Η ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη διακρίνεται από τις συχνές μεταστροφές του ύφους και κυρίως της φόρμας της. Ενώ το 2013, σε μία κορυφαία δημιουργική πνοή, με τη συλλογή «εποχή μου είναι η ποίηση» μετατρέπει την ποίηση περί ποιητικής σε κοινωνική ποίηση αποτυπώνοντας με εξωστρέφεια σε ολιγόστιχες συνθέσεις τη μαυρίλα των χαλεπών καιρών της κρίσης, το 2015 με το υβριδικό «23 μέρες» αλλάζει φόρμα και ύφος σε έναν συνδυασμό ποίησης και εσωστρεφούς νουβέλας. Η νέα της ποιητική συλλογή «λίγη φθορά για γούρι» (Γαβριηλίδης, 2017) συνεχίζει την πορεία της εσωτερικότητας στα βάθη του συναισθηματικού κόσμου.

Παρά τις χαρακτηριστικές διαφορές όμως στη θεματική και τη φόρμα, η Ξηρογιάννη έχει διαμορφώσει ένα προσωπικό ύφος. Χαρακτηριστικό της έκφρασής της είναι ψευδοδιαλογικό β’  ενικό που κυριαρχεί στη στιχουργία της, άλλοτε σε προστακτική έγκλιση (επειδή ήμασταν εμείς, δική σου) κι ενίοτε σε υποτακτική (πού, σύγκριση) δίνοντας έτσι διαλογική κίνηση στην στιχουργική της. Συχνά βέβαια το β’  πρόσωπο λειτουργεί ως ένας ψευδής χαρακτήρας πίσω από το προσωπείο του οποίου κρύβεται το ποιητικό εγώ (πού, εσύ, απλή αριθμητική, δική σου). Αλλά και το πρωτοενικό υποκείμενο είναι συχνά μυθοπλαστικό/υποκριτικό, χωρίς να ταυτίζεται με την ίδια την ποιήτρια.

Τούτες όμως οι συνεχείς εναλλαγές από το "υποκριτικό" εγώ στο "υποκριτικό" εσύ (πού, όμως εμείς) μαζί ενίοτε και με ένα α΄ πληθυντικό διαμορφώνουν ένα σκηνικό ύφος. Το θεατρικό ύφος εκτός από τους παραπάνω λανθάνοντες διαλόγους υποστηρίζουν και οι ερωτήσεις (με τον τρόπο του Μπρεχτ, πού, στο όνομα του έρωτα, φόβος) με τις διαλογικές αποστροφές (με τον τρόπο του Μπρεχτ, φόβος). Και την ίδια στιγμή ένας δραματικός λυρισμός διαχέεται στη στιχουργική της που δομείται στην προφορικότητα. Το λιτό ύφος και η οικεία γλώσσα σε συνδυασμό με το εξομολογητικό ύφος («κυτταρική μέθη») διαμορφώνουν μία θεατρική ποιητική με στοιχεία ρομαντισμού.

Οι αντιθέσεις (με τον τρόπο του Μπρεχτ) διαμορφώνουν ένα ύφος μελαγχολικό που ισορροπεί με το διαλογικό στυλ. "Μικρές" αρνήσεις (στο όνομα του έρωτα, ένα γράμμα) στα θέλω του ποιητικού εγώ προσδίδουν μία αίσθηση θλίψης. Είναι οι καθημερινές απογοητεύσεις της συμβίωσης, της ίδιας της ζωής (φόβος, ένα γράμμα, μ’ αφήνεις να μιλάω μόνη μου) που με πάθος αγωνιά το ποιητικό υποκείμενο να ξεπεράσει (ο λύκος μου, σύγκριση, απλή αριθμητική).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το πώς η ποίηση και οι λέξεις εισέρχονται στην ποιητική της ως μέρος μίας διασπασμένης θεματικής (τα βράδια, ένα γράμμα, ένα ποίημα που ζητά να του δοθεί υπόσταση, μ’ αφήνεις να μιλάω μόνη μου, η γοργόνα και ο βασιλιάς). Βέβαια όλη η ενότητα «μπρος στο αρχικό ερέθισμα» είναι αφιερωμένη στην ίδια την ποίηση. Αν και η ποιητική αυτοαναφορικότητα είναι εσωστρεφής, στην περίπτωση της Ξηρογιάννη είναι μία στάση στην πορεία περί ποιητικής που χάραξε από το 2013. Άλλωστε, και οι «23 μέρες» είναι στην ουσία η γένεσις της ποίησης.

Το γνώριμο πιο διαλογικό ύφος και το α΄ και β΄ ενικά γραμματικά πρόσωπα μέσα στο σκηνικό πλαίσιο εμφανίζονται σε όλη την ενότητα. Είναι ακριβώς σαν τον διάλογο του ποιητικού με το βίωμα, σαν ένας επίλογος που δίνει το ερέθισμα στην ποιητική έμπνευση (η αρχή του ποιήματος ή ποιητικής στίγμα, σχεδόν μαγικό, στοιχεία ποιητικής, μοιραία συνάντηση, η ποιήτρια, τα καλύτερα ποιήματα, ένα ποίημα για μένα). Επίκεντρο της ενότητας είναι οι ίδιες οι λέξεις (λέξεις, για να γράψεις ποίηση, αθώων λογοκλοπών εγκώμιον, περιμένοντας το ποίημα).
Η τρίτη, ωστόσο, ενότητα της συλλογής, αποκαλύπτει την ποιητική ωριμότητα της Ξηρογιάννη καθώς γίνεται υπαρξιακή με μία ελεγχόμενη εξωστρέφεια («ονείρων γειωμένη νάρκη»), αλλά πάντα με επίκεντρο το ποιητικό εγώ που ταυτίζεται με την ποιήτρια (παιχνίδι).

Πειραματίζεται με αφηρημένες έννοιες προσωποποιώντας τις (η ενοχή, απόγνωση, μοίρα) μέσα από το βίωμα που το μετατρέπει σε αναζήτηση για το άτομο και το μέλλον (περιμένοντας μωρό, Αριάδνη, ονοματοθεσία, ανοιχτοί λογαριασμοί, βαθιά γνώση). Επεξεργάζεται παραμύθια (πικρή ιστορία) και φέρνει στην επιφάνεια υπαρξιακές αγωνίες από το βυθό του ψυχισμού της, ενώ συχνά μία ποιητική ειρωνεία εξάγεται (σκηνή από τη ραψωδία Ζ της Ιλιάδας, έτσι είναι τα ποιήματα), αν και η ειρωνεία εντοπίζεται σε όλη τη συλλογή (φόβος, ένα γράμμα, Καβάφης, αθώων λογοκλοπών εγκώμιον).

Παρά την εσωστρέφεια που ελλοχεύει στην ποίηση περί ποιητικής, η Ξηρογιάννη την αξιοποιεί ως μέσο εξωτερίκευσης υπαρξιακών αγωνιών και ατομικού ψυχισμού. Και τούτο αποτελεί μία διαχρονική σταθερά στο ποιητικό της έργο, παράλληλα με τον θεατρικό χαρακτήρα και τη σκηνική ζωντάνια των συνθέσεών της. Το βίωμα συνδέεται με την ποιητική, η ψυχολογία με τις λέξεις και τους στίχους και τα πρόσωπα συμπλέκονται σε μία –ολιγάνθρωπη μεν, μα– έντονα διαλογική ποιητική σκηνή.

τοβιβλίο