Ενώ η επιρροή της Άκρας Δεξιάς στο ελληνικό εκλογικό σώμα και την κοινή γνώμη έχει γίνει αντικείμενο αρκετών ερευνών, το κρίσιμο ζήτημα της διείσδυσής της στο κράτος παραμένει στο ημίφως. Η Άκρα Δεξιά πάντως – παρότι το αρνείται, στην προσπάθειά της να εμφανίζεται ως δύναμη αντισυστημική – αναζητά διαρκώς τα ερείσματα και τα αγκυροβόλια της στο κράτος. Πόσο έχει προχωρήσει η παρείσφρηση της Άκρας Δεξιάς στην αστυνομία, τον στρατό, τη δικαιοσύνη και την Εκκλησία (αφού και η τελευταία αποτελεί κράτος);

Αυτό το ερώτημα προσπαθεί να απαντήσει η έρευνα: Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά: Αστυνομία, Δικαιοσύνη, Στρατός, Εκκλησία. Πρόκειται για «μεμονωμένα περιστατικά», όπως επισήμως και το ίδιο το κράτος παραδέχεται, ή για συμπτώματα μιας πιο γενικευμένης ολίσθησης σε μη δημοκρατικές πρακτικές και αυταρχικές ιδεολογίες; Σύμφωνα με τη μελέτη στην σημερινή Ελλάδα υπάρχει σαφώς πολιτειακό πρόβλημα, το οποίο υπερβαίνει τα «μεμονωμένα περιστατικά».

Έρευνες για την ακροδεξιά πολιτική κουλτούρα στην ελληνική κοινωνία έχουν ήδη διεξαχθεί, αυτή είναι η πρώτη φορά που γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής και τεκμηρίωσης της παρείσφρησης αυτής της κουλτούρας εντός των δομών του ελληνικού κράτους. 
Την έρευνα, την οποία επιμελήθηκε ο καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου και αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Δημήτρης Χριστόπουλος, πραγματοποίησε μια διεπιστημονική ομάδα ελλήνων ερευνητών που απαρτίζεται από τους: Δημήτρη Κουσουρή, Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο, Κλειώ Παπαπαντολέων, Αλέξανδρο Σακελλαρίου και τον ίδιο τον επιμελητή.

Το tvxs.gr, παρουσιάζει ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο «Η Εκκλησία της Ελλάδος» του Αλέξανδρου Σακελλαρίου, ερευνητή του Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Στον αστερισμό της επικοινωνίας. Η ακροδεξιά αναβάπτιση (1998-2008)

Το 1998 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος ο μητροπολίτης Δημητριάδος, Χριστόδουλος. Η στροφή είναι άμεση και εμφανής: η Εκκλησία της Ελλάδος, εισέρχεται στον αστερισμό της επικοινωνίας. Η σιωπή και η συστολή δίνουν τη θέση τους στην κοσμική εξωστρέφεια, με τον νέο προκαθήμενο σε ρόλο πρωταγωνιστή. Όπως είναι γνωστό, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών ο Χριστόδουλος διετέλεσε γραμματέας της Ιεράς Συνόδου, ενώ έγινε μητροπολίτης λίγες ημέρες πριν από την πτώση του καθεστώτος. Τα γεγονότα αυτά και κυρίως το πρώτο έχουν επισημανθεί πολλές φορές δημόσια από επικριτές του, ως απόδειξη των μη δημοκρατικών φρονημάτων του.

Ωστόσο και τα δυο, παρότι δεν συνιστούν ασφαλώς τεκμήριο δημοκρατικότητας, πρέπει πρωτίστως να ενταχθούν στην μακρά παράδοση της «καθεστωτικής λογικής» της Εκκλησίας, παρά να θεωρηθούν ένδειξη συμπάθειας του Χριστόδουλου προς τη δικτατορία και την Ακροδεξιά. Η σχέση του με ακροδεξιούς κύκλους υπήρξε και στενής και σαφής, αλλά τεκμηριώνεται με διαφορετικό τρόπο, όπως θα δούμε αμέσως. 

Ο Χριστόδουλος προτού εκλεγεί αρχιεπίσκοπος αρθρογραφούσε στη χουντική εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος, ενώ διατηρούσε στενές σχέσεις με την ακροδεξιά, ακραία εθνικιστική, αντισημιτική αλλά και περιθωριακή εφημερίδα Στόχος, η οποία συνέχισε να τον υμνεί και μετά την εκλογή του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Το 1977, ο Χριστόδουλος και άλλοι 45 μητροπολίτες συμμετείχαν σε συνέδριο του Στόχου στο Λιδορίκι. Σε αυτό ο Χριστόδουλος μίλησε για τη απειλή που επικρεμάται πάνω από το έθνος, την ανάγκη προστασίας του, τόνισε ότι χρειάζεται «αντίσταση σε κάθε κακό, αντίσταση σε καθετί που δεν είναι Χριστιανικό, που δεν είναι Ορθόδοξο, που δεν είναι ελληνικό», ενώ συνεχάρη τον εκδότη της εφημερίδας για την πρωτοβουλία και τον χαρακτήρισε «ελληνοκεντρικό» και «ελληνόψυχο».

Ο Χριστόδουλος, και μετά την εκλογή του και παρά το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις ο λόγος του, εκ των πραγμάτων, ήταν πιο στρογγυλοποιημένος, εντούτοις δεν έκρυψε τις παλαιές – και σταθερές, όπως φάνηκε – συνήθειές του. Όταν το 2001 έλαβε βιβλίο του Στυλιανού Παττακού, του απάντησε με προσωπική επιστολή σε ιδιαίτερα θερμό και εγκάρδιο τόνο, αναφερόμενος στο ανυπόκριτο πατριωτικό του φρόνημα και στα ξεχωριστά προσόντα και αρετές του, που έγραψαν Ιστορία.

Σταθερή αναφορά, στις ομιλίες του αρχιεπισκόπου, ήταν το έθνος και το γένος, η ανάγκη προστασίας τους από τη «Νέα Εποχή» και τη «Νέα Παγκόσμια Τάξη», από τους «προδότες», την παγκοσμιοποίηση, τη Δύση, τους «εθνομηδενιστές», τους «ψευτοκουλτουριάρηδες» και πολλούς άλλους εχθρούς. Οι επιθέσεις αυτές αποκορυφώθηκαν την περίοδο της σύγκρουσης με την πολιτεία το 2000, επί κυβέρνησης Σημίτη, για το θέμα της μη αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες. Η Εκκλησία διοργάνωσε δυο «λαοσυνάξεις», σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και ξεκίνησε τη συλλογή υπογραφών προκειμένου να πραγματοποιηθεί δημοψήφισμα για το ζήτημα.

Απόρροια της σύγκρουσης με την κυβέρνηση στο θέμα των ταυτοτήτων ήταν και η άτυπη στήριξη του αρχιεπισκόπου και της Εκκλησία στον αρχηγό του ακροδεξιού κόμματος, Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός, Γιώργο Καρατζαφέρη, που ήταν υποψήφιος για την υπερνομαρχία Αθηνών στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2002. Αυτό συνέβη διότι η Νέα Δημοκρατία είχε υποστηρίξει τον Γιάννη Τζαννετάκο, ο οποίος είχε ταχθεί κατά της αναγραφής του θρησκεύματος και προερχόταν από την Αριστερά. Μάλιστα, όπως καταγράφουν δημοσιεύματα του Τύπου, σε σχετική ερώτηση ο αρχιεπίσκοπος είχε απαντήσει ότι όσοι ψηφίζουν Καρατζαφέρη δεν είναι ακροδεξιοί αλλά καλοί Χριστιανοί που αντιδρούν στον Τζαννετάκο.
 
Ένα από τα βασικά μοτίβα, στα οποία δομούνταν ο δημόσιος εθνοκεντρικός και εθνικιστικός λόγος του Χριστόδουλου ήταν η ανωτερότητα του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού και εν γένει η αντιπαράθεση με τη Δύση. Σύμφωνα με αυτόν, η Ευρώπη αντιμετώπιζε οξύ πνευματικό και υπαρξιακό πρόβλημα με επιπτώσεις στην ενότητά της και μόνο η Ελλάδα και η Ορθοδοξία αποτελούσαν την ελπίδα της. Όπως τόνιζε συχνά, χωρίς την Ελλάδα δεν θα υπήρχε Ευρώπη, διότι και το όνομα και ο πολιτισμός της είναι ελληνικά: «Η Ελλάδα έσωσε την Ευρώπη από τα στίφη των βάρβαρων και υπήρξε ο πνευματικός της δάσκαλος». Ας υπογραμμιστεί ότι μπροστά σε ευρωπαϊκά ακροατήρια, όταν καλούνταν σε διεθνείς οργανισμούς και συνέδρια, ο αρχιεπίσκοπος δεν αναφερόταν στη Δύση με τόνο τόσο επιθετικό και υποτιμητικό, ούτε τη χαρακτήριζε άθεη και υλιστική, αλλά επέλεγε να εστιαστεί στην αποχριστιανοποίηση της Ευρώπης συνολικά και στον κίνδυνο του Ισλάμ.

Οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι καινοφανείς, τόσο στο επίπεδο της ανώτερης ιεραρχίας όσο και του κατώτερου κλήρου. Η κυριαρχία ενός εθνοκεντρικού και πολύ συχνά ακραίου εθνικιστικού λόγου, όπου η ανωτερότητα του ελληνικού έθνος και πολιτισμού υπογραμμίζεται σε κάθε ευκαιρία, με αναφορές στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης που κάποτε θα περιέλθει ξανά σε ελληνικά χέρια ή στις χαμένες πατρίδες της Ιωνίας, αποτελεί σταθερό υπόβαθρο, το οποίο προϋπήρξε της περιόδου Χριστόδουλου, εξακολουθεί να υφίσταται και να υπερβαίνει σαφώς τον χώρο της Ακροδεξιάς. Το κρίσιμο, ωστόσο, που συνέβη στα δέκα χρόνια της αρχιεπισκοπίας Χριστόδουλου ήταν η αποκάθαρση των εθνικιστικών και ακροδεξιών αντιλήψεων, οι οποίες αναβαπτίστηκαν στην κολυμβήθρα της Εκκλησίας ως κάτι το ρομαντικό και ιδανικό. Η εκκλησία εμφανίστηκε ως τη άδολη υπερασπίστρια του έθνους που το προστατεύει, ανέκαθεν, από κάθε εξωτερική επιβολή, ενώ το έθνος και ο εθνικισμός, σε μια επιθετική εκδοχή, ξαναέγιναν της μόδας, χωρίς πολλές από τις αρνητικές συνδηλώσεις του παρελθόντος.

Η περίοδος αυτή είναι κρίσιμη, διότι τότε σπάει η αγαστή πολιτειακή συγκατοίκηση της Εκκλησίας με το κράτος. Ο εκκλησιαστικός λόγος αυτονομείται, με εμφανείς ακροδεξιές τάσεις, ακριβώς επειδή νιώθει ότι απειλείται από το εκσυγχρονιστικό πολιτικό σχέδιο της κυβέρνησης Σημίτη, το οποίο έβλεπε ως απειλή για την εξουσία της. Εκ του αποτελέσματος, φαίνεται πως τελικά μάλλον φοβήθηκε περισσότερο απ’ ότι χρειαζόταν... Ο φόβος αυτός, πάντως, ώθησε την εκκλησιαστική ηγεσία στην υιοθέτηση μιας ανοιχτά ακροδεξιάς πολιτικής ατζέντας, σε πανηγυρική ρήξη με την πολιτεία. Ο θάνατος του Χριστόδουλου, το 2008, θα επαναφέρει τις ισορροπίες στην πρότερη κατάσταση μιας συναινετικής συγκατοίκησης.

{...}

Εκκλησία και Χρυσή Αυγή: ο τελευταίος κρίκος της ακροδεξιάς αλυσίδας

Η Χρυσή Αυγή, όπως ξέρουν καλά όσοι μελετούν τον χώρο της Ακροδεξιάς, δεν υπήρξε ποτέ ομάδα με ορθόδοξο υπόβαθρο και πίστη. Πληθώρα – παλαιότερων κυρίως, αλλά όχι μόνον – κειμένων της δείχνουν ότι οι θρησκευτικές της αναφορές ήταν πολύ περισσότερο το αρχαιοελληνικό δωδεκάθεο, και σε ορισμένες περιπτώσεις παγανιστικές λατρείες βόρειων λαών, και όχι η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία.

Βεβαίως, μετά την αλματώδη άνοδο και την ορμητική της είσοδο στο πολιτικό σκηνικό, για εμφανείς λόγους σκοπιμότητας και ψηφοθηρίας, το παρελθόν αυτό ξεχάστηκε. Και, μέσα από δημόσιες τοποθετήσεις, καθώς και κείμενα στην ιστοσελίδα της, η οργάνωση κατέβαλε προσπάθεια να εμφανιστεί ως προστάτιδα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και παράδοσης. Όπως όλες οι πολιτικές δυνάμεις που ισχυροποιούνται, έτσι και οι νεοναζιστές επέλεξαν να χαϊδέψουν τα αυτιά της Εκκλησίας και κάποιων ιερωμένων της. Και αυτοί, αντί να τους απωθήσουν, το ευχαριστήθηκαν κιόλας...

Η πρώτη και σημαντικότερη δημόσια απόπειρα αυτού του είδους έγινε το φθινόπωρο του 2012, όταν η Χρυσή Αυγή, πρωτοστάτησε, μαζί με εκκλησιαστικούς και παραεκκλησιαστικούς κύκλους, στη διαμαρτυρία και τα βίαια επεισόδια έξω από το Θέατρο Χυτήριο, με αφορμή το θεατρικό έργο του Τέρενς ΜακΝάλι (Terence McNally), Corpus Christi, το οποίο κατηγορήθηκε ως βλάσφημο. Τελικά, το ανέβασμά του ματαιώθηκε, λόγω συνεχών επεισοδίων, αλλά και των απειλών εναντίον των συντελεστών της παράστασης. Κατά τη διάρκεια των παραστάσεων, ο μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ, μαζί με τέσσερις βουλευτές της Χρυσής Αυγής, κατέθεσε στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας, μήνυση εναντίον του θεατρικού έργου. Η Χρυσή Αυγή στην ιστοσελίδα της προέβαλε το γεγονός, τονίζοντας τη στήριξή της στον μητροπολίτη. Ο ίδιος ο μητροπολίτης, σε συνέντευξή του, είπε ότι τη μήνυση την υπέβαλε προσωπικά και ότι οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής το πληροφορήθηκαν και ήρθαν για συμπαράσταση. Και κατέληγε λέγοντας ότι φασίστες είναι όσοι εχθρεύονται κινήσεις που στοχεύουν στην εφαρμογή των νόμων του κράτους (και τέτοια κίνηση ήταν η απαγόρευση ενός έργου βλάσφημου), άρα προφανώς όχι τα μέλη της Χρυσής Αυγής.

Μέχρι τον Απρίλιο του 2013 ο μητροπολίτης Πειραιώς δεν είχε καταφερθεί ποτέ εναντίον της Χρυσής Αυγής ούτε είχε καταδικάσει τις ρατσιστικές πρακτικές και επιθέσει της. Τότε, και με αφορμή μια συνέντευξη ορισμένων βουλευτών της, στην οποία αναφέρθηκαν στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, αφήνοντας να διαφανεί η συμπάθειά τους για την αρχαιοελληνική θρησκεία, απηύθυνε ορισμένα δημόσια ερωτήματα προς το κόμμα της Χρυσής Αυγής σχετικά με τις θρησκευτικές του απόψεις. Η Χρυσή Αυγή δεν απάντησε. Ο μητροπολίτης επανήλθε πιο επιθετικός, κατηγορώντας το κόμμα για παγανιστικές αντιλήψεις και πρακτικές, ακόμη και για σατανισμό, με αποτέλεσμα να υπάρξει ανταπάντηση της Χρυσής Αυγής και η αντιπαράθεση να συνεχιστεί, ενώ κορυφώθηκε μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα στις 18 Σεπτεμβρίου 2013.

Είναι αξιοπερίεργο ότι η σύγκρουση ξέσπασε με αφορμή μια συνέντευξη. Δεν γνώριζε άραγε ο μητροπολίτης το παρελθόν της Χρυσής Αυγής; Ή μήπως το γνώριζε, αλλά προκειμένου να έχει τη στήριξή της στο θέμα της βλασφημίας το αποσιώπησε; Γεγονός παραμένει ότι επί έναν σχεδόν χρόνο ο μητροπολίτης Πειραιώς όχι μόνο δεν αντέδρασε στο ρατσιστικό λόγο και την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής, αλλά και συμπορεύθηκε μαζί της.

Και πάλι, όπως αναφέραμε και παραπάνω, το ζήτημα δεν είναι «ατομικό». Υπάρχουν και άλλοι μητροπολίτες, οι οποίοι στάθηκαν στο πλευρό της Χρυσής Αυγής. Ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Ανδρέας, είναι ένας από αυτούς. Όχι μόνο μετείχε σε μια από τις λεγόμενες «γιορτές μίσους» για τη νίκη στον Γράμμο και το Βίτσι, η οποία οργανώνεται παραδοσιακά από ακροδεξιούς κύκλους και στην οποία τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί η Χρυσή Αυγή, αλλά μίλησε με τα θερμότερα λόγια γι’ αυτήν. Αναφέρθηκε στα «παιδιά με τις μαύρες μπλούζες, τα παιδιά τα καλά, τα αγωνιστικά» και έκλεισε την ομιλία του με την ευχή σύντομα να αντικαταστήσουν τις μαύρες αυτές μπλούζες με γαλάζιες και άσπρες, τα χρώματα δηλαδή της ελληνικής σημαίας.

Ο μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιος, ο οποίος παρεμπιπτόντως υπηρέτησε στη θρησκευτική υπηρεσία της χωροφυλακής κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, έχει εκφραστεί με πολύ θετικά, ακόμα και εγκωμιαστικά λόγια, για τη Χρυσή Αυγή – και μάλιστα μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και την ποινική της δίωξη ως εγκληματικής οργάνωσης. Σε ανακοίνωσή του (η οποία αναπαρήχθη και από την ιστοσελίδα της Χρυσής Αυγής με θετικά σχόλια), αναφέρεται μεν σε ορισμένες άστοχες ενέργειες των μελών της, αλλά τους αποκαλεί «γλυκειά ελπίδα» για τη χώρα και τον απελπισμένο πολίτη. Και συνεχίζει, επαινώντας και νουθετώντας τη Χρυσή Αυγή:

«Κάποιοι σας κατέκριναν, επειδή διαμαρτυρηθήκατε για τη προσβολή του θεατρικού έργου Corpus Christi στο θέατρο «Χυτήριο». Εμείς, αντιθέτως, προσωπικά θέλουμε να σας ευχαριστήσουμε, επειδή - χωρίς να χρησιμοποιήσετε βόμβες Μολότωφ, πέτρες, ξύλα, ή και αποξηλωμένα μάρμαρα – υπερασπιστήκατε το όνομα του Σωτήρος Χριστού, που είναι ο Κύριός μου και ο Νυμφίος της ψυχής μου! [...]

Στην αρρωστημένη σήμερα και παρακμάζουσα Δημοκρατία μας δεν είσθε βέβαια μια «Μαύρη Νύχτα!». Εάν όμως βελτιωθήτε, εάν αποφύγετε κάποιες ανωφελείς ακρότητες του νεοφώτιστου, αν τροποποιήσετε το στυλ, που εφαρμόζετε, αν ωριμάσετε δηλαδή, μπορείτε να καταστήτε μια γλυκειά ελπίδα για τον απελπισμένο πια πολίτη και μια ήρεμη δύναμη στο σαπισμένο πια πολιτικό σύστημα, όπου οι κλέφτες ευδοκιμούν και κάποιοι Υπουργοί των Οικονομικών τους προστατεύουν, με το να εξαφανίζουν τις λίστες των υπόπτων και εν ταυτώ, χωρίς αιδώ, να ισχυρίζωνται δημοσίως ότι έχασαν το CD, δηλαδή τη λίστα Λαγκάρντ!»

Οι τρεις παραπάνω μητροπολίτες τοποθετήθηκαν ξεκάθαρα υπέρ της Χρυσής Αυγής, αλλά δεν είναι οι μόνοι οι οποίοι διάκεινται συμπαθώς προς την οργάνωση. Ας αναφέρουμε ενδεικτικά τα όσα λέει, σε συνέντευξή του, ο μητροπολίτης Φθιώτιδος Νικόλαος – με την επισήμανση ότι ειπώθηκαν μετά τη δολοφονία Φύσσα και την εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή από το ελληνικό κράτος:

«Το κόμμα του κ. Νίκου Μηχαλολιάκου φαίνεται ότι ικανοποιεί ένα μεγάλο μέρος ταλαιπωρημένων και αγωνιώντων πολιτών. Ο κόσμος αναζητεί ασφάλεια, κοινωνική γαλήνη, πρόοδο και αξιοκρατία. Αν λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν και τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα τους πόθους και τις αναζητήσεις του λαού, τα πράγματα θα αλλάξουν».

Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, βέβαια ότι υπάρχουν μητροπολίτες με άλλη άποψη, με πρώτο τον μητροπολίτη Σισσανίου και Σιατίστης Παύλο, ο οποίος μίλησε έγκαιρα και με εξαιρετικά σκληρή γλώσσα κατά της Χρυσής Αυγής. Ο Παύλος, ήδη από τον Οκτώβριο του 2012, ήταν καταπέλτης κατά της Χρυσής Αυγής, την οποία δεν δίστασε να κατονομάσει και να χαρακτηρίσει «Μαύρη Νύκτα». Και λίγους μήνες αργότερα έλεγε δημοσίως:

«Τον Χριστό  η Χρυσή Αυγή τον διώκει, τον προσβάλλει και τον εξευτελίζει καθημερινά, και το πράττει στα πρόσωπα των προσφύγων, των μεταναστών, ακόμα και των παιδιών. [...] Θέλω λοιπόν να επαναλάβω ότι κάθε εναγκαλισμός και χάϊδεμα χριστιανού ή, πολύ περισσότερο ιερωμένου προς τη Χρυσή Αυγή δείχνει μπέρδεμα φρικτό και ακύρωση της πίστης. Κανείς δεν μπορεί να παίζει εν ου παικτοίς».

Οι παραπάνω δηλώσεις συνιστούν, ασφαλώς, μια σαφή και απερίφραστη καταδίκη της Χρυσής Αυγής και του νεοναζισμού. Ταυτόχρονα, όμως, αντιθετικά, τονίζουν ακόμη περισσότερο τη σιωπή ή την καθυστέρηση και στρογγυλεμένη αντίδραση άλλων μητροπολιτών – όχι των υποστηρικτών, αλλά αυτών που διαφωνούν με τη Χρυσή Αυγή. Ο δρόμος του μητροπολίτη Σισσανίου και Σιατίστης παραμένει, έως σήμερα, εξαιρετικά μοναχικός.

Εξετάζοντας συνολικά τη στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος, αξίζει να σταθούμε σε τέσσερα σημεία:

Πρώτον, στα εγκαίνια των τοπικών γραφείων της Χρυσής Αυγής παρευρίσκεται ιερέας, ο οποίος τελεί αγιασμό και ενίοτε εκφωνεί και λόγο, όπως στα εγκαίνια του γραφείου Νοτίων Προαστίων Αττικής, όπου ο ιερέας προέτρεψε τα μέλη και τους φίλους της οργάνωσης να συνεχίσουν τον αγώνα «για την πατρίδα, τη θρησκεία και τα ιδανικά μας».

Δεύτερον, παρότι υπάρχουν ασφαλώς πολλοί μητροπολίτες οι οποίοι διαφωνούν με την ιδεολογία και τη δράση της Χρυσής Αυγής, είναι αξιοσημείωτο ότι οι αντιδράσεις τους υπήρξαν, με μοναδική εξαίρεση τον Σισσανίου και Σιατίστης, εξαιρετικά προσεκτικές. Είναι χαρακτηριστικές, από αυτή την άποψη, οι δηλώσεις τους σε μεγάλης κυκλοφορίας κυριακάτικη εφημερίδα, τον Οκτώβριο του 2012. Παρότι η δημόσια καταδίκη του ρατσισμού, ακόμη και γενικόλογη, δεν είναι βέβαια αμελητέα, οι μητροπολίτες που μιλάν αποφεύγουν να κατονομάσουν ρητά τη Χρυσή Αυγή, ενώ είναι εμφανής μια προσπάθεια ισορροπισμού: «Οι πρακτικές βίας είναι κατακριτέες», τονίζει ένας από αυτούς, προσθέτοντας «ότι ο ρατσισμός και το μίσος δεν έχουν καμία σχέση με τη διδασκαλία του Χριστού», ενώ κάποιος άλλος επισημαίνει ότι «η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι εναντίον των μεταναστών και των ξένων». «Δεν θα παίξουμε το παιχνίδι κανενός. Ούτε δεξιόστροφο, ούτε αριστερόστροφο. Τα άκρα δεν ωφελούν» επισημαίνει ένας τρίτος.

Τρίτον, το ζήτημα δεν είναι ποσοτικό. Ακόμη κι αν δεν είναι πολλοί οι μητροπολίτες που τείνουν ευήκοον ους προς τη νεοναζιστική οργάνωση (κάτι που δεν είναι διόλου βέβαιο, αν εκτός από την ξεκάθαρη υποστήριξη συνυπολογίσουμε την έμμεση βοήθεια και την ανοχή), αυτή καθαυτή η στάση τους, όσο λίγοι κι αν είναι, συνιστά μείζον ζήτημα.

Τέταρτον, η Εκκλησία, ως θεσμός, με τα όργανά της, δεν έχει λάβει επίσημη θέση εναντίον της Χρυσής Αυγής, ενδεχομένως προκειμένου να τηρηθούν οι ισορροπίες εντός της Ιεράς Συνόδου, από τη στιγμή που στους κόλπους της υπάρχουν και υποστηρικτές της νεοναζιστικής οργάνωσης. Η Εκκλησία, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα καταδίκαζε ανοιχτά τον κομμουνισμό, αλλά και εν γένει την Αριστερά, σήμερα προσπαθεί να τηρήσει μια αποστασιοποιημένη στάση ουδετερότητας, γεγονός για το οποίο έχει δεχθεί σοβαρές επικρίσεις. Ακόμη και μετά τη δολοφονία του Π. Φύσσα, η Εκκλησία αρκέστηκε σε μια γενικόλογη ανακοίνωση στην οποία «καταδικάζει κάθε μορφή βίας, απ όπου κι αν προέρχεται». Παρόμοια ανακοίνωση εξέδωσε και μετά τη δολοφονία των δυο μελών της Χρυσής Αυγής στο Νέο Ηράκλειο, την 1η Νοεμβρίου 2013, κρατώντας ίσες αποστάσεις. Και όλα αυτά τη στιγμή που καμία ανακοίνωση δεν είχε υπάρξει για τις επιθέσεις εναντίον μεταναστών όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα.

Η  μελλοντική εξέλιξη της σχέσης εκκλησίας και Χρυσής Αυγής δεν είναι σαφής αυτή τη στιγμή. Το αν και πώς θα επηρεαστεί από τη φθορά ή την ενίσχυση, την ισχύ δηλαδή της Χρυσής Αυγής, τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις, αλλά και ενδοεκκλησιαστικούς συσχετισμούς αποτελεί ανοιχτό ερώτημα.

Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά

Αστυνομία, Δικαιοσύνη, Στρατός, Εκκλησία
Εκδόσεις Νήσος