Γράφαμε παλαιότερα πως η κυπριακή ποίηση της νέας χιλιετίας φαίνεται να έχει πλησιάσει την αδελφή ελληνική. Τόσο η εύκολη επικοινωνία με τις νέες τεχνολογίες όσο και το βάθος που απέκτησε μετά την Ανεξαρτησία η λογοτεχνική παιδεία στη νήσο και οι συχνότερες επαφές των καλλιτεχνών της Μεγαλονήσου και της βαλκανικής Ελλάδας έφεραν σε έναν κοινό παρονομαστή την ποιητική παραγωγή, θεματικά και εκφραστικά. Άλλωστε, τούτη η περίοδος έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά στα δύο κράτη: η οικονομική κρίση και οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή με την ανάδυση του προσφυγικού προβλήματος μοιάζουν να ταλαιπωρούν και τις δύο ελληνόφωνες οντότητες.

Και θεωρούμε λάθος η εθνική ποίηση να περιορίζεται μόνο στα σύνορα της Ελλάδας, επειδή σε αυτά περιορίζεται η κυκλοφορία περιοδικών και βιβλίων ποσοτικά -χωρίς να διατηρούμε μία κομφορμιστική αντιμετώπιση προς όλους. Άλλωστε κάτι τέτοιο παρατηρείται και με τη λογοτεχνία της ομογένειας. Μόλο που ένα μέρος Κυπρίων ποιητών φτάνει πιο εύκολα στο εν Ελλάδι ποιητικό κοινό εκδιδόμενο από ελλαδικούς εκδοτικούς οίκους (Κολοσιάτου, Κυριακίδης, Αντωνίου. Φωτιάδου, Μ. Παπαδόπουλος κ.ά), οι υπόλοιποι σπάνια μελετώνται μένοντας μακριά από την κριτική προσέγγιση (Καϊμακλιώτη, Κουζάλης κ.ά). Σε ένα τέτοιο ποιητικό περιβάλλον εντάσσεται και η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου που είχαμε τη χαρά να εξετάσουμε και παλαιότερα.

Στη νέα της ποιητική συλλογή «χειμερία ζάλη» (Μανδραγόρας, 2017) η ποιήτρια με ευαισθησία και ενσυναίσθηση συμπάσχει στο ανθρώπινο δράμα, τα θύματα του πολέμου και της ζωής. Με επίκεντρο το αυτοαναφορικό υποκείμενο η ποιήτρια στοχάζεται για τον Άνθρωπο με μία υπαρξιακή αναζήτηση. Μιλά για τον χρόνο, τη μνήμη, την ίδια τη ζωή και τις δυσκολίες της, επιβεβαιώνοντας τον Αριστοτέλη που δίδασκε πως η ποίηση μιλά για τα καθόλα. Έτσι βέβαια προσδίδει στην ποιητική της μία οικουμενική διάσταση που ξεπερνά τα στενά εθνικά ή μεσογειακά όρια.

Η γλώσσα της είναι φροντισμένη. Καμία λέξη δεν τοποθετείται τυχαία στη θέση της στον στίχο της Αρτεμίου-Φωτιάδου. Με κυρίαρχα τα ρήματα και τα ουσιαστικά η ποιήτρια ταξιδεύει τον ακροατή/αναγνώστη στο μαγικό κόσμο της ποίησης με αντικλείδι για τις πλούσιες μεταφορές της.

Σε όλες τις συνθέσεις της εντοπίζονται αλληγορικές εκφράσεις που διαστέλλουν το συναίσθημα του κοινού. Ο συνυποδηλωτικός της λόγος γοητεύει και συνάμα ξαφνιάζει με τα ανοίκεια ονοματικά ή ρηματικά σύνολα. Οφείλουμε όμως να υπογραμμίσουμε ότι ο μεταφορικός της λόγος δεν εξυπηρετεί μόνο την τέρψη ως αυτοσκοπός, αλλά κατέχει και λειτουργική θέση στην ποιητική της.

Μέσα από την ανοικείωση και σε συνδυασμό με τις συνεχείς αντιθέσεις και αρνήσεις, που εκφράζονται τόσο με αρνητικά μόρια όσο και με προθέσεις στέρησης ή σύνθετες λέξεις με στερητικό αχώριστο μόριο, εντείνει το αίσθημα των ανατροπών με ένα στοιχείο ματαιότητας.

Μα η ποίησή της δεν είναι απαισιόδοξη ή καταθλιπτική. Μέσα στις δυσκολίες ή την τραγικότητα του ανθρώπινου βίου/αγώνα, η δημιουργός αναζητά δυνατές ακτίνες φωτός να ντύσει την αισιοδοξία της, απογυμνώνοντας τον μηδενισμό και τη στείρα άρνηση. Ο έρωτας και η ποίηση είναι τα ουτοπικά όπλα του ανθρώπου απέναντι στις δυσκολίες και τις αναποδιές της ζωής. Είναι η δύναμη που του προσφέρουν να συνεχίσει χαρίζοντας χρώματα και χαμόγελα, όταν όλα ανατρέπονται.

Την ίδια στιγμή οι μετωνυμίες συμβάλλουν στον εικονοποιητικό της λόγο. Και αξίζει να υπογραμμίσουμε την εγγύτητα της έκφρασης της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου με την ελλαδική «ποίηση της περιφέρειας», όπου το φυσιολατρικό στοιχείο εισέρχεται τόσο αβίαστα στην εικαστική της. Το κοινωνικό στιγμιότυπο και η βιωματική επαφή με τη φύση αποτελούν στη στιχουργική της μία αδιάσπαστη ενότητα, που με φυσικότητα συνδέει ο μεταφορικός της λόγος.

Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η αποτύπωση των κοινωνικών παραστάσεων στο ποιητικό της καναβάτσο. Όπως τα στοιχεία της φύσης, έτσι και τα κοινωνικά στιγμιότυπα εντάσσονται αβίαστα στη στιχουργική της. Μα μέσα στη μετωνυμική της έκφραση αποκτούν μία αλληγορική διάσταση που επιτρέπει στον στοχαστικό περιεχόμενο να ισορροπεί με νοηματική ασφάλεια. Με την ίδια όμως φυσικότητα εντάσσεται και το θρησκευτικό ή το μυθολογικό στοιχείο, αν και το τελευταίο διατηρεί μία παρωδιακή λειτουργία. Άλλωστε και τα δύο αποτελούν πια αδιάσπαστο τμήμα της λαϊκής κουλτούρας με έτοιμα σύμβολα.

Πολύχρωμες εικόνες και μια διαρκής κίνηση αναδύονται από τους στίχους της. Οι προσωποποιήσεις και οι παρομοιώσεις με τις ανοικειωτικές μεταφορές δημιουργούν ένα πλέγμα στοχασμών, το οποίο εκτοξεύεται με την επίκληση των αισθήσεων και των συναισθημάτων. Βέβαια, αυτό που διακρίνει την ποιητική της Αρτεμίου-Φωτιάδου είναι ο συγκερασμός εικόνας και στοχασμού σε μία εξόχως ενδιαφέρουσα ισορροπία πάνω στο σκοινί της μετωνυμίας.

Και ταυτόχρονα δημιουργείται μία αλληγορία γύρω από το εξομολογητικό ύφος, καθώς ο πρωτοενικός υποκριτής στη σκηνή των στοχασμών λειτουργεί ως ένα συλλογικό υποκείμενο, πώς ένα α' πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο. Μα τούτη η μετωνυμία δεν εμποδίζει την ενδοσκόπηση, αλλά ούτε οδηγεί σε κάποιο ποιητικό εγωκεντρισμό. Έτσι η ποιητική αυτοβιογραφία καταλήγει να γίνεται αυτοβιογραφία του ακροατή/αναγνώστη, με μία ποιητικοσκηνική στιχουργία που διαμορφώνει η χρήση του α' ενικού προσώπου και οι συχνές ερωτήσεις, όπως βέβαια και τα διαλογικά μέρη.

Αξίζει να υπογραμμιστεί πως η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου είναι ακουστική. Ενεργός ο στίχος, μέσα στο εμπλουτισμένο γλωσσικό ύφος της προφορικότητας, αδιαφορεί για την οπτική αποτύπωση των λέξεων, όπως συχνά παρατηρούμε σε ακανόνιστα τοποθετημένους στίχους κλπ. Συνδέεται σε μήκος με το ρυθμό και την κλιμάκωση της συναισθηματικής έντασης.

Μολονότι η κυπριακή ποίηση έχει ιστορικά παραδώσει εξαιρετικά έργα, μόνο τα τελευταία χρόνια η κριτική ενέσκηψε στην ποιητική παραγωγή της Μεγαλονήσου. Βέβαια, έχουμε αρκετές σημαντικές μελέτες για την εκεί ποίηση, αλλά συνήθως περιορίζονται σε ανθολογίες και ιστορικές διαδρομές της καλλιτεχνικής ανάπτυξης στο νησί. Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμα και σε σχολικά εγχειρίδια πολύ λίγα ποιήματα Κυπρίων ανθολογούνται, με αποτέλεσμα Ελλαδίτες να μη γνωρίζουν -συνήθως- ούτε έν