Στην πεζογραφία πολύ συχνά στηρίζεται στο στοιχείο της εντοπιότητας και της καταγωγής του συγγραφέα, όπως το έθεσε για την ποίηση ο Ευριπίδης Γαραντούδης[1]. Οι συγγραφείς πολύ συχνά επιστρέφουν στην παιδική ηλικία και τις μνήμες του παρελθόντος, αντλώντας από τα προσωπικά βιώματα την πρώτη ύλη που αργότερα -ή όχι- ενδύδουν με το μύθο και εμπειρίες από άλλες καταστάσεις.

Το δρόμο αυτό ακολουθεί και η Ζωή Κωταντούλα στην πρώτη της συλλογή διηγημάτων, «πλατεία Τζαβελλαίων 2» (Γαβριηλίδης, 2016), με κέντρο αναφοράς μία γειτονιά της γενέθλιας κωμόπολης, που ωστόσο, θα μπορούσε να είναι μία οποιαδήποτε γειτονιά της χώρας.

Η μυθοπλασία συμπλέκεται με την εμπειρία και τη σύντομη φόρμα και δημιουργεί ένα ψηφιδωτό μικρών ιστοριών που αποτυπώνουν την ανθρωποϊστορία μιας γειτονιάς της Ναυπάκτου. Με επίκεντρο την πλατεία Τζαβελλαίων 2 και με οδηγό το μυθοπλαστικό βίωμα, η διηγηματογράφος φέρνει στην επιφάνεια μικροεπεισόδια της γειτονιάς. Η μνήμη και ο ρεαλιστικός μύθος συνδέονται στο απομνημονευματικό ύφος με κέντρο τις ανθρώπινες ιστορίες στο πέρασμα των χρόνων, ανθρώπων της γειτονιάς ή φίλων.

Η δεκαετία του '80 παρελαύνει με το ρομαντισμό της ανάμνησης της παιδικής ηλικίας. Μνήμες από το '90 συνοδεύουν σύγχρονα στιγμιότυπα και αλληλεπιδρούν με τη δεκαετία του '70 (η παρέλαση διχάζει;, αφιέρωμα στον Χούλιο και στους φίλους του, οι κυρίες της πλατείας, φλεβαροκαμώματα, του σπιτιού μου η σημαία). Τα σχολικά χρόνια, το ποδόσφαιρο, μικρές προσωπικές ιστορίες, ταξίδια και διακοπές στη θάλασσα αποτελούν τον ανθρωποκεντρικό κορμό της συλλογής. Έτσι, οι σύντομες προσωπικές αναμοχλεύσεις του παρελθόντος σκιαγραφούν μέσα από τα πολλά ατομικά το κοινωνικό.

Η διηγηματογραφία της Κωταντούλα δύσκολα εντάσσεται στο κλασικό διήγημα, ενώ απέχει και από τα πολυκεντρικά ή ακτινοειδή πεζογραφήματα του Ιωάννου. H απομνημονευματική καταγραφή συνδέεται με την πολύ μικρή έκταση ενός διηγήματος (με όλα τα χαρακτηριστικά του, πέραν της πολύ σύντομης έκτασης, συχνά αστραπιαίας, τύπου μπονσάι), στην οποία -φαινομενικά- χωρίς πλοκή η συγγραφέας παρουσιάζει τις μικροϊστορίες της γειτονιάς στο πέρασμα του χρόνου. Χρονικά άλματα και εγκιβωτισμένα παρενθετικά σχόλια μεταπηδούν χρονικά τον αναγνώστη από τον αφηγηματικό χρόνο στο παρόν του ώριμου αφηγητή.

Σημαντικό είναι υπογραμμίσουμε τους αξιόλογους πειραματισμούς που διακρίνονται στην έκφραση (παράλληλοι αθώοι ύπνοι, φωτογραφίες της άχνης και της ναφθαλίνης, στον Κ.Π.Ν, ο παππούς θαμεύεται). Συχνά αξιοποιείται η δύναμη της επανάληψης στην πεζή έκφραση ως ένα σταθερό σημείο αναφοράς και έμφασης επί του μύθου (ο παππούς θαμεύεται, των Τριών της Μαθηματικής Ορθοδοξίας Ιεραρχών, το 8 και το ανάποδο 8, 11.12.13 η συντέλεια κάθε πότε συντελείται;).

Παράλληλα, με τη μορφή παρενθέσεων η διηγηματογράφος καταθέτει εγκιβωτισμένα σχόλια ενός ώριμου αφηγητή από το παρόν του αναγνώστη (η κρυφή γοητεία της ελαιοκομίας, του επιταφίου ο θυμός του Θ., φωτογραφίες της άχνης και της ναφθαλίνης, του σπιτιού μου η σημαία, μύθοι και πρώιμη απομυθοποίηση, και οι δρόμοι τρέχουν χιαστί).

Ιδιαίτερη όμως είναι και η αφηγηματική τεχνική. Συχνά ένας παντογνώστης αφηγητής λειτουργεί ως ο αντικειμενικός παρατηρητής με μηδενική εστίαση, μια και γνωρίζει την εξέλιξη. Το τριτοενικό υποκείμενο δίνοντας την αίσθηση της μυθοπλασίας έρχεται σε αντίθεση με το προσωπικό βίωμα του συμμετέχοντος αφηγητή. Ωστόσο, και στην αυτοαναφορική αφήγηση ο μύθος είναι υπαρκτός μέσα από το λόγο της εκμυστήρευσης/αποκάλυψης (τρία βιβλία σε τρεις νύχτες, παράλληλοι αθώοι ύπνοι, διαδοχικοί αριθμοί, αμιγώς αστυνομικού ενδιαφέροντος, σσς, οι γαλάζιες μπαλαρίνες, η μάνα σου είναι τρελή, χμ... χυμός μήλου).

Η πρωτοενική διατύπωση διαμορφώνει εκφραστικά έναν ομοδιηγητικό αφηγητή που βίωσε όσα καταγράφει (Π.Κ. ΑΡΘ. 186.2 & 392, φωτογραφίες της άχνης και της ναφθαλίνης, στην παρανομία, η επίγευση της ξενιτιάς αλληγορίες, των Τριών της Μαθηματικής Ορθοδοξίας Ιεραρχών, ανεμώνες, φοίνικες πουλιά και κότες, good manufacturing practices, Δεκαπενταύγουστος, προσαρμογή, οι κυρίες της πλατείας), το οποίο συμπλέκεται με το α' πληθυντικό πρόσωπο συμπεριλαμβάνοντας τον συμμετέχοντα ήρωα στην ομοδιηγητική ιστορία με όλη τη ζωντάνια της προσωπικής εκμυστήρευσης (πώς πέρασα το Πάσχα, σταυρόλεξο, του επιταφίου, κομμουνισμός στην κουζίνα).

Παράλληλα, το β' ενικό γραμματικό πρόσωπο προσφέρει μία ψευδοδιαλογική διάσταση προσπαθώντας να ισορροπήσει τη μονοτονία της κλασικής αφήγησης (οι μνήμες... μέσα μας, μία πλατεία με ποια πλατεία;, έφηβη τελειότητα, μυαλά πρεσβυωπίας, στα μέτρα του και τα σταθμά του, ορτανσίες, τα παζάρια τότε, προτεσταντική ηθική, και οι δρόμοι τρέχουν χιαστί). Στην πραγματικότητα, όμως, τις περισσότερες φορές λειτουργεί ως ένα αοριστολογικό προσωπείο του πρωτοενικού αφηγητή.

Αξιοσημείωτη είναι και η ποικιλία των τίτλων, των οποίων η πλειονότητα απαρτίζεται από ονοματικά σύνολα πολλών λέξεων. Ο τίτλος όμως στα αφηγήματα της Κωταντούλα κατέχει λειτουργικό ρόλο, ως ένα αρχικό σχόλιο της συγγραφέως. Έντονη είναι και η ειρωνική διάθεση που απορρέει από τους τίτλους, πριν ακόμη αρχίσουν οι ιστορίες.

Το βίωμα της ιθαγένειας ή της εντοπιότητας είναι μια θεματική σταθερά πολλών Ελλήνων ποιητών της μεταπολεμικής και μεταπολιτευτικής εποχής και αφορά συγκεκριμένα στη διαπίστωση ότι το έργο τους φέρει αισθητά και διάχυτα ίχνη της τοπικής καταγωγής και ταυτότητάς τους. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε το βίωμα της ιθαγένειας ή της εντοπιότητας γίνεται το κλειδί της συνολικής αντίληψής τους για τον κόσμο, τον ιδιωτικό και τον δημόσιο, τον ατομικό και τον συλλογικό, τον βιωμένο και τον ιστορικό[2]. Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι σε επίπεδο συλλογής όλα αυτά τα χαρακτηριστικά εμφανίζονται με έναν πηγαίο αυθορμητισμό και στην διηγηματογραφία της Ζωής Κωταντούλα.

[1] βλ. Ευριπίδη Γαραντούδη, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, «Το σπίτι»: Το βίωμα της ιθαγένειας ή της εντοπιότητας στην ελληνική μεταπολεμική και μεταπολιτευτική ποίηση.

[2] Αναφορικά με τον ποιητικό χώρο, το βίωμα της ιθαγένειας ή της εντοπιότητας βασίζεται στην αντίθεση του διαφορετικού χωροχρόνου του ποιητή. Έτσι, στην πραγματικότητα συγκρούονται ψυχικά η γενέθλια πόλη με όλη την συναισθηματική οικειότητα που προσφέρει καθώς δεμένη με την παιδική αθωότητα προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η πόλη του παρόντος είναι ανοίκεια, μοναχική με ρυθμούς ζωής που καταπιέζουν τον ενήλικα δημιουργό, και τούτα δημιουργούν ανασφάλεια προκαλώντας απογοήτευση και ενοχές.