O ΙΑΝΟΣ και το tvxs.gr προσφέρουν δωρεάν μία υποτροφία για το εργαστήρι Διήγημα - Νουβέλα, Ξεκλειδώνοντας τη μικρή φόρμα με τον Χρήστο Οικονόμου. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να λάβουν μέρος στον διαγωνισμό, στέλνοντας email με θέμα «Διαγωνισμός: Εργαστήριο Δημιουργικής Γραφής» και τα στοιχεία τους (ονοματεπώνυμο, email, τηλέφωνο) στο vivlio@tvxs.gr. Ο διαγωνισμός θα λήξει την Πέμπτη 30 Μαρτίου, οπότε και θα πραγματοποιηθεί κλήρωση. Ο νικητής θα ειδοποιηθεί τις επόμενες ημέρες και θα ανακοινωθεί και μέσω της σελίδας του tvxs.gr.

Ο βραβευμένος συγγραφέας Χρήστος Οικονόμου μιλά στο tvxs.gr για το Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής: Διήγημα - Νουβέλα, Ξεκλειδώνοντας τη μικρή φόρμα…

Είναι αλήθεια ότι τα διηγήματα έχουν την τάση να είναι λιγότερο περίπλοκα από ό,τι τα μυθιστορήματα;

Η αξιολογική σύγκριση μεταξύ διηγήματος και μυθιστορήματος είναι μια από τις πλέον διαδεδομένες παρανοήσεις στον χώρο της λογοτεχνίας.  Αυτή είναι η μόνιμη επισήμανσή μου σε όσους παρακολουθούν το σεμινάριο διηγήματος και νουβέλας στον ΙΑΝΟ.  Κάθε λογοτεχνικό είδος εξυπηρετεί διαφορετικές αισθητικές επιδιώξεις, έχει τους δικούς του κώδικες, τις δικές του ιδιαιτερότητες και τις δικές του απαιτήσεις.  Για παράδειγμα, το μυθιστόρημα απαιτεί υψηλή συνθετική ικανότητα, ενώ το διήγημα προϋποθέτει άρτια αίσθηση του ρυθμού.  Διαφορετική, επίσης, είναι και η αντίληψη του χρόνου—το διήγημα έχει να κάνει περισσότερο με τη στιγμή ή τις στιγμές, ενώ το μυθιστόρημα με τη διάρκεια.  Τα διηγήματα είναι, κατά κανόνα, λιγότερο περίπλοκα από τα μυθιστορήματα επειδή έχουν μικρότερη έκταση, απλούστερη δομή και λιγότερα αφηγηματικά πρόσωπα, αλλά αυτή η αυτονόητη διαπίστωση δεν πρέπει, επαναλαμβάνω, να μας παρασύρει σε αξιολογικές συγκρίσεις.  Όπως δεν μπορεί να συγκρίνει κανείς ένα βουνό με μια λίμνη, παρότι αμφότερα είναι γεωλογικοί σχηματισμοί, έτσι δεν μπορεί να συγκρίνει ένα διήγημα με ένα μυθιστόρημα.  Πρόκειται για ομοειδή αλλά διαφορετικά, μη συγκρίσιμα πράγματα.

Η δομή των διηγημάτων είναι εντελώς διαφορετική από αυτή των μεγαλύτερων σε έκταση λογοτεχνικών ειδών;

Προφανώς.  Άλλη δομή έχει ένα αφήγημα των 2.000 λέξεων και διαφορετική ένα αφήγημα των 200.000 λέξεων.  Ωστόσο, η δομή δεν είναι το μόνο—και ενδεχομένως να μην είναι ούτε το βασικό—στοιχείο που ξεχωρίζει το διήγημα από τα υπόλοιπα είδη πρόζας.  Το διήγημα είναι η τέχνη του υπαινιγμού.  Ο καλός διηγηματογράφος γνωρίζει ότι εκείνα που αποσιωπώνται ή υπονοούνται σε ένα διήγημα είναι εξίσου σημαντικά με όσα λέγονται—ή, ίσως, σημαντικότερα από όσα λέγονται.    

Είναι εύκολο να προσδιορίσει/ξεχωρίσει κάποιος αν ένα αφήγημα είναι διήγημα ή νουβέλα, ή αν είναι νουβέλα ή μυθιστόρημα;

Τεχνικά, η διάκριση είναι εύκολη:  Ένα διήγημα εκτείνεται συνήθως μέχρι τις 10.000-15.000 λέξεις, μια νουβέλα μέχρι τις 40.000-50.000 λέξεις.  Από εκεί και πέρα, μιλάμε για μυθιστόρημα.  Εκτός, όμως, από τα μορφολογικά χαρακτηριστικά, η βασική διάκριση έγκειται στη διαφορετική θεώρηση του κόσμου, του χρόνου και της ανθρώπινης κατάστασης.  Την ώρα που ο μυθιστοριογράφος προσπαθεί να ανασυγκολλήσει το κατακερματισμένο σύμπαν, ο διηγηματογράφος περιεργάζεται ένα-ένα τα θραύσματα.  Όπερ σημαίνει ότι ένα ξεχειλωμένο διήγημα δεν είναι μυθιστόρημα, ούτε ένα συρρικνωμένο μυθιστόρημα είναι διήγημα ή νουβέλα.

Έχετε διακριθεί, έχετε τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, έχετε μεταφραστεί.  Κατά τη γνώμη σας, υπάρχει σωστό ή λάθος στη συγγραφή;

Με την τυπική έννοια των όρων, όχι.  Η λογοτεχνία δεν είναι μαθηματική εξίσωση, ούτε χημική φόρμουλα.  Ωστόσο, η λογοτεχνία, όπως κάθε άλλη μορφή τέχνης, διέπεται από ορισμένους κανόνες.  Ο συγγραφέας μπορεί, κατά περίπτωση, να διαστείλει ή ακόμη και να παραβεί αυτούς τους κανόνες, αλλά δεν μπορεί να τους καταργήσει, διότι στην περίπτωση αυτή θα καταλυόταν μια από τις βασικότερες λειτουργίες της λογοτεχνίας, που είναι η επικοινωνία με τον αναγνώστη.  Για μένα, τέχνη χωρίς τεχνική, δηλαδή χωρίς κανόνες, δηλαδή χωρίς δημιουργική αφομοίωση της παράδοσης, δεν είναι τέχνη αλλά καπρίτσιο, ιδιωτική υπόθεση. 

Χρειάζεται χάρισμα ή εκπαίδευση για να γίνει κανείς συγγραφέας;

Το ταλέντο δεν αρκεί, και η καλύτερη εκπαίδευση είναι η ανάγνωση, η αδιάλειπτη τριβή με τα μεγάλα κείμενα.  Η γνώμη μου είναι ότι για να γράψεις κάτι που έχει σημασία όχι μόνο για σένα, αλλά—κυρίως—για όσους θα το διαβάσουν, χρειάζεται αφοσίωση, μόνιμη πνευματική διέγερση, καλλιέργεια, πάθος και πολλή δουλειά.  Χρειάζεται να υπογράψεις συμβόλαιο με τη συνείδησή σου.  Χρειάζεται να έχεις να πεις κάτι, και όχι απλώς να θέλεις να πεις κάτι.  Χρειάζεται να συνειδητοποιήσεις ότι η ισχυρή λογοτεχνία δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση του πραγματικού, αλλά θεμελιώνει μια νέα πραγματικότητα.  Να αντιληφθείς ότι ο συγγραφέας δεν είναι μόνο ο σεισμογράφος ή ο σεισμολόγος της εποχής του, αλλά πρέπει κάποιες φορές να γίνεται ο ίδιος ο σεισμός—να προσπαθεί, δηλαδή, να δημιουργήσει με το έργο του ρήγματα στην επιφάνεια των πραγμάτων, να μπολιάσει το έργο του με μια αποκαλυπτική, προφητική διάσταση.  Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, ο χαρακτηρισμός «συγγραφέας», έτσι γενικά κι αόριστα, δεν μου λέει πολλά πράγματα, για να μην πω ότι δεν μου λέει απολύτως τίποτα—ιδίως όταν μιλάμε για την Ελλάδα, όπου αυτοί που γράφουν κοντεύουν πλέον να γίνουν περισσότεροι από εκείνους που διαβάζουν λογοτεχνία. 

Περισσότερες πληροφορίες για το εργαστήρι 

Για να γράφει κάποιος διηγήματα πρέπει να ακούει με προσοχή τους άλλους;  Πρέπει να σπουδάσει την τέχνη του συγγράφειν;

Με προσοχή θα έπρεπε να ακούμε τους άλλους όλοι μας, όχι μόνο όσοι γράφουν διηγήματα ή οτιδήποτε άλλο.  Νομίζω, πάντως, ότι οι αξιανάγνωστοι συγγραφείς έχουν εξασκηθεί, μεταξύ άλλων, στην τέχνη της υπομονής.  Έχουν αποκτήσει δηλαδή την αντοχή, την καρτερικότητα και την οξυδέρκεια που απαιτείται για να βλέπουν και ν’ ακούνε όλα όσα οι υπόλοιποι άνθρωποι δεν μπορούν—ή δεν θέλουν—να δουν και ν’ ακούσουν.

Οι Έλληνες αγαπούν/εκτιμούν το διήγημα;

Για ν’ αγαπήσεις και να εκτιμήσεις κάτι, πρέπει πρώτα να το γνωρίσεις.  Οι Έλληνες (όσοι, τέλος πάντων, ασχολούνται με αυτά τα πράγματα) είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με το μυθιστόρημα, όπως συμβαίνει άλλωστε και στον υπόλοιπο κόσμο.  Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι τα τελευταία χρόνια το ελληνικό διήγημα γνωρίζει άνθηση, τουλάχιστον από πλευράς παραγωγής—γεγονός που σχετίζεται, νομίζω, και με εξωλογοτεχνικούς παράγοντες.  Ο χρόνος θα δείξει αν αυτό είναι αρκετό για ν’ αλλάξουν τα εγχώρια αναγνωστικά ήθη.