Πριν απο τέσσερα χρόνια εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη λογοτεχνία με ένα βιβλίο  για τη γειτονιά που έζησε 35 χρόνια της ζωής του. Μια  νουβέλα για την υπόκωφη συγκρότηση του ρατσισμού και την πανταχού παρούσα βία, που μεταφέρθηκε δύο χρόνια αργότερα στον κινηματογράφο.

Το «Amerika square» δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Σακαρίδη –  μετά το «Wild Duck»- σε σενάριο του ίδιου, του Βαγγέλη Μουρίκη και του Γιάννη Τσίρμπα, βασισμένο στο βιβλίο του τελευταίου, «Η Βικτώρια Δεν Υπάρχει» (εκδόσεις Νεφέλη), είναι η φετινή ελληνική εκπροσώπηση στην επετειακή 90ή απονομή των Όσκαρ για το βραβείο καλύτερης ξένης ταινίας.
Λίγο πριν την τελική επιλογή – κι ενω στο μεταξύ έχει γίνει γνωστό οτι η ταινία θα δώσει το παρόν στο διεθνές φεστιβάλ  κινηματογράφου στο Βελιγράδι-ο Γιάννης Τσίρμπας μας μιλάει για τον κινηματογράφο, τους  ήρωες, τα θηρία και την αφύπνιση.

Τέσσερα χρόνια μετά η Βικτώρια πως φαντάζει στα μάτια σας;υπάρχει; έχει αλλάξει;

«Η Βικτώρια εξακολουθεί να υπάρχει, με στοιχεία συνέχειας, αλλά και αλλαγής, όπως άλλωστε όλοι οι αστικοί τόποι. Αν το δει κανείς από μια συγκεκριμένη φιλοσοφική άποψη, αυτό που βλέπουμε δεν είναι ποτέ αντικειμενικό, αλλά φιλτράρεται μέσα από γνώσεις, προηγούμενες εμπειρίες, ιδεολογία και λοιπά. Από την άποψη αυτή, υπάρχουν και τα δύο και, ταυτόχρονα, εξαρτάται από το ποιος είναι κάθε φορά ο παρατηρητής.»

Σήμερα ποια ιστορία νιώθετε την ανάγκη να πείτε;

«Την ιστορία ενός ανθρώπου που δεν έχει την ευκαιρία να πει τις ιστορίες που θέλει να πει.»

Εσείς φοβάστε τα «θηρία»;

«Αν το θηρίο είναι ο φασισμός και η συνηθέστερη εκδήλωση που πάει πακέτο μαζί του, η ωμή βία –γιατί ο φασισμός είναι πρώτα από όλα δράση και μετά ιδεολογία- τότε, ναι, φοβάμαι τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτό το θηρίο και πιστεύω ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να φοβόμαστε τους φασίστες όμως. Αν φοβηθούμε, νίκησαν. Και κυρίως αν φοβηθούμε να συνεχίζουμε να διαφωνούμε ριζικά σε όλα τα επίπεδα που μπορούν να διαφωνήσουν οι πολίτες μιας πολιτισμένης, δημοκρατικής κοινωνίας. Αυτό θέλουν, να περιορίσουν ένα μέρος του διαλόγου, να βάλουν όρια στη συζήτηση.»

Ισχύει οτι μεγαλύτερος φόβος είναι ο ίδιος ο φόβος;

«Ο ίδιος ο φόβος είναι μεγαλύτερος όταν δεν υπάρχει πραγματικό αντικείμενο. Εδώ υπάρχει όμως…»

«Για να νικήσεις τα θηρία, τα φαντάσματα, τους δαίμονες, ο, τι σε στοιχειώνει πρέπει να τα δεις κατάματα, να τα αντιμετωπίσεις..» συμφωνείτε με την άποψη;

«Ναι, αφού πρώτα το αναγνωρίσεις.»

«Νομίζω ότι η "αφύπνιση" είναι μια αργόσυρτη διαδικασία που εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Επιπλέον, πριν ξεκινήσουμε μαζί για την αφύπνιση, πρέπει να συμφωνήσουμε για το περιεχόμενό της, κάτι που μάλλον δεν θα γίνει ποτέ.» Συνεχίζετε να το υποστηρίζετε; Η αφύπνιση είναι πάντα ο πιο δύσκολος στόχος;

«Η μαζική αφύπνιση ως έννοια μοιάζει κάπως σκοτεινή ε; Αυτό που εννοούσα είναι ότι δεν υπάρχει σε συνολικό επίπεδο, ότι είναι αφενός μια ατομική υπόθεση και αφετέρου μια αργή διαδικασία.»

Έχετε δηλώσει: «Η «γειτονιά» δεν αποτελεί κάποια αξία από μόνη της. Ειδικά δε όταν χρησιμοποιείται ως περιχαράκωση, ως «σύνορο», όπως συμβαίνει στον κεντρικό ήρωα της «Βικτώριας» είναι μάλλον κάτι αρνητικό. Αν ως γειτονιά εννοούμε πιο κοντινές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, θα μπορούσα να το δεχτώ, αν εννοούμε όμως μια τοπικιστική, χωροταξική περιχαράκωση, την οποία πρέπει να υπερασπιστούμε από «εξωτερικούς εχθρούς», νομίζω ότι δεν βοηθά σε κάτι. Δεν νοσταλγώ τη γειτονιά, επιθυμώ όμως την ελευθερία να χαίρονται όλοι το δημόσιο χώρο.». Εσείς τελικά τι εννοείτε ως γειτονιά;

«Τις σχέσεις των ανθρώπων, όπως αυτές καθορίζονται από τον τρόπο που είναι δομημένο και οργανωμένο το περιβάλλον τους.»

Δε νοσταλγείτε επομένως τη γειτονιά..στην οποία ζήσατε 35 χρόνια.;

«Νοσταλγώ τα πάντα και τίποτα. Νοσταλγούμε, αν νοσταλγούμε, περιόδους της ζωής μας που συνδέονται με γειτονιές, δουλειές, ανθρώπους. Η τωρινή συνέντευξη είναι υποψήφιο υλικό νοσταλγίας, ας πούμε.»

Πιστεύετε πως η γειτονιά μας διαμορφώνει; τα παιδικά μας χρόνια; οι ρίζες; τα βιώματα;

«Προφανώς. Είμαστε όλα αυτά.»

Το πατρίδα μας είναι η παιδική ηλικία έχει αλήθεια;

«Σε ψυχικό επίπεδο έχει.»

Λέτε για το βιβλίο:«μια ιστορία αφηγούμαι και ό,τι καταλάβει ο καθένας, κατάλαβε...» Ακούγεται σαν προσωπική υπόθεση..

«Είναι προσωπική υπόθεση των ηρώων, ναι…Στη λογοτεχνία, κατά τη γνώμη μου, η μοναδική αφετηρία μπορεί να είναι προσωπικές, ιδιωτικές ιστορίες που, προφανώς, ανάγονται στο δημόσιο πολύ συχνά. Το αντίθετο είναι μάλλον προβληματικό ή, τουλάχιστον, δεν λειτουργεί σε μένα.»

Τον ήρωα τον έχετε συναντήσει; ή είναι πλάσμα της φαντασίας;

«Δεν κάνουν ποτέ μια τέτοια ερώτηση σε έναν πεζογράφο.»

Έχετε μιλήσει για τις μεγάλες αγάπες σας. Τι κοινό έχει ο Καζαντζάκης με τον Κόρμαν Μακάρθι, το Ροθ, τον Καπότε, το Βαλτινό, τον Αλτουσέρ (τη φράση του οποίου «Αδεια καρέκλα δεν υπάρχει, πάντα κάποιον πρέπει να σηκώσεις για να κάτσεις», έχετε επικαλεστεί για την ιστορία του βιβλίου);

«Μου αρέσουν!»

Αλλά αν πάντα κάποιον σηκώνεις για να καθίσεις πάντα κάποιος δε θα έχει καρέκλα.. τελικά, τι σχέση έχει αυτό με τη θεωρία του μαρξισμού;

«Για μένα αυτή η φράση αποτελεί ένα πιθανό πρίσμα θέασης κάποιων πλευρών της κοινωνικής ζωής.»

Ας υποθέσουμε οτι γράφετε ένα βιβλίο με ήρωες τα είδωλά σας απο το χώρο της λογοτεχνίας, της ιστορίας, της πολιτικής, ακόμα και της μυθολογίας ποιους θα επιλέγατε;

«Προς το παρόν, προτιμώ να γράψω μια ιστορία για κάποιον που κάθεται δίπλα μου στο μετρό.»

Σε μια πάλι υποθετική συνάντηση, μια νυχτερινή παρέα ποιους (απο τους πιο πάνω) θα θέλατε κοντά σας;

«Όλοι αυτοί με έχουν ήδη συντροφεύσει πολλές νύχτες, έστω και μέσα από το χαρτί.»

Έχετε χαρακτηρίσει τη Χρυσή Αυγή "απολιτίκ"...

«Είναι απολιτίκ με την έννοια ότι αποφεύγουν οι ίδιοι να τοποθετηθούν στον άξονα Αριστεράς-Δεξιάς, κάτι που τους επιτρέπει να προσκολλώνται, να παρασιτούν και να σπιλώνουν απόψεις, στάσεις, συμπεριφορές, ομάδες ανθρώπων από όλο το πολιτικό φάσμα. Ξέρουμε, βέβαια, πού ανήκουν και πού να τους κατατάξουμε.»

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία στο σενάριο;

«Το σενάριο είναι μια «στεγνή» διαδικασία σε σχέση με το πεζό λογοτεχνικό κείμενο. Πρέπει συνεχώς να έχεις στο νου σου ότι ό,τι γράφεις πρέπει να μπορεί να φανεί στην κάμερα. Αυτό ήταν το δυσκολότερο σημείο θεωρώ. Η μικρότερη ελευθερία που έχεις σε σχέση με τη λογοτεχνία.»

Η πιθανότητα να προκριθεί στα ξενόγλωσσα Όσκαρ – να κερδίσει το χρυσό αγαλματάκι- πόσο σας ενδιαφέρει;

«Με ενδιαφέρει στο βαθμό που θα αποτελέσει αναγνώριση για μια ομάδα ανθρώπων που, με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη, του Γιάννη Σακαρίδη, παρήγαγαν ένα πολύ καλό αποτέλεσμα.»

Θα ήταν μια τολμηρή επιλογή;

«Θα ήταν μια καλή επιλογή…»

Ο κινηματογράφος που αγαπάτε ποιος είναι;

«Αυτός με αρχή, μέση και τέλος.»

Η τελευταία ταινία που σας συγκίνησε;

«Το happy end του Χάνεκε. Γιατί είχε όντως happy end, κατά τη γνώμη μου.»

Έχετε στο μυαλό σας ιστορίες, σενάρια; γειτονιές; ήρωες;

«Συνεχώς…»

Τι για εσάς, κάνει έναν άνθρωπο ήρωα;

«Η ξεχωριστή «φωνή» του και η αλήθεια του.»

Τις δημοσκοπήσεις πόσο πρέπει να τις πιστεύουμε;

«Όσο πρέπει. Ας μην δώσουμε στις δημοσκοπήσεις μεγαλύτερες ευθύνες από αυτές που πραγματικά έχουν.»

Αν θέλατε να κάνετε μια δική σας δημοσκόπηση ποιο θα ήταν το ερώτημα;Τι πραγματικά σας ενδιαφέρει να μάθετε;

«Είναι τόσα πολλά…»

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΌ

Ο Γιάννης Τσίρμπας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Μεγάλωσε στο κέντρο της πόλης. Διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκτός από επιστημονικές εργασίες, δημοσιεύει άρθρα και βιβλιοκριτικές στον τύπο και στο διαδίκτυο. Διηγήματά του έχουν βραβευτεί σε πανελλαδικούς διαγωνισμούς, έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους και δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Η Βικτώρια δεν υπάρχει είναι το πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο. Μεταφράστηκε στα γαλλικά (Victoria n' existe pas, Quidam Editeur 2015, μτφ. N. Pallier και σε αυτό βασίστηκε η ταινία του Γιάννη Σακαρίδη με τίτλο «Amerika Square», η οποία απέσπασε, μεταξύ άλλων, το βραβείο καλύτερης ελληνικής ταινίας από τη Διεθνή Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (2016).

Η Βικτώρια δεν υπάρχει

Μια νουβέλα για την υπόκωφη συγκρότηση του ρατσισμού και την πανταχού παρούσα βία. Για κάποιους, ούτε καν η καταπρόσωπο επαφή με την πιο σκοτεινή πραγματικότητα δεν μπορεί να ανασύρει τη θετική τους ταυτότητα, ούτε ο φόβος για το «θηρίο» το ίδιο δεν μπορεί να τους βγάλει από την απάθεια. Για κάποιους άλλους, η τελευταία ταυτότητα που έχει απομείνει είναι η γειτονιά τους. Και θα προσπαθήσουν να την προασπίσουν. Με κάθε μέσο... Δυο άγνωστοι συναντιούνται στο τρένο με κατεύθυνση την Αθήνα. Είναι βέβαιοι ότι δεν θα ξανασυναντηθούν ποτέ. Ο ένας ξεδιπλώνει τη «στριμωγμένη» του ταυτότητα, μέσα από σπαράγματα της ασφυκτικής του καθημερινότητας: οι ξένοι και η φτώχεια έχουν αρπάξει τη γειτονιά του, τη Βικτώρια. Φαντασιώνεται τη δική του «τελική λύση», ενώ ζορισμένοι «Βικτωριανοί» από το παρελθόν διακόπτουν σποραδικά την αφήγηση θυμίζοντας ότι η βία κάθε άλλο παρά σημερινή είναι. Την ίδια ώρα ο συνεπιβάτης (ο αναγνώστης;), ερχόμενος από πρώτο χέρι σε επαφή με μια σκοτεινή πραγματικότητα, ταξιδεύει από την ηδονοβλεψία στην πολιτική ορθότητα και, από εκεί,
στον φόβο και την απάθεια.