Στο Μπέι Σίτι, ήδη από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια μετανιώνω καθημερινά που γεννήθηκα. Κοιτάζω αδιάκοπα τον μαβή ουρανό. Δεν καταφέρνω ποτέ να διακρίνω μέσα του το περίγραμμα κάποιου μέλλοντος.
 
Μερικές φορές, κουβαλάει πυκνά σύννεφα που παίζουν κρυφτούλι μεταξύ τους και με διασκεδάζουν αλλά, στο τέλος, αυτός ο αχνογάλανος ουρανός πάντα με αηδιάζει.
 
Πολύ βαρετό να κοιτάζεις τον ουρανό του Μπέι Σίτι. Μέσα του δεν μπορώ να διαβάσω παρά μια αδιαφορία. Ούτε στο κεφάλι μου δεν μπορεί να πέσει. Είναι ο ουρανός της Αμερικής που φτάνει μέχρι το φεγγάρι. Εκεί, βρίσκεται καρφωμένη η αμερικανική σημαία.
 
Πολλές φορές, τα ξάστερα βράδια, τα πιτσιρίκια της γειτονιάς κι εγώ πιστεύουμε ότι τη διακρίνουμε. Κάτω από τον ουρανό της Αμερικής, η ζωή είναι γαλήνια. Στο Μπέι Σίτι, δεν έχω παρά τον θάνατο μέσα στην ψυχή μου.
 
Ονειρεύομαι ότι με έχουν κρεμάσει, με έχουν κατακρεουργήσει, ή ακόμα βλέπω τον εαυτό μου ως μια πράσινη, μουχλιασμένη Οφηλία που βρέθηκε πνιγμένη στον πάτο της γαλάζιας πισίνας της θείας μου.
 
Φαντάζομαι τις αυτοκτονίες μου. Επινοώ τους θανάτους μου.  Θα υπάρξουν τόσοι πολλοί στα δεκαοκτώ χρόνια που πέρασα στο Μπέι Σίτι. Για να τινάξεις όμως τα μυαλά σου στον αέρα, πρέπει να πιστεύεις στη ζωή και να της δίνεις μια κάποια σημασία.
 
Στο Μπέι Σίτι, δεν έχω κανένα λόγο να υπάρχω. Πόσο μάλλον να πεθάνω. Ο ουρανός είναι γλυφός, τον καταπίνω κάθε βράδυ. Ελπίζω να δηλητηριαστώ από τους στυφούς καπνούς του Μίσιγκαν.
 
Στο Μπέι Σίτι, δεν είναι καν άσχημα να ζεις. Μας κακομαθαίνει η ζωή. Μας κακομαθαίνει υπερβολικά. Ζητάω από το πτώμα της αδελφής μου, της Άντζι, το οποίο ξέρω πόσο γελοιωδώς μικρό είναι, να με πάρει μαζί του, κάτω από το χώμα, μέσα στο νεκροταφείο του Μπέι Σίτι. Ικετεύω την αδελφή μου κάθε βράδυ, την ώρα της προσευχής, να με πάρει μαζί της, να με γλιτώσει από την ημέρα, από την κάθε επόμενη μέρα.
 
Αν όμως δεν έχω θέση στον κόσμο αυτό, ούτε και στον άλλον έχω. Η Άντζι δεν με θέλει. Έκλεψα τη ζωή της. Είμαι ένα τρομερό λάθος. Ένας παραλογισμός. Δεν θα έπρεπε να είχα ποτέ γεννηθεί, βρίσκομαι όμως εδώ και δεν είναι εύκολο να εξαφανίσεις κάθε ίχνος σου. Θα έχω υπάρξει. Να ποια είναι η δυστυχία μου.
 
Από μένα, κάποια υπολείμματα θα μείνουν. Αρκετά για να καταστρέψουν τη ζωή της μητέρας μου. Δεν θα μπορεί να ξεχάσει τη ντροπή που της προκάλεσα. Δεν θα μπορεί να ξεχάσει τη γέννησή μου κι επίσης τη γελοία επιμονή του κορμιού μου να ζήσει. Είμαι αυτή που θα την έχει εξευτελίσει. Από το Μπέι Σίτι, είμαι η κηλίδα, ο σπίλος, η ανοιχτή πληγή.
 
          Το 1979, στη Νέα Υόρκη, ο πατέρας μου παρατάει μέσα στο καταχείμωνο τη μητέρα μου για κάποια άλλη Γαλλίδα, λίγο πιο νέα. Αλλάζει τις κλειδαριές του διαμερίσματος που μοιράζεται με τη μητέρα μου και, όταν εκείνη επιστρέφει από τη δουλειά ένα βράδυ του Φεβρουαρίου, δεν μπορεί να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού της.
 
Επιστρέφει, λοιπόν, συντετριμμένη στο Μπέι Σίτι, στις 14 Φεβρουαρίου του 1979, μαζί με τον μικρό μου αδελφό, τον Άντζελο. Εκείνη τη ημέρα κάνει πάρα πολύ κρύο: -25 βαθμούς Φαρενάιτ.
 
Η μητέρα μου φτάνει αργά το βράδυ. Ο θείος μου πάει στη Σάρνια, για να την πάρει. Δεν ξέρω αν νιώθω ευτυχία στη σκέψη ότι επιστρέφει να ζήσει μαζί μας. Ξέρω απλώς ότι θα μπορώ να ξεχάσω λιγάκι τη Νέα Υόρκη, ότι δεν έχω πια τίποτα να ελπίζω κι ότι οι άλλοι ουρανοί δεν είναι πιο γαλήνιοι.
 
Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι το Μπέι Σίτι θα μείνει για πάντα η πόλη μου και η πόλη της οικογένειάς μου, συμπεριλαμβανομένης της νεκρής Άντζι. Είναι σίγουρα καλύτερα έτσι.
 
          Στον Μαβή ουρανό του Μπέι Σίτι, επιστρέφουν καμιά φορά οι γκρίζοι καπνοί του Άουσβιτς, των κλειστών πια στρατοπέδων συγκέντρωσης που βρίσκονται πολύ μακριά, εκεί κάτω, στην άλλη πλευρά του ωκεανού, των στρατοπέδων για τα οποία η μητέρα μου και η θεία μου δεν σταματάνε να μιλάνε, σε μια τρομοκρατημένη γλώσσα που δεν καταφέρνω πάντα να καταλάβω, αλλά γνωρίζω το σταχτί χρώμα της.
 
Πάνω από τα κεφάλια μας τα πτώματα αιωρούνται, τα πνεύματα στροβιλίζονται και ανακατεύουν τα εξαϋλωμένα, βασανισμένα, εχθρικά κορμιά τους, με τα τοξικά και καυτά αέρια που βγάζουν κοντανασαίνοντας τα εργοστάσια του Μίσιγκαν.
 
Μου συμβαίνει να βλέπω μέσα στον μαβή ουρανό τη βία των καταραμένων χρόνων του πολέμου. Η μητέρα μου και η θεία μου μιλάνε ψιθυριστά. Η μία λέει στην άλλη να σωπάσει, να μην φοβάται τίποτα. Αυτές οι δύο προσπαθούν να ξεχάσουν εκείνο από το οποίο γλίτωσαν, τον προσηλυτισμό τους στον καθολικισμό, τις πολυάριθμες κρυψώνες στη διάρκεια του πολέμου, τα μυστικά τα καλά φυλαγμένα μέσα σε έναν σχολαστικό και αυθεντικά χριστιανικό φανατισμό ή μια δημοκρατική περηφάνια.
 
Μακριά από την παραφορά της Ευρώπης, πολλά χρόνια μετά τον τρόμο, τη φρίκη, ο ουρανός του Μπέι Σίτι κουβαλάει ακόμα μερικά πτώματα. Για τις δύο αυτές γυναίκες παραμένει βαρύς από ένα τρομακτικό, αρχαϊκό, σκληρό παρελθόν. Μέσα στα λόγια των δύο αδελφών κρύβονται χιλιάδες μυστικά και είναι χαραγμένος ο θάνατος των γονιών τους, που έγιναν καπνός και στάχτη.
 
Για τη θεία μου και τη μητέρα μου, ο διογκωμένος από το άδειο του μέλλον ουρανός της Αμερικής είναι μάλλον προτιμότερος απ’ όλους τους ουρανούς του κόσμου. Θα έπρεπε να είμαι ευτυχής που γεννήθηκα εκεί, κάτω απ’ αυτόν τον τόσο μαβή ουρανό.
 
          Στο Μπέι Σίτι, τη νύχτα μεταξύ 4ης και 5ης Ιουλίου του 1970, ενώ έχω μόλις γιορτάσει τα δέκατα όγδοα γενέθλιά μου, βάζω φωτιά στο σπίτι της θείας μου, της Μπαμπέτ, και του θείου μου, του Γκουστάβο, και ολόκληρη η οικογένειά μου απανθρωκώνεται.
 
Βρίσκομαι πίσω από το σπίτι και κοιτάζω. Ο θείος μου, η θεία μου, ο εξάδελφός μου, η μητέρα μου, και ο μικρός μου αδελφός που γεννήθηκε από το ξανασμίξιμο των γονιών μου το 1974, χάνονται σαν καπνός στον μαβή, πρωινό ουρανό του Μπέι Σίτι.
 
Τα πτώματα είχαν καεί τόσο πολύ, που δεν απομένει πια τίποτα. Μαζεύουν όμως βιαστικά μερικά υπολείμματα και μερικές στάχτες. Τα βάζουν στο νεκροταφείο μαζί με το πτώμα της αδελφής μου, της Άντζι.
 
Η μητέρα μου πρέπει να είναι ευχαριστημένη που ξαναβρίσκει την αγαπημένη της κόρη, τη μοναδική αγάπη της ζωής της, εκείνη που δεν έχει γνωρίσει. Τον φύλακα άγγελό της.
 
*Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Catherine Mavrikakis, Ο ουρανός του Μπέι Σίτι, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, μετάφραση Τζένη Κωνσταντίνου, σελ. 37-41.

Στην πόλη του Μίσιγκαν όπου γεννήθηκε η Έιμι, μεταξύ σούπερ μάρκετ, αυτοκινητοδρόμου και λυκείου, όλα την προόριζαν για την ήρεμη εφηβεία μιας τυπικής Αμερικανίδας. Αυτή ήταν και η επιθυμία της μητέρας της, μιας Πολωνέζας εβραϊκής καταγωγής, η οποία ήρθε στην αμερικανική ήπειρο προσπαθώντας να ξεφύγει από το οικογενειακό παρελθόν της.
Αλλά μέσα στο λαμαρινένιο σπίτι της Βερόνικα Λέιν, τα φαντάσματα δεν είναι δυνατόν να ξεχαστούν. Οι νύχτες της Έιμι στοιχειώνονται από φοβερούς εφιάλτες, όπου παραδόξως ξεπροβάλλουν όλοι οι μάρτυρες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς επίσης και το πρόσωπο της πρωτότοκης αδελφής της, που γεννήθηκε νεκρή.

Το μυθιστόρημα εξιστορεί λεπτομερώς τις κρίσιμες ημέρες του 1979, τότε που θα ανατραπεί το πεπρωμένο της αφηγήτριας: την 4η Ιουλίου, γιορτή της Ανεξαρτησίας και επέτειο των δέκατων όγδοων γενεθλίων της, το λαμαρινένιο σπίτι παίρνει φωτιά. Ολόκληρη η οικογένεια γίνεται καπνός και στάχτη, σε μια συγκλονιστική επιστροφή της Ιστορίας, αφήνοντας την Έιμι αντιμέτωπη με το παρόν της.

Όλη η ουσία αυτού του εμπνευσμένου βιβλίου βρίσκεται στην απελπισμένη θέληση της ηρωίδας του να απαλλαγεί από το παρελθόν. Ο "Ουρανός του Μπέι Σίτι" είναι ένα συγκλονιστικό αμερικάνικο μυθιστόρημα, από την άποψη ότι δεν παύει να θεωρεί δυνατόν το μέλλον των χαρακτήρων του· ένα μυθιστόρημα που εξετάζει με τρομακτική ακρίβεια κατά πόσο ένας λαός είναι ικανός να ξεχάσει την Ιστορία του.
---
*Η Κατρίν Μαυρικακίς γεννήθηκε το 1961 στο Σικάγο, από Έλληνα πατέρα και Γαλλίδα μητέρα. Διδάσκει λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ. "Ο ουρανός του Μπέι Σίτι" τιμήθηκε το 2009 με τα βραβεία Prix litteraire des collegiens και Prix des libraires du Quebec· είναι το πρώτο βιβλίο της που μεταφράζεται στα ελληνικά.