείλουμε να δούμε και να αντιμετωπίσουμε. Κι αυτό θα συμβεί, οφείλουμε νομίζω να βρούμε τρόπο να συμβεί, παρά το ότι η πραγματικότητα μας έχει τσακίσει.