Το δοκίμιο-συγκριτική μελέτη του Απόστολου Δοξιάδη, «λέγοντας και ξαναλέγοντας» (ίκαρος, 2017), για τις περιπέτειες της «έρημης χώρας» ως έμπνευση εντυπωσιάζει με το βάθος της προσοχής του μελετητή στα έργα που εξετάζει. Η προφορικότητα στο δοκιμιακό του λόγο βοηθά στην πρόσληψή του από το ευρύ κοινό. Η διατήρηση του ύφους της ομιλίας είναι εξαιρετική επιλογή, ώστε η μελέτη να μπορέσει να γίνει πιο προσιτή.

Η κριτική μάτια του Δοξιάδη αφήνει –δεδομένου και του ακρωτηρίου του ως ομιλία– να διακρίνουμε σημεία φωτός από τις χαραμάδες της προσέγγισής του. Ειδικά για την παραβολή της «έρημης χώρας» του Έλιοτ και της «έρημης γης» του Λάγιου με τα επιμέρους ερμηνευτικά σχόλια του δοκιμιογράφου αποκαλύπτουν τη βαθιά μελέτη των δύο έργων. Άλλωστε και τα τρία ελληνικά έργα που δομήθηκαν πάνω στην «έρημη χώρα» εμπεριέχουν όλη την πολιτική ιστορία του β' μισού του Κ' αιώνα, με τις εξορίες και τις φυλακίσεις (Βαγενάς) και τον διχασμό που ακόμα και σήμερα δεν γιατρεύτηκε (Λάγιος, Ελής).

Έτσι βέβαια φωτίζει ένα θέμα που πολλές υπογραμμίσαμε: αυτή του υποκειμενισμού της κριτικής. Μάλιστα μιλώντας για την «έρημη χώρα» ο Δοξιάδης θέτει το σοβαρό θέμα του υποκειμενισμού της κριτικής πιο καθαρά (αν και δεν το χαρακτηρίζει έτσι). Με αφορμή τις εξ αριστερών μελέτες –του Μάρκου Αυγέρη και τη μετάφραση του Γιώργου Σαράντη που ερμήνευσαν από τη σκοπιά της σοσιαλιστικής ανατροπής– στον Έλιοτ, στην ουσία θέτει ως ένα βασικό θέμα την απουσία κάποιου αντικειμενικού κριτηρίου, μαθηματικής ακρίβειας, στην κριτική της τέχνης.

Το δοκίμιο του Δοξιάδη πραγματεύεται τις επιρροές αρχετυπικών και πρωτότυπων έργων που επηρεάζουν νεότερους συγγραφείς. Η «έρημη χώρα» του Έλιοτ οδηγεί στη συγγραφή του διηγήματος του Νάσου Βαγενά και αργότερα σε μία σύνθεση του Ηλία Λάγιου.
Και δεν μιλάμε για αντιγραφή σε πλαστά έργα, μα για δημιουργική αξιοποίηση του αρχικού έργου από τους νεότερους λογοτέχνες. Ο Βαγενάς με μία μπορχική σύλληψη βάζει τον ήρωά του να πειραματιστεί με τη μετάφραση του έργου του Έλιοτ. Ενσωματωμένο στην εποχή του Βαγενά και την εθνική ιστορία ως υπόβαθρο, η «έρημη χώρα» αυτονομείται ως σύνθεση, στο πρωτότυπο διήγημα του Βαγενά που όμως την ίδια στιγμή θεμελιώνεται σε μία μπορχική σύλληψη: ενός πρωτότυπου αντιγραφής.

Πρόκειται κατά τη γνώμη μας για ένα έργο αριστουργηματικό που με το ύφος της κριτικής/φιλολογικής μελέτης ο Βαγενάς μυθοπλάθει μία εύληπτη προσέγγιση για το ελιοτικό έργο και την ποίηση, παραθέτοντας, ταυτόχρονα, στο διήγημά του τη φιλοσοφία του για την Ποίηση πλάι σε κριτικές προσεγγίσεις και εργοβιογραφικά στοιχεία για τον ποιητή και την «έρημη χώρα».

Ενώ όμως ο Βαγενάς κατασκευάζει έναν κομμουνιστή ήρωα, τον Γιατρά, που μεταφράζει τον Έλιοτ από την οπτική της ανατροπής του αστικού κόσμου, ο Λάγιος μεταπλάθει στην «έρημη γη» του τη σύνθεση του Έλιοτ ως μία αριστερή φαντασίωση. «Ονειρεύεται στο παρελθόν και τελειώνει στο μέλλον με ένα όραμα» (σελ. 45) ή όπως λέει ο ίδιος ο ποιητής «το όνειρο μιας –εν δυνάμει ιστορικής πραγματικότητας– ως ονείρου όνειρο».

Συνδέει τη λυρική ουτοπία του με το όνειρο και το ιστορικό παρελθόν της αριστεράς, σε μία εποχή που μόλις αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση και –θεσμικά τουλάχιστον– επουλώθηκαν οι πληγές του Εμφυλίου (1984). Το αριστερό έπος του Λάγιου είναι ο πόνος του δολοφονημένου όνειρο με ρομαντικές αποχρώσεις. Είναι ένα ονειρικό ταξίδι στο παρελθόν με πρωταγωνιστές βαρναλικούς ήρωες που παλεύουν και τιμωρούνται πλάι στους επώνυμους –συμβολικά δοσμένος ή ονομαστικά.

Ο επικός λυρισμός του Λάγιου μοιάζει να ωθεί τον πρωτότυπο μελαγχολικό λυρισμό του Έλιοτ βήματα πιο μπροστά. Με μία σπάνια ποιητική ένταση εκθέτει τις αγωνίες και τα βιώματα ως κοινωνική εμπειρία των ηττημένων ανάλογη των αρχετυπικών κειμένων τα οποία αξιοποίησε ο Έλιοτ. Ας μην παραβλέπουμε πως ο ίδιος ο Έλιοτ μετέφερε δημιουργικά ένα τεράστιο πλήθος στίχων και νοηματικών έμμετρων αποδόσεων μιας μεγάλης ποικιλίας πηγών (θρύλων, ψαλμών, μύθων, ποιημάτων και λαϊκών ασμάτων και μελετών), κάτι το οποίο μιμείται με ελληνικές και βιβλικές αναφορές ο Ηλίας Λάγιος.

Και το γαϊτανάκι των μεταγραφών συνεχίζεται, αφού το 2016 η «έτοιμη χώρα» του Α.Τ. Ελή (ψευδώνυμο) μεταφέρει το ελιοτικό ποίημα και –πατώντας στη μετάφραση του Σεφέρη και την πλοκή του Βαγενά και το μεταπολιτευτικό όνειρο του Λάγιου– στη σύγχρονη εποχή της κρίσης. Μόλο βέβαια που ο Δοξιάδης βλέπει τη σύνθεση ως παλινωδία εμείς παρατηρούμε χαρακτηριστικά φάρσας και κωμωδίας, παρά μία σύγχρονη εκδοχή στο πνεύμα της ποιητικής αγανάκτησης που να πλέει με τους ανέμους της σάτιρας και της μεταμοντέρνας ποιητικής ειρωνείας.

Τα χαρακτηριστικά της φάρσας τόσο με τη θεατρική της έννοια, λόγω της "ελαφρότητας" και της γελοιοποίησης των προσώπων και των σκηνικών διαλόγων, όσο και με την κοινωνική της μοιάζει να κυριαρχεί. Το έργο σε αντίθεση με την επίκληση στους «Νάσο, Πάτροκλο και Ηλία» δεν πραγματεύεται μία ιδεολογική αυταπάτη ούτε τον αγώνα της ουτοπίας. O δημιουργός ως φαρσέρ αναπλάθει τα έργα σε μία μορφή εξωαριστερής κωμωδίας μακριά από την ουτοπία των «προλαλησάντων». Μολονότι που θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε «εκδίκηση των νικητών που βίωσαν την ηθική ήττα», απουσιάζουν παντελώς τα διαχρονικά στοιχεία που στόλισαν τον «Πάτροκλο Γιατρά» και την «έρημη γη».

Και ο χαρακτηρισμός της κωμωδίας επιβεβαιώνεται και από τον χαρακτήρα των ερμηνευτικών σημειώσεων. Εδώ φαίνεται ότι ο δημιουργός είχε μεγαλύτερη ανάγκη να αποδείξει ότι πρόκειται για ποιητική δουλειά και όχι για σάτιρα επιπόλαιη. Η τόσο πυκνή "αντιγραφή"/ενσωμάτωση στοιχείων της λογοτεχνίας και της σύγχρονής του ειδησεογραφίας αντιδιαστέλλεται προς την ποιητική δημιουργία, σε αντίθεση με τον Έλιοτ και τον Λάγιο που τόσο γόνιμα ενσωμάτωσαν στις συνθέσεις τους την παγκόσμια ή εθνική λογοτεχνία.

Γιατί ακριβώς τα δύο ποιητικά έργα και ο «Γιατράς» ήρθαν ως μία ανάγκη εσωτερική των δημιουργών να μιλήσουν για τις αγωνίες τους σε αντίθεση με την "κωμωδία" που ικανοποιεί την ανάγκη μιας πολιτικής σάτιρας προσανατολισμένης χρονικά σε ένα μικρό διάστημα δύο ετών.

Επιλογικά, η εμβριθής μελέτη του Δοξιάδη αποκαλύπτει αυτό, στον ένα ή άλλο βαθμό, θεωρείται δεδομένο στην κριτική και τη Φιλολογία, τη δημιουργική αντιγραφή αρχετυπικών έργων σε νέα πρωτότυπα, όπως οι ελληνικές μεταμορφώσεις της «έρημης χώρας» του Έλιοτ. Ένα έργο που το ίδιο, βέβαια, οικοδομήθηκε πάνω σε δεκάδες άλλες πηγές και η έμπνευση αυτών των ενδοκειμενικών αναφορών οδηγεί και τους Έλληνες δημιουργούς στην διακειμενική επικοινωνία με άλλα έργα διατηρώντας πάντα το ίδιο ύφος με το αρχέτυπο.

* βλ. σχετικά και Δήμου Χλωπτσιούδη, Υποκειμενισμός στην ποίηση, tvxs (02/10/2014).