Πολλές φορές έχουμε σημειώσει ότι η Ποίηση δεν είναι μία ρηχή ψυχική εκτόνωση του δημιουργού. Δεν αποτελεί πεδίο καταγραφής σκέψεων με άλλο ύφος, αλλά μία τέχνη στην οποία ο δημιουργός βασανίζεται μέσα σε πειραματισμούς με τις λέξεις και τα συναισθήματα. Και τούτο αντικατοπτρίζεται και στην πρώτη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Ασημακοπούλου, «μία σακούλα καραμέλες» (Μελάνι, 2016), η οποία έρχεται να προσφέρει στην Ποίηση και να την ενισχύσει.

Πρόκειται για μια ποίηση όλο θέρμη και ευαισθησία που οικοδομείται σε έναν στίχο πεζό, σαν την πεζή πραγματικότητα που τυφλώνει τη νέα γενιά πυρπολώντας τα όνειρά της. Μα αυτά τα όνειρα προσπαθεί να αναγεννήσει κι η Ασημακοπούλου μέσα από την πεζόμορφη ποιητική της. 

Στίχοι επιμήκεις θρυμματίζονται και ξαναμεγαλώνουν αισθητοποιώντας τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της νεαρής δημιουργού. Ταυτόχρονα, όμως, καθορίζουν το ρυθμό που ακολουθεί η συναισθηματική ένταση των συνθέσεων προς την κορύφωση. Ωστόσο, ο πειραματισμός στην πλαστικότητα του στίχου δεν απουσιάζει. Συνθέσεις με κοφτούς στίχους (είπες να πετάξουμε, λήθη, τα μάτια σου) ή πεζοποιήματα (εκείνοι που μένουν, θα σου έστελνα μία πρόσκληση, 4 λεπτά, blue velvet, απολείπειν η σελήνη ήλιον, με λες πραγματικότητα, είχες να ζήσεις, ηρωικοί φόνοι, έξοδος) συμπληρώνουν τη συλλογή αποκαλύπτοντας μία αναζήτηση έκφρασης και φόρμας.

Η ίδια διάθεση πειραματισμού διαφαίνεται και στη σκηνική διάσταση που προσδίδει στην εκφραστική της. Αξιοποιεί την παραστατικότητα του διαλόγου (θα σου έστελνα μία πρόσκληση, απολείπειν η σελήνη ήλιον, 3+) και τη ζωντάνια των ερωτήσεων (φυγάδες) δίπλα σε ένα β’ ενικό πρόσωπο που διαμορφώνει συνθήκες ψευδοδιαλόγου. Εξάλλου, το εξομολογητικό ύφος, το οποίο ορίζει ο πρωτοενικός μονολογικός υποκριτής, ενισχύει την αίσθηση της κοινωνικής διάστασης της στιχουργικής της.

Η συνειρμική κίνηση, την ίδια στιγμή, συνεισφέρει στην αφηγηματική ροή δομημένη σε μία γλώσσα αμιγώς προφορική και οικεία. Σουρεαλιστικά στοιχεία ολοκληρώνουν τον υπερρεαλιστικό χαρακτήρα της στιχουργικής της. Και το ενδιαφέρον -ειδικά για μία πρωτοεμφανιζόμενη δημιουργό- είναι ότι ο υπερρεαλισμός της δεν κατευθύνεται προς την εικονοποιία, μόλο που συντελεί εικονοπλαστικά, σε μία πρωτότυπη ειρωνεία με οδηγό την ανοικείωση (κλοπή οφθαλμών, 4 λεπτά, ιχθύ λένε τη λήθη, 3 +, είχες να ζήσεις).

Η συλλογή, άλλωστε, διακρίνεται για τη λεπτή ποιητική ειρωνεία που εκχέεται με ευαισθησία και τόνους χαμηλούς. Συνεσταλμένες αντιθέσεις μέσα στο υπερρεαλιστικό υπόβαθρο ξαφνιάζουν τον αναγνώστη/ακροατή μέσα στο ήρεμο ποιητικό πεδίο (ρίζες διπλωμένος, θα σου έστελνα μία πρόσκληση, οι πότες, blue velvet, σαρκική ανωτερότητα, με λες πραγματικότητα, ομολογία) ή με ένα απρόσμενο τέλος (άγνοια φωτός, την αθάλασσαν, άγραφη, απολείπειν η σελήνη ήλιον, έξοδος).

Η δυναμική και τόσο ήσυχη υπερρεαλιστική μάτια της Ασημακοπούλου εκφράζει ακριβώς την απογοήτευση μιας γενιάς με το μέλλον μπροστά της, η οποία όμως αντικρίζει έναν κόσμο παράλογο, που παρακμάζει σέρνοντάς την στο βυθό της αποσύνθεσης. Την ίδια όμως στιγμή, με οδηγό τις αισθήσεις και το θυμικό που διεγείρει η σουρεαλιστική της ειρωνεία, τρύπα στην καρδιά του κοινού και επιτρέπει να αναδειχθεί το λανθάνον στοχαστικό περιεχόμενο.

Πάνω όμως στην παράλογη ειρωνική στιχουργική της και τις ευαίσθητες χορδές με τις οποίες αγγίζει την κοινωνία (μίλα μου για θαύματα μωρό μου, αμετανόητα, Δεκέμβρης, εν πλω ή πως εγκαταλείπεις μία αλήθεια) δομείται ένας πρωτότυπος κοινωνικός λυρισμός (αυλαία). Άλλωστε, με την επιμελημένη φροντίδα στην εκφραστική της, η Ασημακοπούλου δεν επιτρέπει να μετασχηματιστεί η ποιητική της ειρωνεία σε σαρκασμό ή δηκτικό ύφος (ηρωικοί φόνοι, ασυγχώρητο). Έτσι, η λυρική προσέγγιση εμποτίζει τις συνθέσεις δίχως να αλλοιώνει την κριτική διάθεση ή την απογοήτευση (την αθάλασσαν, ρίζες, μία σακούλα καραμέλες, τα μάτια σου, γενέθλια 2010).

Αντίθετα, μάλιστα, τα ενισχύει. Ακόμα και η πολιτική σύγκρουση (λήθη) ή η βαρβαρότητα (έξοδος) υποτάσσονται στις λυρικές ανάσες της. Ακόμα και ο έρωτας και η αγάπη δεσμεύονται σε αυτή τη νόρμα (μελλοντικό, ανεξαρτήτως άνοιξης, γενέθλια 2010).

Η Ασημακόπουλου, από την πρώτη της κιόλας εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα, μας χαρίζει μία σακούλα με στίχους γεμάτους με τη γλύκα του υβριδικού λυρισμού της με ρίζες στον υπερρεαλισμό και την κοινωνική αναζήτηση. Μία γλυκιά γεύση που αποτυπώνει τον κοινωνικό παραλογισμό που την περικλείει, αποφεύγοντας με ευκολία τον ποιητικό εγωκεντρισμό, εκφράζοντας μία ολόκληρη γενιά.

Το βιβλίο