Η Κική Δημουλά αποτελεί μία από της σημαντικότερες ποιήτριες της μεταπολεμικής περιόδου. Με ύφος αναγνωρίσιμο και μία ποιητική εσωτερικών αγωνιών και υπαρξιακών αναζητήσεων, μετακινεί την προσοχή από το ασήμαντο στο κυρίαρχο μέσα σε ένα συναισθηματικό πλέγμα ανατροπής.

Στην τελευταία της ποιητική συλλογή, «άνω τελεία» (Ίκαρος, 2016), η ποιήτρια θέτει τον ατομικό πόνο μέσα από μία ποιητική πένθους ξανά στο προσκήνιο. Ένα από τα πλέον διακριτά χαρακτηριστικά της ποιητικής της Δημουλά είναι η εστίαση της ποιήτριας στα "ασήμαντα" αντικείμενα και γεγονότα, από τα οποία αφορμάται και τα μετασχηματίζει σε σύμβολα της ζωής και της μοίρας.

Ο ποιητικός χώρος της Δημουλά είναι περιστοιχισμένος από το ποιητικό υποκείμενο πλάι σε άψυχα αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες, τις οποίες προσωποποιεί (βουλιμία, τα φυσικά χαρίσματα, στο τρένο, εξακριβωμένα, ύμνος στη λέξη ίσως, ομοιοπαθείς, εντέλει) επιτρέποντάς τις να κινούνται, να αισθάνονται, να πάσχουν και γενικώς να συμπεριφέρονται ως δρώντα πρόσωπα μέσα από την απόδοση μιας εξανθρωπισμένης υπόστασης. Δίνει στην αφηρημένη έννοια μέσα από ένα ευρηματικό λογοπαιγνιώδες ύφος (άνω τελεία, σχολαστικότητες, δεν αστοχεί) μία νέα συμβολική διάσταση υπηρετώντας το σκοπό του ποιήματος (το πολυτονικό, παραστρατήματα).

Εικονοποιεί με στιχουργική ευρηματικότητα το χρόνο της μνήμης με νεολογισμούς. Αντιπαραθέτοντας το συναίσθημα στη λογική συνομιλεί με τη φθορά, τη ματαιότητα, το κενό, δίνοντας ζωή στο άψυχο (δώρο πανάκριβης σημασίας, παραστρατήματα, το πολυτονικό), χωρίς να παραβλέπει μέσα σε εύληπτα αλληγορικά σχήματα τον κοινωνικό περίγυρο (ούτως ή άλλως, βουλιμία).

Η έκφραση της δομείται στον καθημερινό προφορικό λόγο φροντίζοντας τον στιχουργικό ρυθμό και κλιμακώνοντας τη συναισθηματική ένταση στις συνθέσεις. Αξίζει να υπογραμμίσουμε την έντονη χρήση των σημείων στίξης και κυρίως της τέλειας. Τελείες απαντώνται συχνά και στη μέση στίχων (εξακριβωμένα, εφτάψυχη, δεν αστοχεί) οι οποίες σπάνε το στίχο ηχητικά δίνοντας έμφαση στις επιλεγμένες λέξεις.

Ας μη λησμονούμε ότι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποιητικής της είναι η αυστηρή οργάνωση του ποιήματος, το οποίο δεν περιορίζεται σε μια στατική και αντικειμενική απεικόνιση του εξωτερικού κόσμου, αλλά προσπαθεί να τον αναπλάσει με δημιουργική φαντασία.

Ο ρυθμός θεμελιώνεται σε αυτόνομα λεκτικά σύνολα ανά στίχο, ενώ συχνά συμπλέκεται με τον επόμενο χάρη στη θραύση συνόλων αφήνοντας το σύνδεσμο (το γνήσιο, ομοιοπαθείς) είτε το άρθρο (εξακριβωμένα) στον προηγούμενο στίχο ή θρυμματίζοντας τη λογική συνέχεια σε άλλο στροφικό πλέγμα υπέρ του συναισθήματος. Άλλοτε μονολεκτικοί στίχοι -μετέωροι- λειτουργούν συνδετικά μέσα στην ελευθερόστιχη στροφή, δίνοντας αυξημένο συναισθηματικό βάρος στο στιχουργικό σπάραγμα (ασυγχώρητη, άνω τελεία, βουλιμία, εντέλει, ούτως ή άλλως, ασυμμετρία).
Οφείλουμε όμως να τονίσουμε τη σκηνική προσέγγιση που αποκτά η ποιητική της Δημουλά, καθώς πρόκειται για ποίηση που αξιοποιεί την ηχητική παράδοση της τέχνης. Η θεατρικότητα αυτή δομείται στην αξιοποίηση των ερωτήσεων που προσδίδουν αμεσότητα και παραστατικότητα (ιδιοσκεύασμα, πρέπει, σχολαστικότητες, εφτάψυχη).

Η Δημουλά στιχουργεί στο άνυδρο έδαφος της απουσίας του αγαπημένου προσώπου και της συναισθηματικής ματαίωσης πάνω στο έδαφος. Τούτη η στέρηση της απώλειας και της απουσίας αναπληρώνεται ποιητικά με την επικοινωνία με ένα δευτεροενικό υποκείμενο, που λείπει (σε ετοιμότητα, το πολυτονικό, σχολαστικότητες, δώρο πανάκριβης σημασίας). Έτσι, όμως μέσα από την ανάδειξη του πόνου της μοναξιάς και τη συναισθηματική φόρτιση, η ποιήτρια επιτυγχάνει την τραγική κάθαρση και λύτρωση.

Το αυτοαναφορικό υποκείμενο, γνώριμο κι αυτό στο ύφος της Δημουλά, που ταυτίζεται με το ποιητικό εγώ μέσα στο αλληγορικό στιχουργικό σύμπαν της δημιουργού, ενισχύει τη σκηνική διάσταση της ποιητικής της. Η πρωτοενική αγωνία θυμίζει συχνά τραγικούς μονολόγους ηρώων που ήδη γνωρίζουν την αλήθεια την οποία νωρίτερα αγνοούσαν σε αντίθεση με το κοινό. Ο συναισθηματικός φόρτος βαρύνει ακόμα περισσότερο με τη συχνή χρήση κλητικών προσφωνήσεων οι οποίες δημιουργούν ασυνείδητα την αίσθηση ότι στην ποιητική σκηνή υπάρχει ακόμη ένας βουβός υποκριτής (εντέλει, ύμνος στη λέξη ίσως, παραστρατήματα, ομοιοπαθείς, εξακριβωμένα, εφτάψυχη).

Κυριαρχεί το συναίσθημα της απογοήτευσης και του χωρισμού. Η μοναξιά ως απόρροια του χωρισμού (στο τρένο, συμπέρασμα, δώρο πανάκριβης σημασίας) είναι αισθητή σε κάθε ποίημα. Η μνήμη/λήθη (το άλλοθι της λήθης, διερεύνηση) και η μοναξιά (στο τρένο, άνω τελεία) και ο πόνος για το μέλλον και τον φόβο για τον μεγάλο τελικό χωρισμό (ιδιοσκεύασμα, ασυγχώρητη) απλώνονται σε όλη τη συλλογή ως υπαρξιακή αγωνία και συναισθηματική απόρροια της προχωρημένης ηλικίας. Άλλωστε είναι η ηλικία όπου η Στιγμή έχει σημασία (τα φυσικά χαρίσματα), και το Άλλοτε μαλώνει με το Τότε (σχολαστικότητες), ενώ το άκουσμα των συλλυπητηρίων αξίζει συγχαρητήρια (ασυμμετρία).

Ωστόσο, μικρές αχτίδες αισιοδοξίας αφήνουν μία απαλή φωτεινότητα στη γωνία του σκοτεινού ποιητικού κάδρου (ασυμμετρία, πρόβλημα, σε ετοιμότητα, ιδιοσκεύασμα, ασυγχώρητη) με μία συμβολική υφή (ύμνος στη λέξη ίσως). Το πάθος της για ζωή παραμένει ανυποχώρητο. Το ποιητικό υποκείμενο, που ταυτίζεται με την ποιήτρια, επιμένει να επιδιώκει την απόλαυση των μικρών χαρών της ζωής, τονίζοντας τις διαψεύσεις και γδέρνοντας τις επουλωμένες πληγές. Η λαχτάρα για ζωή ή η απόλαυση της εναπομείνασας προσδίδει τη δική της -ήπια- οπτιμιστική διάσταση (στο τρένο, σε ετοιμότητα, εφτάψυχη, εξακριβωμένα, ασυγχώρητη, άνω τελεία).

Από αυτό, άλλωστε, το πάθος της έντονης βίωσης κα πηγάζουν και πολλά στοιχεία της προσωπικής γραφής της Κικής Δημουλά, όπως ο γοργός, αιχμηρός στίχος, ο ειρωνικός τόνος, της ομιλούμενης καθημερινής γλώσσας ή και νεολογισμών, η γλωσσοκεντρική προσέγγιση με τη λογοπαιγνιώδη διάθεση μέσα από παράθεση αντίθετων ή ομόηχων λέξεων, η ηθελημένη αμέλεια στη σύνταξη και η αναταραχή του συνταγματικού άξονα.