Μολονότι εκδότες και συγγραφείς είχαν δείξει για πολλά χρόνια μία προτίμηση στο μυθιστόρημα, τα τελευταία χρόνια το διήγημα μοιάζει με επιθετικότητα να καλύπτει τον χαμένο χρόνο. Η θεωρούμενη αδυναμία της μικρής έκτασης και της περιορισμένης πλοκής μετατράπηκε σε πλεονέκτημα οδηγώντας συχνά συγγραφείς σε πειραματισμούς πάνω στην πλοκή και την έκφραση, ενίοτε με καινοτόμα αποτελέσματα.

Στη σύντομη φόρμα η πλοκή γίνεται πιο περίπλοκη με το απρόσμενο, το "ανακάτεμα" και τις χρονικές ακολουθίες. Έτσι παρά την περιορισμένη έκταση το διήγημα αποκτά μία "μυθιστορηματική" πλοκή.

Η κρίση μοιάζει να βοήθησε επιταχύνοντας την εξέλιξη του διηγήματος, κάτι που όλο και περισσότεροι εκδότες αγκαλιάζουν. Η ίδια η φύση ση του, δεμένο άμεσα με την κοινωνία που το παράγει και η εγγενής πειραματική του δομή, αυτό καθιστά Πιο κοντά στα βιώματα και τις παραστάσεις του σύγχρονου αναγνώστη φέρνοντας στο προσκήνιο κοινές λίγο-πολύ αγωνίες οι εμπειρίες. Έτσι, το διήγημα βγήκε αναζωογονημένο από την ανάγκη έκφρασης και αποτύπωσης της ζωής των ανθρώπων και του ψυχισμού τους στις νέες συνθήκες.

Χαρακτηριστική η περίπτωση του Διονύση Μαρίνου («όπως και αν έρθει αυτό το βράδυ», μελάνι, 2017) που εντυπωσιάζει με την ανάπτυξη του μύθου στον περιορισμένο διηγηματογραφικό χώρο. Δίχως να ακολουθεί τη χρονική σειρά της εξέλιξης των καταστάσεων, "απλώνει" τοn μύθο. Η συνεχής ροή ενσωματώνοντας διαλογικά σημεία μέσα στην παράγραφο που παρουσιάζεται από έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή με εσωτερική εστίαση υποστηρίζει εκφραστικά την περιπλοκότητα της εξέλιξης της ιστορίας.

Η γρήγορη κίνηση της ανάγνωσης και η "επέκταση" της ροής θεμελιώνονται στη συμπλοκή των υποκειμένων, της αφήγησης και του διαλόγου πάνω στον μικροπερίοδο λόγο. Η απόκρυψη βασικών πληροφοριών και η σταδιακή αποκάλυψή τους μαζί με τις θρυμματισμένες περιόδους εντείνουν την αγωνία του αναγνώστη, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας "μυθιστορηματικής" πλοκής.

Την ίδια στιγμή τα διηγήματα του Μαρίνου εισάγουν μία "ψυχογραφική" οπτική της «νέας ηθογραφίας» ή της «ηθογραφίας της κρίσης». Ο αφηγητής με ψυχραιμία -συχνά και αδιαφορία- παρουσιάζει σκηνές από τη ζωή ανθρώπων που βιώνουν την κρίση ή την κοινωνική παρακμή με διαφορετικό τρόπο. Η φαινομενική συναισθηματική απόσταση του αφηγητή όμως δεν κρύβει ούτε την ευαισθησία του συγγραφέα ούτε μειώνει την συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη.
Στις μικρές ιστορίες του Μαρίνου η κρίση αποτυπώνεται σε όλες τις εκφάνσεις της (τρέξιμο στο πάρκο). Η μοναξιά  (οι επισκέπτες), η ανεργία και η ένδεια (παπαγάλος Άρα, ο γάμος, το πρόβλημα με το ταβάνι) ο εσωτερικός πόνος έως και ψυχαναγκασμός και τον (μαύρα νερά, το πρόβλημα με το ταβάνι, το άρωμα, η καινούργια μαμά, το ψυγείο, οι επισκέπτες) ακόμα και η εργασιακή ζούγκλα (ο Άγιος Βασίλης) εκτίθενται μέσα από την πολυθεματική μάτια του συγγραφέα δίπλα σε οικογενειακές ιστορίες πόνου και αγάπης (εδώ δεν έχει Αλάσκα, παπαγάλος Άρα, το άρωμα, το τρακάρισμα, τα γενέθλια, ο γάμος).

Ωστόσο, δεν αναφέρονται όλα τα διηγήματα στην κρίση. Μεταξύ άλλων ο Μαρίνος αποτυπώνει την κοινωνική αδιαφορία για τον γείτονα, τον εργαζόμενο, την εκούσια φυλάκιση στο ατομικό σύμπαν μακριά από την αλληλεγγύη και την υποστήριξη του Άλλου (με μόνη εξαίρεση ουσιαστικά "το άρωμα").

Και είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι ψυχικές ασθένειες -χωρίς να κατονομάζονται άμεσα- βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής του συγγραφέα καταλαμβάνοντας περισσότερη από τη μισή έκταση, είτε μιλάμε για διπολισμό και άλλες μορφές ψυχικών νόσων είτε για ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές και ασθένειες διανοητικές ή πνευματικής διαταραχής. Έτσι στο διηγηματογραφικό του πλάνο μπαίνει τόσο βαθύς πόνος και η οργή (ένας ήσυχος άνθρωπος) όσο και ευαίσθητα ζητήματα σαν τον αυτισμό (ο γάμος, εδώ δεν έχει Αλάσκα, παπαγάλος Άρα), τη βουλιμία (το ψυγείο) και για ψυχαναγκαστική αντικοινωνικότητα (τρέξιμο στο πάρκο, μυρίζει, η καινούρια μαμά, το τρακάρισμα, αυτός ο ήχος).

Και ο συγγραφέας δεν υποβιβάζει την λογοτεχνική γλώσσα προς όφελος της κοινωνικής μυθοπλασίας. Αντίθετα η φροντισμένη του έκφραση αγκαλιάζει όλα σχεδόν τα σχήματα λόγου και τις τεχνικές γοητεύοντας το κοινό. Αξιοποιεί την πύκνωση του λόγου και την αφηγηματική αμεσότητα ακολουθώντας τη νέα τάση κοινωνικοποίησης της λογοτεχνίας που παρατηρούμε και στην «ποίηση της αγανάκτησης».

Ο Μαρίνος με σπάνια διεισδυτικότητα και αντιηρωική προσέγγιση αγγίζει με ευαισθησία τον πόνο του καθημερινού ανθρώπου που παλεύει στις τρικυμίες της ζωής. Ένα αίσθημα ασφυξίας απειλεί τους ήρωες του. Και η ψυχική αυτή πνιγμονή άλλοτε είναι ενδογενής (ανασφάλεια, ασθένεια, μοναξιά) και άλλες φορές εξωτερική (κρίση, ανεργία).

Τούτο το συναίσθημα σκηνογραφείται από τους κλειστούς χώρους. Κάθε σχεδόν σκηνή της συλλογής εκτίθεται σε έναν μικρό και περιορισμένο χώρο (σκάλες, ασανσέρ, σπίτι, κρεβατοκάμαρα ή κουζίνα, κατάστημα κ.ά.τ). Έτσι όμως αισθητοποιείται η απομόνωση και ο πόνος, ακόμα και αν ο ήρωας περιστοιχίζεται από άλλους ανθρώπους. Μάλιστα τούτο κάνει πιο έντονο το συναίσθημα της μοναξιάς και της αλλοτρίωσης σε μία κοινωνία που παρακμάζει.

Ο αυτοαναφορικός αφηγητής μέσα από την εσωτερική εστίαση και τη θεατρική αμεσότητα μεταφέρει τον αναγνώστη στον στενό χώρο βιώνοντας συναισθηματικά τον πόνο του πρωταγωνιστή. Και αυτό ακριβώς επιτυγχάνεται με την αβίαστη συμμετοχή του αναγνώστη δίχως να χρειάζεται να ψυχογραφήσει ο ίδιος ο συγγραφέας. Η δε εναλλαγή πρωτοπρόσωπου αφηγητή και τρίτων προσώπων φέρνει μία διηγηματική ισορροπία στα πρόσωπα, τον μονόλογο/εξομολόγηση και την εξιστόρηση.

Η υψηλή εσωτερική ένταση που έρχεται σε αντίθεση συχνά με την προσπάθεια να εμφανιστούν οι αφηγητές απαθείς και ψύχραιμοι αποδεικνύει ότι ενεργούν υπό καθεστώς ενός σοκ. Σαν να μην έχουν συνειδητοποιήσει τις πράξεις τους. Η ρουτίνα, ο ανθρώπινος μόχθος για κοινωνική -και βιολογική συχνά- επιβίωση τίθενται στο στόχαστρο της κριτικής του συγγραφέα. Μα ο Μαρίνος δεν κρίνει άμεσα. Μέσα από την εξέλιξη της ιστορίας αφήνει τον αναγνώστη να ψυχολογήσει τον ήρωά του και να στοχαστεί εκείνος για την αντικοινωνική συμπεριφορά του ή τον βαθύτερο πόνο του.

τοβιβλίο