Το βιβλίο του Στέφανου Κωνσταντινίδη, «Νομάδας, Α’ έξοδος», είναι ένα μυθιστόρημα, το πρώτο από την τριλογία που ετοιμάζει ο συγγραφέας,  που περιγράφει μέσα από τα προσωπικά του βιώματα, τη σύγχρονη ιστορία του ελληνισμού, επικεντρώνοντας περισσότερο, ως αναμενόταν, την προσοχή στην Κύπρο.

Ο τίτλος του μυθιστορήματος εκφράζει το μεγάλο ταξίδι του συγγραφέα εντός, κυρίως, όμως, εκτός  Κύπρου. Θα μπορούσε, ωστόσο, να είχε ένα άλλο τίτλο: Η προδοσία του οράματος μιας γενιάς. Κοινότυπος μεν αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Όταν οι νέοι είχαν οράματα, εθνικά και κοινωνικά, φρόντισαν κάποιοι να τα σκοτώσουν.

Σκοτώνοντας και την προοπτική της χώρας. Βέβαια ο συγγραφέας πάει πέρα από την Κύπρο, στην Ελλάδα, στον κόσμο! Η Κύπρος όμως  είναι η έπαλξη του, η αφετηρία.
Οι διαδηλώσεις κατά των Άγγλων στα μαθητικά χρόνια. Ένα πατριωτικό τραγούδι να σιγομουρμουρίζετε  και οι  τσέπες γεμάτες από πέτρες. «Ο καθείς με τα όπλα του». Οι διαδηλώσεις γίνονταν ως διαμαρτυρία για κάποιες εκτελέσεις αγωνιστών, για κάποια αγγλική βιαιοπραγία, για δηλώσεις του Εγγλέζου κυβερνήτη ή Άγγλων πολιτικών στο Λονδίνο που κρίνονταν προσβλητικές κι απαράδεκτες ή κι απλώς για να κρατιέται ψηλά το φρόνημα του λαού.

Καθώς, όπως περιγράφει ο Στέφανος, δεν υπήρχαν πανεπιστήμια στην Κύπρο, το ρόλο που σε άλλες χώρες και Κινήματα διαδραμάτιζαν οι φοιτητές, στο νησί  αυτός ο ρόλος έπεσε στους ώμους των μαθητών. Από 13-18 χρόνων ήταν στη μάχη κατά της αποικιοκρατίας. Στην περιγραφή που κάνει για μαθητές-ήρωες ο Στέφανος Κωνσταντινίδης στέκεται στο θέμα της πίστης.

Το αναλύει ως εργαλείο που επιτρέπει στον ήρωα να πεθάνει πιο ήσυχος, πιο ήρεμος. Και δεν περιορίζει την πίστη μόνο στη θρησκεία. Αργότερα έμαθε για τους κομμουνιστές, που αν και άθεοι είχαν τη δική τους πίστη σε ιδανικά. Δίπλα στις αναφορές στον Παλληκαρίδη,  στον Πατάτσο, στον Ζάκο, ο Νίκος Μπελογιάννης, ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο που έγινε παγκόσμιο σύμβολο αγώνα για την αριστερά και τη δημοκρατία. Τα βιώματα του συγγραφέα φθάνουν μέχρι και το κρυφό σχολείο. Όχι, βέβαια, ημερολογιακά αλλά ως πρακτική. Όταν έκλειναν τα σχολεία οι Εγγλέζοι για να τιμωρήσουν τους Έλληνες της Κύπρου, οργανώνονταν μαθήματα σε σπίτια καθηγητών,  γιατί έπρεπε να υπάρχει συνέχεια στην Παιδεία.

Για την κατάληξη του αγώνα, ο Στέφανος Κωνσταντινίδης είναι κριτικός. Τηρεί προδήλως διαφορετική στάση, πέραν από τις επίσημες και τις πεπατημένες. Πέραν από τις γνωστές μουσειακού χαρακτήρα προσεγγίσεις. «Ο ιστορικός ψάχνει την αλληλουχία των γεγονότων. Μερικοί ψάχνουν τον μίτο της Αριάδνης στις Σεϋχέλλες. Τώρα τι γύρευε στο νησί αυτό του Ινδικού Ωκεανού η κόρη της Πασιφάης και του Μίνωα, αυτό μόνο οι Εγγλέζοι το ξέρουν, όταν το διάλεγαν για να στείλουν εκεί εξορία τον Μακάριο και τους συντρόφους του. Εν αρχή, λοιπόν, ήταν οι Σεϋχέλλες».

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας εκεί στις Σεϋχέλλες ο Μακάριος άρχισε, σιγά-σιγά, σύμφωνα με ένα αφήγημα να βλέπει διαφορετικά τα πράγματα. Η απομόνωση ήταν βαριά. Κάτι σαν βαριά καλογερική.  Ο συγγραφέας περιγράφει διάφορα γεγονότα που συνέβησαν  στις Σεϋχέλλες για να δώσει ερμηνείες να βρει εξηγήσεις για τα μετέπειτα, μέσα βέβαια από την οπτική της μυθιστορηματικής γραφής. Αναφέρεται σε επισκέψεις στο Μακάριο αλλά και στις αντιδράσεις των συντρόφων του. Η αφήγηση φθάνει μέχρι την επιστροφή του Αρχιεπισκόπου στην Κύπρο και την υποδοχή που έτυχε από τον κυπριακό λαό. Από την Πάφο στη Λευκωσία για την υποδοχή και ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο Απόλλωνας Θρασυβουλίδης, 17 χρόνων τότε.

Ήταν η πρώτη του επίσκεψη στη Λευκωσία. Περιγράφοντας τον ενθουσιασμό του για τα όσα έβλεπε στην… μακρινή Λευκωσία δεν απέφυγε να εκφράσει την απογοήτευση του για το αποτέλεσμα του αγώνα.  Απογοήτευση που το νενικήκαμεν του Εθνάρχη δεν αντιστοιχούσε στο στόχο του αγώνα, την Ένωση.  Και μετά από το νενικήκαμε, η δημιουργία του νεοσύστατου κράτους. Με μια περιγραφή, θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει τριτοκοσμικό κράτος περιορισμένης ευθύνης.  Σήμερα έχει μετεξελιχθεί, δεν έχει ωστόσο επί της ουσίας αλλάξει.

Σύμφωνα με την οπτική του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος που μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι και αυτή του συγγραφέα, αν δεχτούμε ότι ταυτίζεται μαζί του, πέραν κι από τον τριτοκοσμικό χαρακτήρα του κράτους, πέρα κι από τα υπερβολικά προνόμια που δόθηκαν στην τουρκική μειονότητα, δυο ήταν τα σοβαρά προβλήματα του: το πρώτο και το πιο θανάσιμο ήταν το επεμβατικό δικαίωμα που δόθηκε στην Άγκυρα και του οποίου έκανε χρήση το 1974. Το δεύτερο ήταν η καταπάτηση αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τη συνέχιση της αρχής του οθωμανικού μιλέτ. Προβλέπονταν έτσι δυο ξεχωριστά εκλογικά Σώματα… που ευνοούσαν αναλογικά τους Τούρκους.  Η μιλετοκρατία οθωμανικης εφεύρεσης πήγαινε γάντι με τη βρετανική πολιτική του διαίρει και βασίλευε. Αυτό επιβεβαιώνεται από την ιστορία.

Ο Απόλλωνας Θρασυβουλίδης  ήταν και είναι ανήσυχο πνεύμα. Στις αναζητήσεις του, τις ανησυχίες του για την πατρίδα και την κοινωνία συνάντησε τον Μάρξ. Ο σοσιαλισμός τον άγγιξε. Τα συζητούσε όλα αυτά  με το φίλο του Ανδρέα Μαλλιώτη, αργότερα και με άλλους. Η πρώτη του δημόσια παρέμβαση για το σοσιαλισμό ήταν στην τελετή αποφοίτησης στο σχολείο του στην Πάφο, όπου εκπροσωπώντας τους συμμαθητές του και ενώπιον του μητροπολίτη και της άρχουσας αστικής τάξης της πόλης αναφέρθηκε στο κοινωνικό όραμα, με δόση όμως πολιτικής τακτικής ανέμιξε στον λόγο του και τον χριστιανισμό.  Η εμπλοκή του στον αντιαποικιακό αγώνα ήταν δεδομένη, ήταν αποτέλεσμα των αναζητήσεων του και των εθνικών και κοινωνικών του ευαισθησιών.

Παρά τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας, πήγε στην Αθήνα για σπουδές. Το ταξίδι εν πλω από τη Λεμεσό στον Πειραιά ήταν μεγάλο, με σταθμούς σε πολλές χώρες της περιοχής. Ήταν η πρώτη έξοδος από το νησί. Κοινωνιολόγος ήθελε να σπουδάσει και το συνέδεσε τούτο με την Αριστερά. Κοινωνιολογία, κοινωνία, λαός, κοινωνικοποίηση. Δεν υπήρχε τέτοια κατεύθυνση στα ελληνικά πανεπιστήμια.  Σε καθεστώς περιορισμένης δημοκρατίας,  είχαν συνδέσει την Κοινωνιολογία με την Αριστερά. Τελικά επέλεξε τη φιλολογία και μεταπήδησε μετά, λόγω και του Μάη του 1968, στη Γαλλία και  στην Κοινωνιολογία.  Στην Αθήνα εμπλέκεται στο αντιζυριχικό κίνημα. Μια μπερδεμένη πολιτικά και ιδεολογικά κατάσταση. Δεξιοί αντιμακαριακοί, αριστεροί αντιζυριχικοί. Παράλληλα, έψαχνε να γνωρίσει την ελληνική πνευματική ζωή. Στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας του Μάριου Βαιάνου, στέκι όπου σύχναζαν πολλοί πνευματικοί άνθρωποι ήταν γι αυτόν σταθμός και μια ανοικτή όαση.

Εκεί συνάντησε τον Μυριβήλη, τον Θεοτοκά, τον Κόντογλου, τον Τερζάκη, την Ελένη Ουράνη, τον Βενέζη, τον ζωγράφο Αλέκο Κοντόπουλο, τον Τσαρούχη.  Εκεί και οι περαστικοί από την Κύπρο,  Μόντης και Χρυσάνθης.  Εκεί σύχναζαν και Κύπριοι φοιτητές, όπως ο Γιάννης Κατσούρης, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Άνθος Λυκαύγης. Αξέχαστη όπως την περιγράφει η συνάντηση του με τον Μπάμπη Κλάρα, αδελφό του Άρη Βελουχιώτη, στα γραφεία της Βραδυνής, όπου εργαζόταν ως επιμελητής των πολιτιστικών σελίδων. Έφθασε εκεί με συνάντηση που του είχε διευθετήσει ο Βαίάνος. Ο Κλάρας, σημαντικός άνθρωπος των Γραμμάτων, προωθούσε νέους λογοτέχνες, στη δευτεριάτικη έκδοση. Στη Βραδυνή δημοσιεύθηκαν τότε- το 1964- δυο ποιήματα του. Μεγάλο επίτευγμα για την εποχή. Την ίδια περίοδο είχε πάρει συνεντεύξεις για το περιοδικό Πνευματική Κύπρος: Ευάγγελος Παπανούτσος, Στράτης Μυριβήλης, Φώτη Κόντογλου κ.ά.

Το μυαλό και η σκέψη ήταν βέβαια  το Κυπριακό, η Κύπρος, οι ανεκπλήρωτοι πόθοι και στόχοι. Ως αντιζυριχικός οργανώθηκε στην Ένωση Κέντρου αλλά διατηρούσε ανοικτά κανάλια με την αριστερά. Φαίνεται πως επειδή τον είχε διαμορφώσει εθνικά και πολιτικά η ΕΟΚΑ, είχε αυξημένες ευαισθησίες για μια πολιτική και ιδεολογική παράταξη στην Ελλάδα, την αριστερά, η οποία ήταν υπό διωγμό, για την ιδεολογία της. Υπό διωγμό από ένα αντιδραστικό παρακράτος και τους ξένους προστάτες του. Η Αριστερά είχε σχέση και με την κοινωνική του προέλευση. Από πολυμελή, πάμφτωχη οικογένεια, που όλοι πάλευαν για όλους για την επιβίωση.

Στη μυθιστορηματική αφήγηση του, ο Στέφανος Κωνσταντινίδης αναφέρεται στις ατέλειωτες συζητήσεις που είχαν οι φοιτητές εκείνης της εποχής στην Αθήνα.  Αξίζει αναφοράς απόσπασμα που δημοσιεύεται  από το ημερολόγιο του Δημοσθένη Παπαμάρκου, ενός από τους ήρωες του μυθιστορήματος. Οι αναφορές του μεταφέρουν την πραγματική εικόνα για τα όσα ίσχυαν στην Κύπρο. Με κάποιες διαφοροποιήσεις σε πρόσωπα και καταστάσεις θα ταίριαζε και με τα σημερινά: «Η υποτιθέμενη ανεξαρτησία της Κύπρου δεν την ξεκόβει μόνο από την Ελλάδα, τον εθνικό κορμό, αλλά την μετατρέπει και σε προκεχωρημένο φυλάκιο του νεοαποικισμού και του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, αφού οι Εγγλέζοι διατηρούν κυρίαρχες στρατιωτικές Βάσεις, που θα  είναι βέβαια και στην υπηρεσία του ΝΑΤΟ και των Αμερικανών».

Και συνεχίζει ο Παπαμάρκου: «Αυτοί που μιλούν για εθνικισμό, όταν πρόκειται για τις διεκδικήσεις των Κυπρίων, εκφράζουν την ιδεολογία του νεοαποικισμού και του ιμπεριαλισμού. Είναι πιο εύκολο να περάσουν την νεοαποικιακή ιδεολογία με κάλυψη τον εθνικισμό. Αυτό προσπάθησαν πάντα να κάνουν οι Εγγλέζοι στην Κύπρο. Λες κι ο αποικιασμός είναι ευλογία για τους λαούς κι έρχεται ο εθνικισμός να τους την αφαιρέσει Στα αστικά σαλόνια της Λευκωσίας οι μεταπράττες Κύπριοι αστοί αναθάρρησαν. Να αφήσουμε, λένε,  τους εθνικισμούς,  να ξεχάσουμε τον Αυξεντίου και τον Παλληκαρίδη.  Άρχισαν, ήδη, να μαζεύουν τα αργύρια της υποτέλειας.

Το ΑΚΕΛ, που πήγε να σηκώσει για μια στιγμή παντιέρα, επανέκαμψε στη ζεστασιά του κομφορμισμού και στην απόλαυση των ψιχίων της εξουσίας. Ακολουθεί την ίδια πολιτική των φιλοσοβιετικών κομμουνιστικών κομμάτων που απέρριψαν τον Κάστρο και τον Τσε Γκεβάρα, τον Λουμούμπα και την αλγερινή επανάσταση. Το πρόβλημα για τους παλιούς συμμαθητές του κοινοβίου είναι πού στεκόμαστε εμείς. Η θέση μας για τη Ζυρίχη είναι ξεκάθαρη. Αποκεί και πέρα πως οικοδομούμε ένα αριστερό προφίλ όταν μας χαρακτηρίζουν «γριβικους»; Η συνεργασία με τη Νεολαία της ΕΔΑ είναι βέβαια κάτι. Δεν αρκεί όμως. Χρειαζόμαστε μια αριστερή ιδεολογία,  χρειαζόμαστε την αριστερή θεώρηση των  πραγμάτων, να απαντήσουμε από αριστερές θέσεις σε όσους υποβιβάζουν τους απελευθερωτικούς αγώνες των λαών σε εθνικιστικά κινήματα και προσπαθούν να τους ξεγυμνώσουν από το κοινωνικό τους περιεχόμενο. Το πρόβλημα είναι να ξεπεράσουμε την πολιτική και κοινωνική αδράνεια του κομφορμισμού, πάνω στην οποία υπολογίζουν οι μεταπράτες αστοί της Λευκωσίας και τη Αθήνας για να εδραιώσουν την κυριαρχία τους».

Η συμμετοχή σε Φιλικές Εταιρείες πριν να συσταθούν οι «επίσημες» εξέφραζε την επαναστατικότητα της νιότης. Παιδικά παιχνίδια πριν εμφανιστεί η ΕΟΚΑ με φυλλάδια στο χωριό. Φιλική Εταιρεία συστάθηκε και στα φοιτητικά χρόνια, με ορκωμοσία στο φως του κεριού. Η επιστράτευση των φοιτητών στην Αθήνα για μεταφορά τους στην Κύπρο, οι ατέρμονες συζητήσεις για το  ποιοι θέλουν και ποιοι όχι την Ένωση ήταν στην καθημερινή ατζέντα. Η κάθοδος της μεραρχίας, η κάθοδος εκ νέου του Γρίβα, που χαιρετίζεται και από το ΑΚΕΛ, συνιστούν μια ακόμη επιβεβαίωση που ισχύει μέχρι και σήμερα πως το πολιτικό σύστημα ακολουθεί μια επιδερμική προσέγγιση, ευθυγραμμισμένη με το ρεύμα που επικρατεί και λειτουργεί ενίοτε με όρους μικρού χωριού. Τίποτε έξω από τα σύνορα της μικρής κοινότητας.

Η μεθόδευση για ήπια διχοτόμηση και διαβεβαιώσεις  των Αμερικανών, που αφορούσαν τους ευκολόπιστους της Λευκωσίας και τους διαβρωμένους των Αθηνών, ενισχύουν τα πιο πάνω.  Η νέα εξουσία στην Κύπρο λειτουργούσε ως αφροδισιακό για τους Κυπρίους, που ορκίζονταν στην Ελλάδα αλλά και στην ιεραρχία που προσέβλεπαν να αναρριχηθούν στο κράτος. Η ρητορική η ίδια, η πρακτική ξένη προς τα οράματα.  Γράφει ο Απόλλωνας Θρασυβουλίδης,  ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, με βαθιά την απογοήτευση. «Πάντως ήταν ξεκάθαρο πως το ονειροπόλο και το φαντασιακό της νεότητας μας είχε χαθεί. Κάποτε θέλαμε να οδεύσουμε στο θάνατο, γιατί πιστεύαμε στη ζωή. Τώρα πια δεν θέλουμε να οδεύσουμε στον θάνατο και διερωτώμαι αν πιστεύουμε ακόμη στη ζωή. Στέρεψε ο ερωτισμός που μας καθοδηγούσε.  Στέρεψαν πολλά πράγματα. Χέρσα τα χωράφια μας, χέρσα και τα μονοπάτια της αλήθειας μας. Μα πώς είναι δυνατόν να χερσώνουν τόσο γρήγορα τα όνειρα μας; Είμαστε τόσο νέοι».

Επιστροφή από την Αθήνα στην Κύπρο το 1966. Προηγήθηκε, μεσούσης της διάρκειας των σπουδών του η κάθοδος του Απόλλωνα Θρασυβουλίδη στο νησί από την Αθήνα το 1964 ως εθελοντής.  Είχε μια θεώρηση των πραγμάτων που δεν ταίριαζε στη νοοτροπία του νεοσυσταθέντος κράτους. Είχε πει πως «δεν θα πουλούσε τη ψυχή του στο διάβολο» για μια θέση στον ήλιο. Κι αυτό σήμαινε πως δεν θα συμβιβαζόταν με το σύστημα.

Είχε επαφές και με τα δυο πολιτικά στρατόπεδα. Ήταν αντιζυριχικός, βαθιά ενωτικός, καμία όμως σχέση με τη δεξιά και μετέπειτα με τη χούντα. Στράτευση στην Εθνική Φρουρά  και πρώτη μετάθεση στα Κόκκινα. Εκεί που πήγαιναν οι μαρκαρισμένοι με αριστερά φρονήματα.  Οι συστάσεις είχαν φθάσει από την Αθήνα. Η 21η Απριλίου 1967 τον βρίσκει στο ΓΕΕΦ και στο δεύτερο γραφείο. Μια θέση στην οποία πήρε ως φαίνεται τυχαία. Ήταν άλλωστε πτυχιούχος. Το χουντικό πραξικόπημα στην Ελλάδα τον οδηγεί σε μια παράλληλη πορεία. Ως δόκιμος αξιωματικός στο δεύτερο γραφείο, υποτίθεται ότι εκπλήρωνε τα καθήκοντά του. Η πλειοψηφία των αξιωματικών ταυτισμένοι με τη χούντα. Ο Γρίβας αναζητούσε ρόλο ακόμη και να ηγηθεί της χούντας. Ο Απόλλωνας από την πρώτη στιγμή ήλθε σε επαφή με την ιδρυθείσα Επιτροπή για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Η σχέση του αυτή τον εμπλέκει στην υπόθεση Παναγούλη. Βοηθά στις μετακινήσεις του και εν πολλοίς για την προστασία του. Κινείται σε τεντωμένο σχοινί καθώς εάν τον έπαιρναν χαμπάρι στο ΓΕΕΦ, οι Κυπατζήδες, θα  είχε μεγάλο πρόβλημα. Είχε επαφές με τον Λυσσαρίδη, τον Χατζηδημητρίου, τον Ανδρέα Χριστοδουλίδη. Ταυτόχρονα διατηρεί επαφές με πυρήνες στην Αθήνα. Στη συνέχεια αυτή η επαφή θα επεκταθεί στο Παρίσι και στη Γερμανία. Ο Απόλλωνας Θρασυβουλίδης είχε συζητήσει με συντρόφους του διάφορες μορφές αντιχουντικού αγώνα. Ακόμη και τον ένοπλο αγώνα. Αντιλήφθηκε, όμως, ότι στους αντιστασιακούς του καφενείου που συγκεντρώθηκαν στο Παρίσι, διάθεση δεν υπήρχε. Μόνο δηλώσεις και επανάσταση του καναπέ. Στην Ελλάδα φώλιαζε ο φόβος. Η δική του θεώρηση είναι επαναστατική. Είχε πλέον ξεκαθαρίσει πως θα έπρεπε να δημιουργηθεί.

Σε μια επίσκεψη του στην Αθήνα, όντας στο στρατό, για να δώσει εξετάσεις για την Νομική, στο σπίτι του αδελφού του, Τρύφωνα, εισβάλει η ΚΥΠ. Όσα βρέθηκαν βιβλία, κείμενα αλληλογραφία επιβεβαίωναν πως ο νεαρός δόκιμος αξιωματικός, ήταν μαρξιστής ή όπως τον αποκάλεσε ο Κύπατζης, «ένα κομμούνι».  Το γεγονός αυτό τον οδήγησε να επισπεύσει την απόλυση του από το στράτευμα προσθέτοντας τη θητεία που έκανε ως εθελοντής. Το πέρασμα από του από τη μέση εκπαίδευση ήταν σχετικά σύντομο.

Μετά ο δρόμος άνοιξε για μεταπτυχιακά στο Παρίσι, όπου και εκεί η δράση του παραμένει έντονη όπως και οι πολιτικές και ιδεολογικές αναζητήσεις. Η Αθήνα του πρόσφερε χαρές, λύπες- με το θάνατο της αδελφής του- έρωτες και έντονη πολιτικοποίηση.

Τι ήταν οι επιδιώξεις του, κυρίως οι ιδεολογικές;

Μια αριστερά απεξαρτημένη από την Σοβιετική Ένωση, όπως έπραξαν όπως κατ΄επανάληψη αναφέρει, ο Φιντέλ Κάστρο και ο Τσε Γκεβάρα. Γιατί ο Τσε έγινε ίνδαλμα και φανελάκια, σημαίες στα γήπεδα όταν αναζητήθηκαν νέα ινδάλματα. Όταν είχε δολοφονηθεί η λεγόμενη κυπριακή αριστερά το πέρασε στα ψιλά. Χώρεσε σε ένα μονόστηλο, καθαρά ειδησεογραφικό. Άλλωστε υπεράνω ήταν το ΚΚ Βολιβίας και οι διαφωνίες του με τον Τσε για την τακτική του ανταρτοπόλεμου. Λεπτομέρειες.

Το μυθιστόρημα είναι, μέσα από αυτοβιογραφικά στοιχεία που επεκτείνονται όμως στο συλλογικό, η σύγχρονη ιστορία της Κύπρου και μερικώς της Ελλάδας, με αναφορές σε ό,τι συνέβαινε στον υπόλοιπο κόσμο. Είναι, μέσα από την λογοτεχνία,  η οπτική της ιστορίας προδομένων αγώνων, προδομένων οραμάτων, προδομένων γενιών. Είναι η ιστορία των αναζητήσεων, πολιτικών και ιδεολογικών διεξόδων φωτισμένων μυαλών που δεν άντεξαν τους μεταπράττωντες Κυπρίους, που προσαρμόστηκαν εύκολα σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων  χωρίς να εγκαταλείπουν  τους φλογερούς λόγους από τα μπαλκόνια.

Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης, από την Πενταλιά της Πάφου, είναι ένας Νομάς καθώς αυτό τον ανάγκασε η ιστορία της πατρίδας του. Αναζητούσε το ιδανικό; Όχι, το αυτονόητο αναζητούσε και επιδίωκε. Μια ελεύθερη πατρίδα, αυτοδιάθεση του λαού και μια καλύτερη, δίκαιη και ανθρωποκεντρική κοινωνία. Η Κύπρος, όμως, αναπαύτηκε σε μια κολοβωμένη ανεξαρτησία και οι εκάστοτε διαχειριστές της στην αλαζονεία και τα καλά της εξουσίας.  Δεν αντιλήφθησαν ή δεν ήθελαν ποτέ να αντιληφθούν τα όσα κακά επέρχονταν καθώς τους βόλευε διαφορετικά. Ο Στέφανος τα περιγράφει όλα αυτά με ένα γλαφυρό και πειστικό τρόπο. 

Και καταφέρνει μέσα από την οπτική της λογοτεχνίας να περνά από τα προσωπικά βιώματα στο ευρύτερο συλλογικό μιας κοινωνίας και να ζωντανεύει έτσι  συλλογικές  ιστορικές  και κοινωνικές  μνήμες.  Είναι η άλλη όψη της ιστορίας μέσα από τη λογοτεχνία, είναι σελίδες κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας  μιας κοινωνίας με το νυστέρι της λογοτεχνίας. Γιατί στο μυθιστόρημα του Στέφανου υπάρχουν περιγραφές της κυπριακής  κοινωνίας της δεκαετίας του 50 και του 60, της αγροτικής αλλά και της αστικής ζωής της Κύπρου, αναφορές στην Ελλάδα της ίδιας εποχής, της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Αναφορές ιστορικές, όπου όμως πέρα από τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα παρουσιάζεται και ο κοινωνικός ιστός, οι κοινωνικές σχέσεις, τα οικονομικά προβλήματα και η ζωή των ανθρώπων στην καθημερινότητα τους. Θα μπορούσε κάνεις να μιλήσει για σελίδες κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας. Από την οπτική, βεβαία, γωνία της λογοτεχνίας.

* Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου στις 28 Σεπτεμβρίου 2017, στο παλιό δημαρχείο Στροβόλου στη Λευκωσία.
** Ο Κώστας Βενιζέλος είναι δημοσιογράφος, Αρχισυντάκτης της ημερήσιας εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» και διδάσκει δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
 *** H βιβλιοκριτική παραχωρήθηκε στο tvxs.gr από τον συγγραφέα και τις εκδόσεις Βακχικόν.