Είναι γενικώς ομολογημένο ότι η ποίηση τα τελευταία χρόνια έγινε πιο μελαγχολική, πιο απαισιόδοξη. Και τούτο βέβαια φαντάζει τόσο λογικό μέσα στις συνθήκες που ζούμε (όχι ότι και τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν και πολύ αισιόδοξη). Πιο πολύ όμως ο πεσιμισμός νέων ηλικιακά δημιουργών κάνει αίσθηση, καθώς ο νεανικός ενθουσιασμός έχει καταποντιστεί υπό το βάρος της κρίσης και ενός αβέβαιου μέλλοντος.

Κι όμως μέσα στο μουντό κλίμα κάποιες ποιητικές συλλογές, γεμάτες χρώματα και όνειρα, μας αφήνουν χαμόγελα τόσο με την αισιόδοξη οπτική τους όσο και για την ίδια την πορεία των ελληνικών γραμμάτων. Σε αυτή τη μικρή ομάδα θα εντάξουμε και την Έφη Κατσουρού με τη δεύτερη της ποιητική συλλογή, «γεωγραφία προσώπου» (Κέδρος, 2017).

Η ποίηση της Κατσουρού ξεχωρίζει για την εύπλαστη εκφραστική της. Πλούσιες μεταφορές με επίκεντρο τη θάλασσα ζωηρεύουν τη στιχουργική της. Αλληγορίες που οικοδομούνται σε ιμπεριαλιστικές –έμμεσες– επιρροές γοητεύουν τον ακροατή/αναγνώστη. Προσηγορικά άψυχα αντικείμενα προσωποποιούνται ή χαράζουν μία σπάνια εκφραστική πλαστικότητα ξεπερνώντας τη στείρα περιγραφή.

Οι σουρεαλιστικής καταγωγής μεταφορές ζωηρεύουν το ποιητικό κάδρο, αφήνοντας ένα μειδίαμα αισιοδοξίας στο κοινό. Η "ανοικείωση" γίνεται έτσι ένα ισχυρό εκφραστικό μέσο στη φυσιολατρική περιγραφή που συνδέεται συνειρμικά με το βίωμα και τις υπαρξιακές αγωνίες.

Το παράλογο λειτουργεί ως άμυνα στην πίεση του άστεως και ταυτόχρονα δημιουργεί μία διέξοδο συναισθηματική από το βάρος των καιρών, τόσο για τη δημιουργό όσο και το κοινό. Το ταξείδι είναι το κυρίαρχο μοτίβο. Άλλοτε άμεσα δοσμένο και άλλες φορές ως συναισθηματικό παραγωγό και συνυποδηλωτικές έννοιες (πλεούμενα, νησιά, θάλασσα) εκφράζει μία ανάγκη δραπέτευσης με στοιχεία νησιωτικού εξωτισμού.

Αξίζει να υπογραμμίσουμε, από την άλλη, τη θεατρικότητα της στιχουργικής της Κατσουρού. Η σκηνική παραστατικότητα που χαρακτηρίζει τις συνθέσεις της, καθιστά όχι μόνο πιο εύληπτες τις στοχαστικές της αναζητήσεις, μα και συντείνει στο αισιόδοξο κλίμα ακόμα και στις "δύσκολες" αγωνίες. Συχνές ερωτήσεις προς έναν δευτεροενικό βουβό υποκριτή, όπως και το ίδιο το δευτεροενικό υποκείμενο, διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερο διαλογικό πλαίσιο. Άλλες φορές η μονολογική αφετηρία του πρώτου ενικού υποστηρίζει τούτη τη σκηνικότητα. Ας μην παραβλέπουμε πως η στοχαστική διαδρομή της ποιητικής της αφορμάται από το πρωτοενικό βίωμα, μυθοπλαστικό ή εξομολογητικό.

Η μικρή φόρμα που πολύ συχνά υιοθετεί, εντείνει το ποιητικό συναίσθημα. Τα ποιητικά αποφθέγματα μαγεύουν το κοινό ενισχύοντας την πρόσληψη του περιεχομένου. Άλλοτε επιμύθια, που αποκαλύπτουν την εκφραστική δεινότητα της Κατσουρού, στο ύφος των ολιγόλεκτων συνθέσεων, συμπληρώνουν τα μεγαλύτερης ή μέσης έκτασης ποιήματα, εξακοντίζοντας το συναίσθημα στην καρδιά του ακροατή/αναγνώστη.

Επίκεντρο παραμένει το πρωτοενικό υποκείμενο. Μα η στοχαστική διάσταση, που φύεται στο τέλος συνήθως των συνθέσεων, περιορίζει την στείρα αυτοαναφορικότητα και δεν οδηγεί σε ποιητικό εγωκεντρισμό.

Ένας πηγαίος λυρισμός –με σαφείς επιρροές από τον Οδυσσέα Ελύτη– αναδύεται στη σύνθεση της δημιουργού. Με κυρίαρχο το μπλε –της θάλασσας και τ’ ουρανού– το ποιητικό της κάδρο μέσα στην αφαιρετική έκφραση ζωντανεύει. Η αειθαλής λειτουργία της θάλασσας ως εικαστικό μοτίβο γεμίζει κίνηση και λειτουργεί ως συνδετικός δεσμός του Ελληνισμού. Και η ποίηση της Κατσουρού είναι –θα λέγαμε– αιγαιακή όπως του Ελύτη.

Άλλωστε, τόσο το εικαστικό πνεύμα όσο και σύμβολα στοιχεία της ποιητικής της αναπλάθονται με μία εκφραστική μάτια και μέσα στο στοχαστικό πλαίσιο που ορίζει η ανθρωποκεντρική αναζήτηση της ποιήτριας. Θέματά της ο έρωτας, η ζωή και ο θάνατος, τα πάθη του ανθρώπινου βίου, η μνήμη και η ποίηση.
Και αυτή ακριβώς είναι η ιδιαιτερότητα της ποιητικής της. Συνδέει την αιγαιακή εικονοποιία με μια φιλοσοφική προσέγγιση, όπως όριζε με το «καθόλα» που έθεσε Αριστοτέλης στην Ποιητική του. Και τούτος ο συγκερασμός γίνεται με την πολύχρωμη αλληγορική έκφραση που σκορπά νότες οπτιμισμού.