Η σύζευξη θεάτρου και πρόζας δεν είναι κάτι εύκολο. Αποτελεί ένα υβρίδιο που δύσκολα πλάθεται στο συγγραφικό εργαστήρι. Και μολονότι έχουμε δει κατά καιρούς αξιομνημόνευτα υβριδικά βιβλία, συνήθως γύρω από την ποίηση η οποία συνδιαλέγεται με τη θεατρική σκηνή, σπάνια έχουμε την ευκαιρία να δούμε ένα υβρίδιο θεατρικού και αφηγηματικού λόγου, σαν αυτό του Παναγιώτη Γκούβερη, «μην κλαις, ρε Γοργόνα» (Γαβριηλίδης, 2017).

Πρόκειται για μία συλλογή στην οποία κυριαρχεί ο παραληρηματικός μονόλογος με εικονοποιητική γραφή. Τα αφηγήματα δεν έχουν κάποια σταθερή δομή μύθου, αλλά στο πλαίσιο του συνειρμικού μονόλογου γίνονται πολυκεντρικά. Ακτινωτά συνδέουν το υποκείμενο με έναν πυρήνα θεματικό και διαρκώς εξακοντίζεται στην περιφέρεια για να επιστρέψει στο κέντρο. Το πέρασμα από τη μία θεματική στην άλλη γίνεται με ένα μίγμα φυσικότητας και ανοικείωσης στον παραλογισμό της ζωής.
Τα αφηγήματα είναι χαρακτηρολογικά. Βέβαια το ίδιο το θέατρο είναι χαρακτηρολογικό, κάτι που ορίζει το έργο του Γκούβερη, στην πραγματικότητα, ως υβριδικό, όπου η πεζογραφική μορφή συνδέεται με το θεατρικό κείμενο. Τα αφηγήματα στην ουσία αποτελούν θεατρικά μονόπρακτα για να αποδοθούν σκηνικά. Διατηρούν χαρακτηριστικά από την stand up comedy (μην κλαις ρε γοργόνα, ιδρώνει η καρδιά μου) όπου η δηκτική ειρωνεία και η σάτιρα φύγουν βαριά ζητήματα με ελαφρύ τρόπο. Βγάζουμε ένα γέλιο (χαμόγελο) που πικραίνει, επειδή ακριβώς τα θέματα είναι δύσκολα και οι προβληματισμοί σύνθετοι.

Μπροστά στην αδυναμία επίλυσής τους (προσφυγικό, εθνικισμός, παιδικός καρκίνος και ακρωτηριασμοί παιδιών, ανεργία και ευκαιριακή απασχόληση -όχι εργασία-, ενδοοικογενειακή βία και διαλυμένες οικογένειες, αυτισμός) ο Γκούβερης επιστρατεύει το παραληρηματικό παράλογο και τον ανατρεπτικό σαρκασμό, καθιστώντας το δίνω αστείο θυμίζοντας τον Τσέχο Ότα Πάβελ.

Και ένα άλλο χαρακτηριστικό από την σκηνική εμπειρία του Γκούβερη είναι πως οι χαρακτήρες των μονολόγων έχουν μία εξέλιξη κατά το θεατρικό πρότυπο. Μέσα από συναισθηματικές μεταπτώσεις αλλάζουν, εμφανίζουν μία νέα στάση συγκριτικά με την αρχική.

Ο Γκούβερης επιλέγει ήρωες που συνδυάζουν συμβατικά χαρακτηριστικά. Ο ψυχικός τους κόσμος ορίζεται από τις εμπειρίες τους και τα δεινά που βίωσαν. Άλλωστε μέσα στο θεατρικό πλαίσιο ο συγγραφέας ενδιαφέρεται μόνο να αναδείξει τους προβληματισμούς των μονολογικών χαρακτήρων του.

Οι χαρακτήρες που πλάθει είναι ρεαλιστικοί ως προς τον ψυχισμό τους. Οι συναισθηματικές τους μεταπτώσεις μέσα στη συνειρμική κίνηση φαντάζουν λογικές για τον θεατή/αναγνώστη. Πρόκειται για ήρωες εξατομικευμένους, με τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Συχνά συμπυκνώνουν και χαρακτηριστικά άλλων κοινωνικών ομάδων (πχ ο ήρωας του "Ζεϊμπέκη και ορθογραφία" είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας διαζευμενος με παιδί που χάνει δάσκαλος) και όλα αυτά διαμορφώνουν τον ιδιαίτερο ψυχισμό τους.

Σε κάθε αφήγημα/πράξη εντοπίζεται μία τουλάχιστον σύγκρουση. Ας μη λησμονούμε πως, κατά τον Robert McKee, πυρήνας κάτι θεατρικού είναι ακριβώς η σύγκρουση. Άλλοτε τούτη εκφράζεται σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο (φυλλάδια αντί στεφάνων, μην κλαις ρε γοργόνα) απέναντι σε δυσβάστακτες κοινωνικές καταστάσεις όπως η ανεργία και το προσφυγικό και άλλοτε με φυσικά πρόσωπα (γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη, ζεϊμπέκικη ορθογραφία), όπως το οικογενειακό περιβάλλον.
Εξάλλου, οι ίδιες οικογενειακές σχέσεις αποτελούν έναν αυτόνομο εσωτερικό κύκλο σε τροχιά γύρω από τα θέματα που θίγει συλλογή, όπως η ενδοοικογενειακή βία και οι ψυχικές συνέπειες στο θύμα μετά την ενηλικίωσή του ή όταν ένα παιδί μπαίνει ανάμεσα στον εγωισμό των διαζευγμένων γονιών (γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη, ζεϊμπέκικη ορθογραφία). Ή η στάση των γονέων απέναντι σε ένα παιδί που ζει στο φάσμα του αυτισμού (ιδρώνει η καρδιά μου).

Το αφηγηματικό ύφος συχνά ορίζεται από αντιθέσεις μέσα σε μικρό περίοδο λόγο (γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη, ιδρώνει η καρδιά μου). Ο κοφτός λόγος εντείνει τον παραληρηματικό μονόλογο και ενισχύει τόσο τη ζωντάνια όσο και την αγωνία του αναγνώστη/θεατή. Το ψυχρό ύφος γραφής ενδυναμώνει το άλγος που σφίγγει σαν θηλιά το κοινό. Μεταχειρίζεται το παιδικό αφελές ύφος (γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη) το ίδιο άνετα με τον επιθετικό σαρκασμό (φυλλάδια αντί στεφάνων, μην κλαις ρε γοργόνα) ή τον αυτιστικό μονόλογο (ιδρώνει η καρδιά μου).

Ο αφηγηματικός χρόνος, κατά το πρότυπο του Πάβελ, με σπειροειδείς κινήσεις επιστρέφει στο παρελθόν στο παρόν μέσα στη συνειρμικότητα. Χρονικές σφήνες και μικρές αναδρομές αφήγησης διαστέλλουν το συναίσθημα του αναγνώστη θεατή και τον πόνο του συγγραφέα (ζεϊμπέκικη ορθογραφία, ιδρώνει η καρδιά μου). Οι χρονικές μεταπτώσεις άλλοτε συνδέονται με μία ανάλογη μετάβαση μεταξύ Ονείρου και πραγματικότητας (γαλάζια δακρυσμένη πλαστελίνη).

Το πρώτο αυτό θεατρικό en proze βιβλίο του Παναγιώτη Γκούβερη, με θεματική ακτίνα τις οικογενειακές σχέσεις αποτελεί μία ακτινογραφία της σύγχρονης κοινωνίας που με ευαισθησία και κλαυσίγελο φέρνει στις σκηνικές σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας. Πικρό χαμόγελο και πόνος συνυπάρχουν στις ίδιες φράσεις, εκθέτοντας τον ίδιο μας τον εαυτό μέσα από σύντομες μονολογικά μονόπρακτα.