Τα τελευταία χρόνια και στο πλαίσιο της αυξημένης ποιητικής παραγωγής, ένα φαινόμενο παγκόσμιο θα λέγαμε, συχνά υπάρχει μία τάση ενδοσκόπησης με κυρίαρχο το κεντρικό στοιχείο και με διάθεση Ψυχικής εκτόνωσης του/της δημιουργού. Έτσι, η ποίηση από τέχνη μετατρέπεται σε ψυχαναλυτική μηχανή εκμυστήρευσης, δίχως στην ουσία να αγγίζει τον ακροατή/αναγνώστη.

Μα το ποίημα ξεκινώντας ως αυτοβιογραφία του ποιητή οφείλει να καταλήγει ως αυτοβιογραφία του κοινού, κάτι που φαίνεται να προσπερνά οι εσωστρεφής φιλαυτία πολλών δημιουργών. Και την ίδια στιγμή, συχνά λησμονείται ο λυρισμός μέσα στη θεωρούμενη "ευκολία" γραψίματος, οδηγώντας στην έκδοση συλλογών όχι απλά άνευρων, μα και δίχως ψήγματα λυρισμού.

Ευτυχώς όμως νέοι δημιουργοί με διάθεση γλωσσικού πειραματισμού αφήνουν γόνιμες ελπίδες, όπως η πρώτη εμφάνιση της Ελευθερίας Θάνογλου στα γράμματα με την ποιητική συλλογή «οι πέντε εποχές του κόκκινου» (Πικραμένος, 2017) που αποτελεί μία ευχάριστη έκπληξη για την ωριμότητα με την οποία αξιοποιεί την ποιητική γλώσσα η δημιουργός.

Η Θάνογλου μετατρέπει το ατομικό βίωμα σε συλλογικό∙ η προσωπική εμπειρία γίνεται κοινή, δίχως να περιορίζεται σε εγωκεντρικά μοντέλα. Φορτίζει το βίωμα με μία στοχαστική ενέργεια που συμπλέει με τον λυρισμό προκειμένου να ελλιμενιστεί στην ψυχή του κοινού.

Με ήπιους τόνους και μία εικονοκλαστική προσέγγιση, που θεμελιώνεται στον μεταφορικό λόγο, μιλά και στοχάζεται για τον έρωτα και τη μοναξιά, τις ανατροπές της ζωής και τον θάνατο, τη μνήμη και τον πόνο. Το φυσιολατρικό στοιχείο, καθώς εισέρχεται αβίαστα στη στιχουργική της, αξιοποιείται μετωνυμικά για να εκθέσει αλληγορικά την ψυχική διάθεση και τον προβληματισμό της ποιήτριας.

Αυτό που ξεχωρίζει είναι η φρεσκάδα της λυρικής της πνοής. Μεταφορές, προσωποποιήσεις και παρομοιώσεις συμπλέκονται συνειρμικά και γεμίζουν με μία γλυκιά μελαγχολία και νοσταλγία τις εικόνες και τις αγωνίες της ποιήτριας. Πλούσιες μεταφορές διανθίζουν τις ολιγόστιχες συνθέσεις της συλλογής. Συχνά ολόκληρη σύνθεση μετατρέπεται σε μία παρομοίωση.

Οι μετωνυμίες ενισχύουν την εικαστική προσέγγιση του χώρου και διαστέλλουν το συναίσθημα του δέκτη. Με φυσικότητα και διαύγεια μεταφέρεται στην ποιητική σκηνή και αγκαλιάζει με ευαισθησία τις αγωνίες της δημιουργού. Ας σημειώσουμε πως αρκετές συνθέσεις ξεκινούν από μία συγκεκριμένη εικόνα -κοινωνική αποτύπωση ή από το φυσικό περιβάλλον- και συνειρμικά με την υποστήριξη του αλκοολικού λόγου καταλήγουν σε στοχασμούς, κλιμακώνοντας τη συναισθηματική ένταση.

Αναζητώντας το δικό της ύφος, η δημιουργός πειραματίζεται με τον αλληγορικό λόγο. Παρά την πρώτη της εμφάνιση φαίνεται να ελέγχει τα εκφραστικά μέσα και να τα αξιοποιεί με θάρρος και τόλμη, ξεφεύγοντας από το στενά ατομικό, καθιστώντας το συλλογικό βίωμα.