Η τελευταία ποιητική συλλογή της Έλενας Πολυγένη, «Τα δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών» (Γαβριηλίδης, 2017), αποτελεί ίσως την επιτομή της ποιητικής τρυφερότητας. Συνεπής η ποιήτρια στην καταγραφή "συμφορών" που εντοπίζονται μαζί με "φαντάσματα" της μνήμης και της φαντασίας στην ποιητική της, κινείται σε ένα υπαρξιακό επίπεδο.

Με μία σπάνια τρυφερότητα η ποίησή της διεισδύει  στην ανθρώπινη ψυχή με εκρήξεις λυρικής πυρίτιδας. Η μικρή φόρμα με την ελεγχόμενη συναισθηματική ένταση εντείνει το κλίμα απογοήτευσης που αποπνέουν οι συνθέσεις της συλλογής. Ακόμα όμως και οι θρυμματισμένος εικόνες με την αίσθηση αποσπασματικότητα που γεννούν μοιάζουν σαν ποιήματα μικρής φόρμας που υπακούν σε μία αδιόρατη νόρμα σύνδεσης.

Οι συνθέσεις κατά βάση αποτελούνται από αποσπασματικά στιγμιότυπα (δευτερόλεπτα, κάτι σαν γραμμή που οδηγεί στο παραλίγο, καλώντας τους ομοίους, κάτι ασύμβατο με τα περισσότερα χέρια, περισσεύματα φύλλων και κοσμημάτων, κάποιος έζησε εκεί IV). Αυτόνομες εικόνες συμπλέκονται με τη συνοχή –και ανοχή– της συνειρμικότητας. Μόλο που συνήθως φαντάζουν αταίριαστες εικόνες με συνεκτικό δεσμό τον τίτλο που ορίζει το νοηματικό επίκεντρο, οι εικόνες αποκτούν νόημα ως σύνολο (σκόνη, επιπτώσεις, καθώς Θα ντρέπομαι την άνοιξη με την πίκρα στα δόντια, βρέφη, συγγένειες).

Και τούτο γίνεται φανερό από τους τίτλους. Αυτοί, πέρα από τον λειτουργικό ρόλο ως νοηματικό κονίαμα ανεξάρτητων εικόνων, εκθέτουν αμεσότητα το υπαρξιακό περιεχόμενο. Μεγάλοι πολύ συχνά, σαν ελλειπτικές προτάσεις, μοιάζουν με αυτόνομο στίχο ξαφνιάζοντας ενίοτε το κοινό με το μέγεθός τους. 

Με οδηγό τον καθημερινό λόγο η ποιήτρια εκθέτει τις αγωνίες τις με μικρές αλληγορίες για τον άνθρωπο και τη ζωή. Το φυσιολατρικό στοιχείο συνδέεται με κοινωνικές αναπαραστάσεις αναζητώντας απαντήσεις. 

Οι επαναλήψεις (απέραντες εκτάσεις, σονέτο παρατεταμένης ακινησίας, τραγούδια ακινησίας, η δύναμη της δημιουργίας, κάτι σαν επικήδειος) ως στιχουργικό μοτίβο επιτείνουν το βάθος της ποιητικής αγωνίας. Ταυτόχρονα προσδίδουν μία μουσικότητα (ο καλύτερος γιατρός, ζωή) διατηρούν τον στιχουργικό ρυθμό (κάποιος έζησε εκεί II, πέταξαν, πληρωμένοι, υπονοούμενα) που Όρισε η προφορικότητα.

Η "απότομη" έκφραση (ο καλύτερος γιατρός, εξηγήσεις, ζωή) με τα θρυμματισμένα νοήματα ενισχύει το βάθος της αγωνίας της ποιήτριας. Τελείες  που περιορίζουν τις περιόδους λόγου σε απλές προτάσεις (καλώντας τους ομοίους, κάτι σαν γραμμή που οδηγεί στο παραλίγο, κύματα στοργής) διαμορφώνουν μία "απότομη" ρυθμικότητα. Άλλοτε ο θρυμματισμός του στίχου (πέταξαν, σύγχυση στο στρώμα, κάποιος έζησε εκεί I), που κόβει το νόημα, αισθητοποιεί μία μοναχικότητα του ποιητικού "εγώ" μέσα στις επαυξημένες προτάσεις (πληρωμένοι, ζωή, κάποιος έζησε εκεί III, συμπεράσματα, άμυνες, σκόνη).

Στην ίδια λογική κινούνται και τα ποιητικά σχόλια (κάτι υπακούω στις εντολές στις ανησυχίες, κάτι σαν γραμμή που οδηγεί στο παραλίγο, καλώντας τους ομοίους, τα περασμένα σκοτεινιάζουν, σονέτο παρατεταμένης ακινησίας, κάτι ασύμβατο με τα περισσότερα χέρια, εξηγήσεις, σύγχυση στο στρώμα, περισσεύματα φύλλων και κοσμημάτων, κάποιος έζησε εκεί I, II) συνήθως μέσα σε παύλες που εντείνουν το συναίσθημα του πόνου.

Αξίζει να σημειώσουμε πως τόσο οι προαναφερόμενες επαναλήψεις όσο και ο θρυμματισμός των προτάσεων και τα σχόλια στο επίπεδο της απαγγελίας προσδίδουν μία φυσική λυρικότητα. Ας μη λησμονούμε πως η ποίηση είναι ακουστική τέχνη και τούτες οι τεχνικές με το κατάλληλο χρωμάτισμα διαχέουν πιο έντονο το αναδυόμενο συναίσθημα που αγκαλιάζει τον ακροατή.

Το δέσιμο λυρικών και υπαρξιακών στοιχείων μέσα στους θρυμματισμένους στίχους και τις προτάσεις συγκινεί με το ουρλιαχτό της Πολυγένη. Γιατί ακριβώς η στιχουργική της είναι μία μεταμφιεσμένη κραυγή για τον κανιβαλισμό των ανθρώπων και την ανάγκη για ευτυχία και ειρηνική συμβίωση. Η ατμόσφαιρα στο ποιητικό κάδρο είναι μελαγχολική, τυλιγμένη σε μία ομίχλη που καίει με δάκρυα την ποιήτρια, μέσα στην παραδοξότητα τον αποσπασματικών, μα ζωντανών, στιγμιότυπων. Μέσα όμως από αυτά αναδύεται η μοναξιά του ποιητικού υποκειμένου, συχνά και μοναχικότητα, που επιδιώκει ο σύγχρονος άνθρωπος ακόμα κι αν ματώνει.