Πρέπει να ήταν το καλοκαίρι του 1994, πάνε κιόλας είκοσι χρόνια από τότε, που έλαβα ένα ανώνυμο γράμμα. Τότε σπούδαζα Ξένες Γλώσσες και Λογοτεχνίες στην Μπολόνια, στην Ιταλία, και ζούσα στο κέντρο της πόλης στην Via Riva di Reno 42.

Πάνω στον φάκελο στην θέση του παραλήπτη ήταν γραμμένο μονάχα το μικρό όνομα μου και η οδός στην οποία κατοικούσα, χωρίς όμως αριθμό. Από κάτω υπήρχε η επεξήγηση γραμμένη στα ιταλικά: «είναι Έλληνας».

Στην θέση του αποστολέα δεν υπήρχε τίποτε γραμμένο. Με αυτές τις λίγες πληροφορίες κι όμως το γράμμα έφτασε στον προορισμό του. Φαίνεται πως ο ταχυδρόμος ήταν σαΐνι. Άνοιξα βιαστικά τον φάκελο κι άρχισα να διαβάζω στα ιταλικά:

«Αγαπημένε μου Νικόλα, είμαι μέσα στην κοιλιά ενός τεράστιου, κατάλευκου αεροπλανοφόρου στην καρδιά της Τοσκάνης. Ενός αεροπλανοφόρου από εκείνα που χωράνε πέντε χιλιάδες πεζοναύτες και διακόσια αεροπλάνα. Βρίσκομαι ξαπλωμένη σε ένα λευκό κρεβάτι και γύρω μου στριφογυρίζουν ένα σωρό πεζοναύτες που μιλάνε συνέχεια με αλλόκοτες, κορακίσιες φωνές. Ο καπετάνιος έρχεται κάθε μέρα με βλέπει και μου δίνει μια χούφτα με χρωματιστές καραμέλες.
 
‘Είσαι το καλύτερο μας όπλο. Όταν σε ετοιμάσουμε για τα καλά θα σε εκτοξεύσουμε εναντίον του εχθρού… Και τότε θα καταστρέψουμε τον εχθρό και θα νικήσουμε τον πόλεμο…’, μου σκάει ένα χαμόγελο ο καπετάνιος…
 
Όμως εγώ θέλω να φύγω από εδώ!!!
Εδώ κοιμάμαι συνέχεια!!
 
Από κάτω φιγουράριζε στα ιταλικά μονάχα η λέξη «η Βασίλισσα».
 
Όμως εγώ δεν γνώριζα καμιά «Βασίλισσα»!
«Άκου Βασίλισσα!», σκέφτηκα.
 
Πήρα αμέσως τηλέφωνο τον κολλητό μου φίλο, τον Φραντσέσκο, που ήταν γάτος σε ότι είχε να κάνει με αινίγματα και ιστορίες μυστηρίου, του διάβασα το γράμμα και τον ρώτησα ποια νόμιζε ότι ήταν η «Βασίλισσα». Εκείνος πήγε να βάλει τα γέλια.
 
«Ρε Νικόλα, η βασίλισσα πρέπει να είναι η Φεντερίκα!»
 
«Η Φεντερίκα; Ποιά Φεντερίκα;»
 
«Εκείνη η τρελογκόμενα που είχαμε γνωρίσει στο πάρτι της Σχολής, εκείνη που την έπεφτε και στους δυο μας, αλλά που τελικά την κατάφερε ο Κρίστιαν!», έκανε ο Φραντσέσκο.
 
Έφερα στο νου μου το πάρτι της Σχολής και αμέσως θυμήθηκα την Φεντερίκα. Μου έριχνε πέντε χρόνια (εγώ τότε ήμουν είκοσι-δύο κι επομένως εκείνη είκοσι-επτά) αλλά δεν έδειχνε πάνω από δεκαεπτά. Θυμήθηκα επίσης τα στιχάκια που της είχα γράψει λίγες μέρες αργότερα όταν ξανασυναντηθήκαμε, στην προσπάθεια μου να την γοητεύσω:
 
Το χαμόγελο σου
το κόκκινο αερόστατο.
 
Και τα μελαγχολικά μάτια σου
ίδια με εκείνα αδέσποτου σκύλου.
 
Το σκούρο δέρμα σου
γυαλίζει σαν τους καρπούς του καφέ.
 
Και τα ίσια μαλλιά σου
ίδια με εξωτικά φύκια.
 
Στο νου μου ήρθε επίσης ένα λογοπαίγνιο που είχαμε κάνει σε εκείνο το πάρτι, ότι εκείνη ήταν η βασίλισσα μας και ότι εγώ κι Φραντσέσκο, οι γελωτοποιοί της βασιλικής αυλής. Κι αυτό γιατί εκείνη χαζογελούσε σε κάθε έξυπνο ή νερόβραστο αστείο ξεφουρνίζαμε ο φίλος μου κι εγώ. Αυτό ήταν! Γι’ αυτό και στο γράμμα υπέγραψε ως «Βασίλισσα».
 
«Και όλα εκείνα τα αλλόκοτα όπως «το κατάλευκο αεροπλανοφόρο καταμεσής της εξοχής της Τοσκάνης», «οι καραμέλες που της έδινε ο καπετάνιος» και εκείνο το «κοιμάμαι συνέχεια»... Τί διάβολο σημαίνουν όλα αυτά;», ρώτησα έπειτα με απορία τον Φραντσέσκο.
 
«Δεν το καταλαβαίνεις; Το «κατάλευκο αεροπλανοφόρο» πρέπει να είναι κάποιο μεγάλο νοσοκομείο στην Τοσκάνη, κι ο «καπετάνιος που της δίνει χρωματιστές καραμέλες» πρέπει να είναι ο γιατρός της που την χαπακώνει ασύστολα κι αυτή κοιμάται συνέχεια. Δεν θυμάσαι πως γυάλιζαν τα μάτια της;»
 
Σίγουρα η φαντασία του Φραντσέσκο οργίαζε αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση νομίζω ότι έπεφτε διάνα.
 
Στο νου μου ήρθαν τα λόγια της, ένα βράδυ που κάναμε ντουζ μαζί στο διαμέρισμα της (με εμένα έκανε ντουζ, όμως ο Κρίστιαν πλάγιασε μαζί της) και το παζλ συμπληρώθηκε.
 
«Ξέρεις, εγώ έχω τα πάνω μου και τα κάτω μου και γι’ αυτό παίρνω Λίθιο!»
 
Τώρα εξηγούνταν όλα. Η «βασίλισσα» που είχε γράψει το γράμμα ήταν η Φεντερίκα, που έπασχε από διπολική διαταραχή και τώρα νοσηλευόταν σε κάποιο νοσοκομείο της Τοσκάνης!
 
Γιατί όμως έστειλε το γράμμα σε μένα κι όχι στον Φραντσέσκο ή στον Κρίστιαν που ήταν και εκείνος στον οποίο πρόσφερε τον έρωτα της; Αυτό ίσως είχε να κάνει με το γεγονός ότι της άρεσαν τα ποιήματα μου, μου είχε εκμυστηρευτεί μάλιστα ότι είμαι ίσως από τους ελάχιστους ανθρώπους στην ζωή της που καταλάβαινα πως ένιωθε.
 
Πέρασαν τα χρόνια από τότε, με την Φεντερίκα κάναμε παρέα κατά καιρούς και παρά τα ποιήματα μου, που της άρεσαν τόσο, ποτέ δεν πήγαμε πέρα από εκείνο το ντουζ... Εκείνη είχε την συνήθεια να εξαφανίζεται για βδομάδες ή και μήνες με το κίτρινο Fiat Punto της και κανείς να μην ξέρει που βρίσκεται, ενώ εγώ έλειψα δυο χρονιές σε Αγγλία και Ισπανία.

Τελευταία φορά που την είδα ήταν το καλοκαίρι του 2000 λίγο πριν επιστρέψω μόνιμα στην Ελλάδα. Είχε έρθει στο αποχαιρετιστήριο δείπνο που είχα οργανώσει σε μια ταβέρνα στην Μπολόνια. Δεν άργησε να μεθύσει και τα μάτια της γυάλιζαν σαν πολύχρωμα ψάρια.

Μου είπε πως πριν λίγους μήνες είχε μείνει έγκυος αλλά πως έχασε το παιδί σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα για το οποίο η ίδια έφερε την ευθύνη. Κατά την διάρκεια του δείπνου φλέρταρε πάλι με όλους τους αρσενικούς της παρέας και αυτήν την φορά κατέληξε στην αγκαλιά του Φραντσέσκο.
 
Δέκα χρόνια αργότερα, το 2010, σε ένα σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής στο ΕΚΕΒΙ με εισηγητή τον Μισέλ Φάις, άρχισα να σκαρώνω μια ιστορία (αυτή που εξελίχθηκε στη νουβέλα «Κόκκινο Panda»), που για ηρωίδα είχε μια γοητευτική εικοσιπεντάχρονη κοπέλα, που έπασχε από διπολική διαταραχή και γκάζωνε με το κόκκινο Panda της στους δρόμους της Αθήνας.

Με ενδιέφερε να γράψω μια ιστορία με πρωταγωνιστές νέους ανθρώπους που να φτάνουν ή και να ξεπερνούν τα όρια τους στην σημερινή πολυπολιτισμική Αθήνα. Μια ιστορία που να μιλάει για το μεδούλι της ανθρώπινης ύπαρξης, την ελευθερία, τον έρωτα και τον θάνατο. Στο νου μου είχε φωλιάσει η μορφή της Φεντερίκα, που μου είχε στείλει το αλλόκοτο γράμμα.

Από Μπολονιέζα την έκανα Αθηναία και άλλαξα επίσης το κίτρινο Fiat Punto της και το έκανα Fiat Panda. Έτσι, αναμφίβολα ο πυρήνας του χαρακτήρα της ηρωίδας μου βρίσκεται στο πρόσωπο της Ιταλίδας φίλης. Ωστόσο δεν είναι πιστό αντίγραφο μιας και σε πολλά σημεία ο χαρακτήρας της ηρωίδας μου δεν ταιριάζει με εκείνο της Φεντερίκα.
 
Από την άλλη πλευρά ο χαρακτήρας του αγοριού, του αντισυμβατικού κιθαρίστα που παντρεύει τα μπλουζ με το φλαμένκο και ερωτεύεται με όλη την δύναμη της ψυχής του την εύθραυστη και άκρως ελκυστική κοπέλα, είναι φανταστικός, ίσως να φέρνει σε ένα φίλο που ζει στην Ισπανία .
 
Οι υπόλοιποι ήρωες του «Κόκκινου Panda», που ηθελημένα μένουν στην σκιά, αφήνοντας τους προβολείς να εστιάζουν στους δύο πρωταγωνιστές, είναι κι αυτοί φανταστικοί, πασπαλισμένοι όμως με χαρακτηριστικά ανθρώπων που γνώρισα στα «γεμάτα» φοιτητικά μου χρόνια. Φανταστική είναι και η εξέλιξη και η κατάληξη της ιστορίας της άνισης σχέσης των δυο βασικών ηρώων.
 
Θα ήθελα επίσης να πω ότι η μεγάλη απήχηση που είχαν οι λιγοστές σελίδες του «Κόκκινου Panda», που έγραψα στο σεμινάριο του ΕΚΕΒΙ, μου έδωσε την δύναμη για να συνεχίσω τη νουβέλα, την οποία ολοκλήρωσα μέσα σε λίγους μήνες, καθισμένος στο καφέ του βιβλιοπωλείου «Ευριπίδης» στο Χαλάνδρι.

Η τεχνική της αφήγησης της ιστορίας από δύο βασικούς ήρωες, δηλαδή μια ιστορία ειδωμένη μέσα από τα μάτια και των δύο πρωταγωνιστών, είναι επηρεασμένη, εν μέρη, από το σπουδαίο βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου «Rien ne va plus», αν και στο «Κόκκινο Panda» δεν έχουμε την αφήγηση της ίδιας ιστορίας από το ίδιο πρόσωπο με διαφορετικό τρόπο, αλλά εναλλασσόμενες αφηγήσεις των δυο ηρώων.

Η ίδια η Μαργαρίτα Καραπάνου, της οποίας το έργο θαυμάζω απέραντα, εμφανίζεται σε κάποιο σημείο της νουβέλας (χωρίς να αναφέρεται το όνομα της) και «παίζει» την αγαπημένη ποιήτρια της ηρωίδας, από την οποία ζητά μια βόλτα με το «Κόκκινο Panda» στα βάθη της Αφρικής.
 
Το «Κόκκινο Panda» κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη τον Μάιο του 2014.