Πληθωρικός με ακατάβλητη θετική ενεργεία (σε καιρούς αρνητικούς), ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης κατέθεσε «Ντεπό» στην πεζογραφία με είκοσι επτά νέα διηγήματα που ξεκλειδώνουν αθόρυβα λεπτομέρειες  του εαυτού μας,  τις οποίες αποσιωπούμε, όπως  τα  αυτοάνοσα  του χαρακτήρα μας.

Ήρωες, οι επιζήσαντες του πλανήτη γη. Ένα κοπάδι αθερίνες, ένας ξεχασμένος έρωτας,  ένα εφηβικό bullying, ο αριστερός Περλεπέ και ο αντίπαλος του φασίστας, ένας συνταξιούχος πιλότος, οι μεθυσμένες πέστροφες,  ζώα και καθημερινοί άνθρωποι, συμπλέκονται ισότιμα στις ιστορικές και πολιτισμικές αλλαγές, στο απώτερο χτες, αναπόσπαστο μέρος του σήμερα και του αύριο,   επαναγράφοντας αρχετυπικά θέματα και νέες αλληγορίες, μέσα από μοναχικές ή ομαδικές  διαδρομές και  προβλέψιμα απρόβλεπτες πράξεις.

Αν την Μήδεια νικά  το πάθος,  αν ο Οιδίποδας αδυνατεί να ξεφύγει από την μοίρα,  αν  θεϊκή δύναμη ή αδυναμία καθορίζει τους θνητούς,   οι πρωταγωνιστές του Σκαρμπαδώνη, βγαίνουν  από το ασήμαντο της καθημερινότητας και  φωτίζουν  συνηθισμένες πράξεις, φαινομενικά μικρές και στερεοτυπικές, όσο μια θλιμμένη χειρονομία, που όμως αποβαίνει  μοιραία στο σύνολο του βίου.  Ο αναγνώστης  βυθίζεται στα ανθρώπινα πάθη, τα ιστορικά λάθη, τα εγκλήματα και στην  εναγώνια προσπάθεια συντήρησης της ελπίδας,  πριν το χτες, το σήμερα και μετά το αύριο.

Στο διήγημα με τίτλο «Το Χρυσοσκάνδαλο Saint Ettienne» ασυνείδητοι κυνηγοί  δολοφονούν αποτρόπαια  μιαν έγκυο γουρούνα. Η περιγραφή  ξεπερνά την προβλέψιμη στημένη βία στους φόνους του Ταραντίνο και  καθηλώνει η ασυνείδητη πράξη,  ενώ ο αρχετυπικός μύθος, γίνεται η ιστορία που θα λέγεται από στόμα σε στόμα για τον καταποντισμού του  ανθρώπου.

Στα «Λευκά Χριστούγεννα», ο Γιάννης Περλεπέ, που έσωσε τη ζωή του Ζαχαριάδη, πάει με δική του άδεια και άλλους είκοσι να πούνε τα κάλαντα στους φασίστες, «ρε κομμούνια να σας τα πούμε κι εμείς», απαντούν και τραγουδούν  το «δεν ρώτησες τόσον καιρό για μένα». Οι ρίζες  είναι κοινές, οι μνήμες  είναι κοινές και οι ιδεοληψίες μόνιμη αναπότρεπτη παγίδα.

Ανακουφιστική η επιστροφή της μεταφυσικής. Καταπατημένη και λεηλατημένη τα τελευταία χρόνια από έναν επιπόλαιο  ρεαλισμό, στις σελίδες του «Ντεπό» ζωντανεύει είτε με γέφυρα τα όνειρα του ύπνου, είτε δίχως την ανάγκη τους. Στις «μεθυσμένες πέστροφες» το παράλογο συμφιλιώνεται με το τυχαίο για να μετατρέψει το κόκκινο σαν αίμα ποτάμι σε θεία μετάληψη, ενώ στις  «Βελέντζες κάτω απ’ τη ροδιά», η εφηβική ενοχή   παραμένει στο προσκήνιο, και «ο ουρανός  βαρύς, μολυβής κατέληγε σε μοβ ποδόγυρους σαν δυσμένεια βασιλέως». «Το κορίτσι στη γειτονιά είχε πάθει τύφο, αργότερα πολυoμελίτιδα και όλοι την απέφευγαν, κι εκείνη  κρυβόταν  μέχρι που έπαθε μελαγχολία  και την κλείσανε σε ίδρυμα».

Τα διηγήματα, καταγγέλλουν χωρίς να καταγγέλλουν. Αποκαλύπτουν   την μοίρα ενός  στιγμιαίου παραπατήματος που γίνεται αδίκημα και βαρύ φορτίο ζωής. Καθημερινοί άνθρωποι, ιερομόναχοι και αντάρτες, μνήμες των χρόνων του λύκου, και  η δική του «Ελένη», γίνονται σύμβολα μιας ηθικής, για την οποία ο άνθρωπος αγωνίζεται από γεννησιμιού του.  Ιστορίες που ισορροπούν και ταυτόχρονα θεμελιώνονται σ’ όλους τους καιρούς, από τα ειδωλολατρικά χρόνια ως σήμερα,  αφού  η αναζήτηση της εσωτερικής αλήθειας, συνδιαμορφώνει τον πολιτισμό.

Μαέστρος της γραφής και  του αισθήματος δικαίου,  παρακάμπτει τον σύγχρονο πεσιμισμό, ηρώων, θεμάτων, εικόνων και προχωρά στην κάθαρση, δίνοντας πνοή στην ελπίδα, ενώ η αναζήτηση του μυθικού προσώπου συνεχίζεται. Η Ελένη του  Γιάννη Ρίτσου είναι εκατό χρόνων, χρεοκοπημένη και ολομόναχη, του Σεφέρη «ένα άδειο πουκάμισο», του Σκαμπαρδώνη («Ελένη transit») ψάχνει «τη γυναίκα που ξέρει από οδύνη, ξέρει από μαχαιριά και πώς να ζυμώνει ψωμί (την) Ελένη με τα πολλά αίματα και τα σκοτάδια,  (την) Ελένη με τα λοξά ψέματα και το μπλου τζιν».

Σε μια  Ελλάδα γνώριμη,  του προχτές, του χτες και του σήμερα, όπου το λαμπρό συνυπάρχει με το ποταπό, ο Σκαμπαρδώνης με άφοβες μεταφορές και  ποίηση,  πετυχαίνει να  αναγνωρίσουμε  εαυτούς και αλλήλους με οργή, τρυφερότητα,  αγάπη και αγανάκτηση.

Στο «Ντεπό» ο συγγραφέας,  μετέτρεψε σε μυθικό το φαινομενικά μηδαμινό, εκείνο που στιγματίζει τη ζωή  όσο και τον θάνατο, κι αυτό  απαιτεί δρομέα μεγάλων αποστάσεων. Το «Ντεπό», (Εκδόσεις Παττάκη), διαβάζεται απνευστί και παίρνει τη θέση του στην  βιβλιοθήκη, πλάι σ’ εκείνα τα πέντε  βιβλία που μας ακολουθούν.