Ένα ποίημα αποσπασματικά εξεταζόμενο, μολονότι αφήνει να φανούν η σκέψη και οι αγωνίες του δημιουργού, αδυνατεί να δώσει μία ολοκληρωμένη εικόνα για τις ανησυχίες του. Μία συλλογή όμως αποκαλύπτει όλο το φάσμα των αγωνιών -σε μία συγκεκριμένη τουλάχιστον εποχή- και συχνότατα ιχνογραφεί την ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη. Έτσι ακόμα και αν δεν αποτελεί μία ενιαία ποιητική σύνθεση, η κριτική προσεγγίζει την συλλογή ως τέτοια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανωτέρω σκέψης είναι η τελευταία ποιητική συλλογή της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, «λιγοστεύουν οι λέξεις» (μελάνι, 2017) που ενώ απαρτίζεται από ξεχωριστά ποιήματα, όλα μαζί συναποτελούν μία θεματική και στιχουργική ενότητα. Έτσι κάθε σύνθεση διατηρώντας την αυτοτέλειά της αποτελεί δεσμό θεματικό του όλου ποιητικού εγχειρήματος.

Στη συλλογή η ποιήτρια διαπραγματεύεται το πολύπτυχο θέμα του ξεριζωμού (πρόσφυγες-νανούρισμα, kärlekslås, το τετράφυλλο, επέστρεφε, τέσσερα κλωνιά ανθεκτικά, κατά το σούρουπο, dilemma, πώς διεγείρουν οι οικείες λέξεις). Η δημιουργός συνδέει την υπαρξιακή διάσταση της μνήμης του «ιδιώματος του μετανάστη» με την κοινωνική αγωνία για τον Άλλο, τον άπατρι, τον ανέστιο. Έτσι, το θέμα του ξεριζωμού ξεκινώντας από το προσωπικό βίωμα μετατρέπεται σε οδυρμό και ανησυχία για το μέλλον των προσφύγων και των αστέγων.
Μέσα στην πολυδιάστατη διαπραγμάτευση του θέματος η επαιτεία του ενδεούς (κάτω απ' τα σύννεφα, ήρθαμε πάλι στα ορινά, χέρι μα-χέρι, αρχόντισσα του δρόμου, συγνώμη να περάσω) συνδέεται με την επαιτεία μιας νέας πατρίδας (dilemma, πώς διεγείρουν, οι οικείες λέξεις, επέστρεφε, τέσσερα κλωνιά ανθεκτικά, πλάνης κατά το σούρουπο, μέσα στη νύχτα, το τετράφυλλο). Εξάλλου, το ζήτημα της μνήμης απασχολεί γενικότερα την ποιήτρια[1]. Έτσι, η ελληνική μετανάστευση και η μνήμη (αύριο, st Johannesgatan 34C) ακουμπούν στην ελληνική προσφυγιά (σην πατρίδαν, επίγονοι) και συναντούν τα προσφυγικά κύματα του πολέμου στη Μέση Ανατολή (ραγισματιά ίσως, άγνωστες λέξεις, μία τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα).

Μα η ποιητική της Καϊτατζή-Χουλιούμη ξεπερνά το επίκαιρο και μεταφέρεται σε ένα διαχρονικό επίπεδο με κεντρικό θέμα τον ξεριζωμό (kärlekslås, μία τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα, εξόριστοι, Μεσογωνιά, υπάρχουν σπίτια, πατρίδα μου η αγάπη) και την ένδεια.

Οι ρίζες αποτελούν ένα σταθερό σύμβολο που αντιπαρατίθεται με τον πόλεμο και τη γαλήνη ή την ειρήνη (θρύμματα, ξεριζωμένα δέντρα, πρόσφυγες, πατρίδα μου η αγάπη, τα δέντρα γνωρίζουν, είναι ένα δέντρο), όπως και τα δέντρα (ξεριζωμένα δέντρα, ξεραΐλα, τα δέντρα γνωρίζουν, είναι ένα δέντρο δέντρο στεγνό). Ας υπογραμμίσουμε δε πως στην έκφραση της Καϊτατζή-Χουλιούμη έντονη είναι η παρουσία του φυσικού στοιχείου. Η διαρκής παρουσία της θάλασσας λιμνών και ποταμών παράλληλα με εκείνη του πρασίνου και των δέντρων δίνουν πολύχρωμη εικαστική ματιά στο ποιητικό της κάδρο.

Αξίζει να σημειώσουμε πως μέσα στη συλλογή -αν τη δούμε ως ενιαία ποιητική σύνθεση- ο χρόνος αποτελεί μία ρευστή ιδιότητα του ανθρώπινου βίου. Ο ατομικός χρόνος (ως αναμνήσεις) και ο συλλογικός συμπλέουν με επίκεντρο τον ανθρώπινο πόνο του ξεριζωμού. Το βίωμα από προσωπικό γίνεται συλλογικό με πανανθρώπινη έκταση αγκαλιάζοντας το πέλαγος των αναζητητών νέας πατρίδας και ειρηνικής ζωής.

Ας μην παραβλέπουμε πως η ανατροπή των ονείρων (ότι βαθιά κοιτάξαμε, Περσεφόνη ανέστιος, στεγνές σταγόνες βροχής) και ο θάνατος καθώς συνδέεται με το προσφυγικό δράμα (υπάρχουν σπίτια, όλοι βουλιάζουμε έντρομοι, ό,τι πολύ αγάπησαμε, λιγοστεύουν οι λέξεις, μορφες νεανικές, λίγο νερό) κατέχουν σημαντική θέση στην ποιητική της Καϊτατζή-Χουλιούμη. Σε ανάλογο υπαρξιακό επίπεδο με κοινωνική κατεύθυνση εντάσσεται και η θεματική της μοναξιάς του μετανάστη ως άπατρι και από συνδεμένο από την οικογένεια και το γενέθλιο τόπο (επέστρεφε, πλάνης, μία τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα, Περσεφόνη, st Johannesgatan 34C) και του πρόσφυγα (χέρι μα-χαίρι, αρχόντισσα του δρόμου, μορφές νεανικές).

Η ποιητική της Καϊτατζή-Χουλιούμη κινείται σε μία ήπια αλληγορική γραφή συνδέοντας υπαρξιακές αγωνίες (αγάπη, μοναξιά, μνήμη, θάνατο, το απρόβλεπτο του βίου και ανατροπή) με τα συλλογικά βιώματα συχνά μέσα από την πρωτοενική οπτική της εξωτερικής εστίασης. Και τούτο ακριβώς υποδηλοί μία πρισματική ποιητικότητα με πολυεπίπεδη έκφραση άλλοτε λυρική (ήρθαμε πάλι στα βορινά, ανέστιος, είναι ένα δέντρο, ήρθε το νέο, δέντρο στεγνό, γίνομαι γιαλός) και άλλοτε αφηγηματική.

Η έκφρασή της δομείται σε ένα αφηγηματικό ύφος που στηρίζεται στην προφορικότητα. Η στιχουργική κίνηση κατά βάση διαμορφώνεται από τη συνειρμικότητα. Ταυτόχρονα όμως διακρίνεται μία διάθεση εκφραστικού πειραματισμού (γίνομαι γιαλός, πατρίδα μου η αγάπη, δέντρο στεγνό, τ’ άλαλο πουλί).

Με φυσικότητα και έντονα πεζολογικά χαρακτηριστικά η ποιήτρια εκθέτει τις αγωνίες της για τους ανέστιους, φέρνοντας το ποιητικό "εγώ" που ταυτίζεται με την ποιήτρια στη θέση τους μέσα από το "βίωμα της μετανάστευσης". Με σφιχτή δομή τα ποιητικά πρίσματα της Καϊτατζή-Χουλιούμη και έναν ισχυρό εσωτερικό ρυθμό εκτοξεύουν το συναίσθημα με σπάνια ισχύ στην ψυχή του κοινού.

Παράλληλα, μία υποδόρια ειρωνεία αναδύεται εμποτισμένη σε ανθρωπιστική ευαισθησία. Εξάλλου, όπως έχουμε θέσει και στο παρελθόν, η «ποίηση της αγανάκτησης» διακρίνεται από μία ξεχωριστή αξιοποίηση του σαρκασμού ως εκφραστικής οδού . Η ποιητική ειρωνεία -είτε ως οδυρμός είτε σε μία σατιρική διάθεση- διατηρεί στενούς δεσμούς με την «ποιητική της ανατροπής»  και γίνεται ένα όπλο αντίστασης στη σκληρότητα της ζωής.

Το αίσθημα πόνου συνδέεται με το απρόβλεπτο του ανθρώπινου βίου ως ειρωνεία της ίδιας της ζωής. Με την ίδια κοινωνική διάθεση η Καϊτατζή-Χουλιούμη αντιμετωπίζει και την αδιαφορία ή το φόβο του ανθρώπου για τον Ξένο (σε τάξη προπαρασκευαστική, ακορντεονίστας του δρόμου, συγγνώμη να περάσω, μα ήταν από τους τυχερούς, χέρι μα-χαίρι). Είναι η αδιαφορία και ο τρόμος για τον Διαφορετικό. Και η ειρωνεία (αύριο, η γη ο κόσμος ένα θέατρο, πολύτιμες οι λίμνες στα δωμάτια, ήρθε το νέο) εισέρχεται βαθύτερα στην καρδιά του ακροατή αναγνώστη, καθώς η δημιουργός επιλέγει την πρωτοενική έκφραση εκθέτοντας το ποιητικό εγώ (συγνώμη να περάσω, χέρι μα-χαίρι, σε δαιδαλώδεις δρόμους οδεύουμε) ως υποκείμενο της αδιαφορίας.

Άλλωστε, με την ίδια ευαισθησία και ενσυναίσθηση λυπάται και για τους θύτες και τα θύματα της τυφλής βίας και της τρομοκρατίας (μορφές νεανικές, λίγο νερό). Έτσι όμως ο ξεριζωμός ξεπερνώντας τη μετανάστευση ως ατομικό βίωμα αποκτά μία συλλογική διάσταση και συνδέεται με την αντιπολεμική κραυγή της κοινωνίας και των προσφύγων ενώ αποκτά και καταγγελτικό χαρακτήρα κατά της πολεμοκαπηλείας (θα παίξουμε τον πόλεμο).

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη με ευαισθησία στους νέους και τους αδύναμους συνθέτει μία συλλογή φέρνοντας τον ακροατή/αναγνώστη στη θέση του πρόσφυγα, όπως τοποθετεί μέσω της εμπειρίας και τον εαυτό της. Η αφήγηση της ατομικής εμπειρίας ως μνήμη συνδέεται με την κοινωνική παρατήρηση του άπατρι σε ένα χωροχρονικό ταξίδι από τη Σουηδία έως την Ειδομένη και τις εστίες πολέμου.


[1] βλ. Δήμος Χλωπτσιούδης, Ο χρόνος και η μνήμη στην ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή, τοβιβλίο.net (5.01.2016).

[2] Βλ. σχετικά Δήμου Χλωπτσιούδη, η ειρωνεία στη σύγχρονη ποίηση, βακχικόν, τεύχ. 39 (Σεπτέμβριος 2017) και Δήμου Χλωπτσιούδη, η ειρωνεία στην ποίηση και η περίπτωση του Σταύρου Καμπάδαη, βακχικόν, τεύχ. 36 (Δεκέμβριος 2016).

[3] βλ. Καλλιόπη Κωστίου, Ποιητική της Ανατροπής, Νεφέλη, 2005.