Από μία φιλοσοφική άποψη η Λογοτεχνία και η Ιατρική αποτελούν ανθρωπιστικές τέχνες και συνδέονται άρρηκτα, με κοινό αντικείμενο τον άνθρωπο. Άλλωστε και οι δύο τομείς διερευνούν την ανθρώπινη (ή γενικότερα έμβια) φύση και αναζητούν - με μια διευρυμένη ματιά - ερμηνείες και θεραπείες για τον Άνθρωπο. Έτσι εύκολα αποκτά κι άλλο νόημα η θέση του Αντόν Παύλοβιτς Τσέχοφ ότι η ενασχόληση με την Ιατρική είχε επηρεάσει σοβαρά τη λογοτεχνική του δραστηριότητα διευρύνοντας σημαντικά το πεδίο των παρατηρήσεών του.

Εξάλλου, πρόσφατα ακόμα ο Richard M. Berlin έγραφε ότι «οι γιατροί χρειάζονται την ποίηση γιατί τους φέρνει πιο κοντά στους ασθενείς τους», ενώ αναφερόμενος στον ποιητή - γιατρό Rafael Campo σημείωνε πως «η ποίηση εμπεριέχει τους ρυθμούς του σώματος μας, τον καρδιακό χτύπο, τον ρυθμό της αναπνοής, ρυθμούς τόσο βαθείς και αρχαίους όπως η ίδια η ζωή. Στην προϊστορική εποχή, πριν εμφανιστεί ο γραπτός λόγος, ο πολιτισμός μεταδίδονταν με την γλώσσα της, και η ποίηση ήταν η γλώσσα των θεών...».

Ο Νίκος Μυλόπουλος συνεχίζει την παράδοση της Θεσσαλονίκης σε ποιητές γιατρούς, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005), ο Ανδρέας Λίτος (1934), ο Βασίλης Ιωαννίδης (1948), η Δέσποινα Καϊτατζή - Χουλιούμη (1952), ο Τάσος Κουράκης (1948), πλάι στις βιολόγους Μαρία Λατσάρη (1972) και Ευτέρπη Κωσταρέλη (1981). Με τη νέα του ποιητική συλλογή, «όπως η θάλασσα με το αύριο» (Γαβριηλίδης, 2016), ο Νίκος Μυλόπουλος στοχάζεται για τον ανθρώπινο βίο με έναν υπαρξιακό χαρακτήρα.

Ωστόσο, η οπτική του δεν είναι ατομοκεντρική. Το α' πληθυντικό μεταδίδει μία συλλογική διάσταση στο ποιητικό υποκείμενο αποκαλύπτοντας μία κοινωνική αναζήτηση που λανθάνει πίσω από την υπαρξιακής φύσης μελαγχολία (ηρωική επιλογή, άδειο κρεβάτι, τελευταία εκδοχή, ιστορίες και πρόσωπα).

Μέσα στο αφηγηματικό και εκμυστηρευτικό ύφος ήπιες μεταφορές με υπερρεαλιστική καταγωγή (υγρό πυρ, η ηδονή της απόστασης, εφαψίες ζωής, απροσανατόλιστοι, αφύπνιση επιτέλους, ο τοκετός του φεγγαριού) και μια λεπτή μετωνυμική χρήση του λόγου εμπλουτίζουν τη φιλοσοφίζουσα στιχουργία (ταμείο ζωής, παγίδες των χειλιών, απόλυτο τίποτα, σύντομη συνομιλία, ανάφλεξη) με ήπιες αλληγορίες (απροσκύνητα βλέμματα, κατακαλόκαιρο).

Την ίδια στιγμή, μέσα στην ελεγχόμενη συνειρμική ροή, ένας ήπιος ερωτισμός δροσίζει την ποιητική έκφραση (απόλυτο τίποτα, άπτερος έρως, λευκό ποινολόγιο ανασκαφή ουτοπίας, παγίδες των χειλιών, εθνική οδός), συνδέοντας το ερωτικό με το κοινωνικό, το ατομικό με το συλλογικό (γυναικείο κορμί, γαλάζιο ποδήλατο, μικρό πανδοχείο). Μοιάζει σαν ο έρωτας να δίνει εκείνες τις αναγκαίες δυνάμεις ώστε να προχωρήσουν οι άνθρωποι στη ζωή.

Άλλωστε, μπροστά σε αυτήν την ανάγκη αντίστασης στις δυσκολίες του βίου, η ποίηση και ο έρωτας συνοδοιπόρουν με τον δημιουργό στο στοχαστικό πλέγμα της ποιητικής του (κύκλος). Άλλοτε, πάλι, το ερωτικό στοιχείο γίνεται εντονότερο αναδύοντας έναν ιδιαίτερο ρομαντισμό (σαν ζεστό ψωμί, ερωτευμένοι διαγώνια, ανάφλεξη, άνοιξη, απάνθρωπη λογική, απροσανατόλιστοι) που αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου ως μία εσωτερική πηγή άντλησης δύναμης.

Το βιβλίο