Η σχέση της ποίησης με τις εικαστικές τέχνες είναι ίσως το ίδιο μακραίωνη με την ίδια την ανθρώπινη παρουσία ως οι πρώτες απόπειρες αναπαράστασης και διήγησης.

Κλασικοί -πια- ποιητές έχουν διακριθεί τόσο στη ζωγραφική όσο και σε άλλες τέχνες. Είναι γνωστή η σχέση του Ρίτσου και του Ελύτη με τη ζωγραφική χωρίς φυσικά να ξεχνάμε τον Εγγονόπουλο που διακρίθηκε στις εικαστικές τέχνες (αναλόγως και μουσικών ή αρχιτεκτόνων).

Και μόλο που η σχέση των δύο τεχνών δεν είναι εμφανής σε πρώτη προσέγγιση, αποτελεί βασικό σημείο επαφής για καλλιτέχνες, καθώς ένα θέμα το αντιλαμβάνονται όχι μόνο γλωσσοκεντρικά μα και από τη συναισθηματική οπτική μιας άλλης τέχνης.

Και είναι ευτυχές ότι σήμερα δειλά-δειλά εμφανίζονται καλλιτέχνες από άλλους χώρους που αναζητούν μία οδό έκφρασης των αγωνιών τους στην ποίηση.  Σε αυτό το κλίμα κινούνται και οι πρωτοεμφανιζόμενοι Ματίνα Μάμαλη «α(χρονο) ταξίδι» (vakxikon, 2016) με τον Δημήτρη Βαλλάτο «η ιστορία της αλιείας» (vakxikon, 2016).


 
Η Ματίνα Μάμαλη πειραματίζεται με τη φόρμα και το ύφος· ακόμα δεν έχει διαμορφώσει κάποια προσωπική γραφή, αναζητώντας εκφραστικές διεξόδους στις σουρεαλιστικές μεταφορές ή το αφηγηματικό ύφος, κινούμενη μεταξύ της ολιγόστιχης και της εκτεταμένης φόρμας.

Η στιχουργία της κινείται στο χώρο της «ποίησης της αγανάκτησης». Η κοινωνική αναζήτηση αποκτά μία υπαρξιακή διάσταση μέσα στο κατεστραμμένο κοινωνικό περιβάλλον. Εκφράζει ποιητικά τις αγωνίες και τις ανασφάλειες των ανθρώπων που προσπαθούν να επιπλεύσουν στο βούρκο της κρίσης (πορφύρας δάκρυα, απωλεσθείσες λέξεις, ενσυναίσθηση, ώρα μηδέν, άπαρσις, (ά)χρονο ταξίδι). Και η χρήση του α' πληθυντικού ως ποιητικό υποκείμενο αισθητοποιεί ακριβώς τούτη τη συλλογική έκφραση (ανεπάρκεια σκέψης, τέχνη από όνειρα, σφηνωμένος ώρες, ισόβια μνήμη, άπαρσις, (μ)πλέξιμο).

Μόλο που ακόμα στην ποιητική της δεν η σχέση με τις εικαστικές τέχνες σε μία επιφανειακή προσέγγιση, δεν είναι ορατή, η δημιουργός με την ωριμότητα της καλλιτεχνικής της ηλικίας να έχει κατακτήσει βασικά υλικά της τέχνης: το συναίσθημα και αναλογία.

Ποιητικές αναλογίες φέρνουν το παρελθόν σε σύγκριση με το παρόν (Λένινγκραντ). Ελαφριές αλληγορίες θεμελιωμένες σε μια συνειρμική ροή εξάγουν αβίαστα έναν πλούσιο στοχαστικό συναισθηματισμό με υπαρξιακή βάση (λέμβος περι-συλλογής, προσεχώς ασφυξία) αποκαλύπτοντας μία υπό εξέλιξη ποιητική δύναμη (Λένινγκραντ, αποποίηση πλαστών διαισθήσεων). Με οδηγό τη σουρεαλιστική κίνηση και έμφαση στη γλώσσα και τη συναισθηματική ένταση στιχουργεί στη δοκό ενός νοηματικού δυϊσμού (μετα-πτώσεις, πτυχές, μίλια).

Το χαμένο παρελθόν της αθωότητας συμπλέκεται με το πυρπολημένο όνειρο (Κ-/εν/-ό, άπαρσις) μέσα από την τοποθέτηση του ποιητικού εγώ στο κοινωνικό σύνολο. Έτσι όμως όχι μόνο αποφεύγει κάποια πιθανή εγωκεντρική αυτοαναφορικότητα, αλλά λειτουργεί ως ποιητική φωνή των θαμώνων του ονείρου (μετριότητες, σχημα-το-ποιημένη σκέψη, (ά)χρονο ταξίδι).

Και οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι παρόλο που ακόμα η Μάμαλη δεν έχει κατακτήσει κάποια προσωπική ποιητική φωνή, ελέγχει απόλυτα τη συναισθηματική ένταση κλιμακώνοντάς την και τον στιχουργικό ρυθμό τόσο στις ολιγόλεπτες συνθέσεις -με θρυμματισμένους σε ονοματικά σύνολα στίχους- όσο και στα μεγαλύτερα -με έντονο πεζολογικό χαρακτήρα- ποιήματα της συλλογής που ακολουθείται η αφηγηματική ροή.


 
Ανάλογο δρόμο ακολουθεί και ο εικαστικός Δημήτρης Βαλλάτος. Αν και το ύφος του διαφέρει σημαντικά κι αυτός πειραματίζεται με τη φόρμα. Φαίνεται όμως να έλκεται περισσότερο από την υπερρεαλιστική παράδοση καθώς είναι εμφανής η συνειρμική κίνηση στη στιχουργική του με μία αποφθεγματική διάσταση.

Η στιχουργική ποικιλία δείχνει την αναζήτηση ενός προσωπικού ύφους σε μία προσπάθεια αποφυγής ενός τυφλού μιμητισμού. Υπερμεγέθεις στίχοι διασταυρώνονται με ολιγόλεπτα ποιητικά θραύσματα και ποιητικά πεζά, ενώ επιρροές εντοπίζονται από όλη την ποιητική παράδοση σε μία προσωπική οπτική.

Κύρια ονόματα αποδίδονται ως κοινά μετατρέποντάς τα σε συμβολικές ιδιότητες ή κοινές λέξεις αισθητοποιώντας, ταυτόχρονα, μία κομφορμιστική ενότητα λέξεων με κεφάλαια μόνο στην αρχή των περιόδων λόγου. Παράλληλα, αξιοποιεί την παγκόσμια λογοτεχνία και μεταχειρίζεται ως σύμβολα πρόσωπα και μύθους. Με το ίδιο σκεπτικό επιστρατεύει και στοιχεία από το συναισθηματικό θησαυροφυλάκιο της εκκλησιαστικής παράδοσης.

Οι εικαστικές καταβολές του δημιουργού αποκαλύπτονται εύκολα μέσα στην αφηγηματική συνειρμικότητα. Ένας εικαστικός πλούτος αναδύεται αβίαστα στις εκτενέστερες συνθέσεις ενώ λυρικές πινελιές αφήνουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στο καναβάτσο των ποιητικών πεζών.

Ωστόσο ο Βαλλάτος δεν περιορίζεται σε μία στείρα εικονοποιία. Τα πινέλα διασταυρώνεται με τις λέξεις στην αναζήτηση ποιητικής έκφρασης. Η λιτή γλώσσα με την ασυνείδητη ροή εικόνων διαμορφώνει το συναισθηματικό πεδίο στο οποίο ισορροπεί το υπαρξιακό ή κοινωνικό περιεχόμενο. Ο δημιουργός επιστρέφεται επιστρατεύει τις αισθήσεις και το αποφθεγματικό ύφος με τα συναισθήματα διαμορφώνοντας ένα -εύληπτο- στοχαστικό πλαίσιο αναφοράς.