Από μικρό παιδί είχα αδυναμία στο επονομαζόμενο pulp fiction, στην αστυνομική λογοτεχνία που κυκλοφορούσε κάποτε μόνο σε βιβλία τσέπης και φτηνά περιοδικά. Μου άρεσε η περιγραφή των μεγαλουπόλεων τη νύχτα, η χαρτογράφηση ενός κόσμου που ήταν τελείως ξένος προς την τότε ελληνική πραγματικότητα. Κυρίως, όμως, μου άρεσε ο αυστηρός κώδικας δικαιοσύνης που υπηρετούσαν οι ήρωες, ο αγώνας τους να επαναφέρουν την τάξη σε μια κοινωνία βυθισμένη στην αταξία. Η επίγνωσή τους για την ενδεχόμενη ματαιότητα του αγώνα αυτού, και συγχρόνως η επιμονή τους να παλεύουν κόντρα σε όλους και σε όλα", η συγγραφέας Χίλντα Παπαδημητρίου αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής–από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο- του βιβλίου της Για μια χούφτα βινύλια, εκδόσ. Μεταίχμιο.

Μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι οι περισσότεροι συγγραφείς του είδους ήταν μάστορες της γλώσσας. Διαβάζοντας τον Τσάντλερ και τον Χάμετ στο πρωτότυπο, ανακάλυψα δύο από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Το ίδιο ισχύει για τον Ρος ΜακΝτόναλντ, τον Κορνέλ Γούλριτς, τον Ντέιβιντ Γκούντις, τον Τζέημς Κέιν. Και όταν έφτασε η στιγμή να γράψω το πρώτο μου μυθιστόρημα, είχα ως πρότυπο αυτούς τους ξεχασμένους και υποτιμημένους συγγραφείς. 

Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο πάνω στα πρότυπα της αστυνομικής λογοτεχνίας, χωρίς να αμφισβητήσω τις συμβάσεις του είδους, προσαρμόζοντας τις απλώς στο εδώ και το σήμερα – την Ελλάδα του 2005, πιο συγκεκριμένα. Ξεκίνησα το γράψιμο το 2008 και σκοπός μου ήταν να περιγράψω ένα αρκετά κοντινό παρελθόν, το οποίο είχα ολοκάθαρο ακόμα μέσα στο μυαλό μου. Το γράψιμο τέλειωσε το 2010 και το βιβλίο κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2011, όταν η Αθήνα του 2005 φάνταζε πια μια μαγική και ιδανική μεγαλούπολη.

Έδωσα δομή σχεδόν σεναριακή στην ιστορία μου, ξεκινώντας τα κεφάλαια με ημερομηνία, τόπο και ώρα στην οποία διαδραματίζεται η υπόθεση, διότι αγαπώ πολύ το σινεμά και συγκεκριμένα το φιλμ νουάρ, και ήθελα η εξέλιξη του βιβλίου να παραπέμπει στο σφιχτό μοντάζ των ταινιών εκείνων.

Στο βιβλίο υπάρχουν δύο θέματα που αποτελούν τις εμμονές μου: το ένα είναι το τέλος του μικρού δισκάδικου. Σήμερα φυσικά βλέπουμε το τέλος του δισκάδικου γενικότερα, μεγάλου και μικρού, αφού οι εξελίξεις στο χώρο της μουσικής δισκογραφίας δείχνουν ότι σε μερικά χρόνια δεν θα υπάρχει πια ούτε το cd.

Έχοντας και η ίδια ένα μικρό δισκάδικο για πολλά χρόνια, ξέρω ότι τα δισκάδικα όπως και τα βιβλιοπωλεία είναι κυρίως στέκια, χώροι όπου οι άνθρωποι ανταλλάσσουν ιδέες, δημιουργούν παρέες και μοιράζονται την αγάπη τους για την τέχνη. Οι ήρωες του βιβλίου μου κινούνται γύρω από ένα μικρό δισκάδικο που πουλάει μεταχειρισμένα βινύλια, βρίσκονται δηλαδή ακόμα πιο βαθιά χωμένοι σ’ ένα παρελθόν που χάνεται οριστικά.

Μου αρέσουν οι άνθρωποι που δεν ακολουθούν τις μόδες αλλά μένουν πιστοί σ’ αυτό που τους εκφράζει αληθινά. Γι’ αυτό το βινύλιο αποκτάει μια συμβολική αξία στο βιβλίο μου` εξ ου και η ερώτηση, «Μα μπορεί κανείς να σκοτώσει για μια χούφτα βινύλια;»

Η δεύτερη εμμονή μου ήταν και παραμένει η απέχθειά μου για το λάιφσταϊλ και τον τρόπο ζωής που πρέσβευε τις τελευταίες δύο δεκαετίες, για τον κυνισμό του που δηλητηρίασε θανάσιμα την ελληνική κοινωνία. Ήθελα οι ήρωες μου να έχουν κάτι παλιομοδίτικο, να ζουν στην περιφέρεια των γυαλιστερών περιοδικών και των τηλεοπτικών αστέρων-μοντέλων-τραγουδιστών. Να μην ενδιαφέρονται για τζιπ και διακοπές στη Μύκονο, ακριβά ρολόγια και χλιδάτα εξοχικά. Να διατηρούν ακόμα τις παλιές φιλίες, να τους ενώνει η αγάπη τους για τη μουσική και οι αναμνήσεις των διακοπών στα νησιά της άγονης γραμμής.

Όλα αυτά αποτελούν το σκελετό του πρώτου μου βιβλίου «Για μια χούφτα βινύλια».  Οι ήρωες κινούνται σε αληθινούς χώρους, κυρίως στα Εξάρχεια, και μιλούν μια γλώσσα απλή και καθημερινή. Αντί για περίεργα γλωσσικά σχήματα, προτίμησα να διανθίσω το βιβλίο με στίχους από τραγούδια και μουσικές. Ήταν ένας τρόπος να εξηγήσω τα πρόσωπα και τις καταστάσεις με περισσότερη σαφήνεια, χρησιμοποιώντας λιγότερα λόγια. Σε αυτό το link του youtube, οι αναγνώστες μπορούν να βρουν συγκεντρωμένα όλα τα τραγούδια που εμφανίζονται στο βιβλίο (το λινκ έφτιαξε ο φίλος και αναγνώστης του βιβλίου, Πάνος Παπανικολάου).

Εντέλει, τα πρόσωπα του βιβλίου απέκτησαν αληθινή υπόσταση και με ακολουθούν καθημερινά.

Ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος, από δευτερεύων χαρακτήρας, εξελίχθηκε σε πρωταγωνιστή της ιστορίας, και τώρα μου ζητάει να τον φέρω πίσω, να προχωρήσω πιο κάτω στη ζωή και στη σταδιοδρομία του. Ο Φώντας, από την άλλη, ο οποίος είχε ξεκινήσει ως κύριος ήρωας, αποτραβήχτηκε στις σκιές, δέσμιος της δυσκολίας του να προσαρμοστεί στις καινούργιες εποχές. Οι τρεις γυναικείοι χαρακτήρες – η Τατιάνα, η Σόνια και η Μαρίτα – διεκδικούν ακόμα την προσοχή μου και μου ζητούν να συνεχίσω την ιστορία τους. Ελπίζω να τα καταφέρω, διότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από έναν απογοητευμένο ήρωα που δεν σ’ αφήνει να κοιμηθείς τα βράδια με τα παράπονά του.
Χίλντα Παπαδημητρίου

Η Χίλντα Παπαδημητρίου γεννήθηκε στην Καλλιθέα το 1957. Μεγάλωσε στη Νέα Σμύρνη, ακούγοντας Neil Young και Bob Dylan. Σπούδασε νομικά και για μια εικοσαετία είχε το δισκάδικο στην πλατεία της Νέας Σμύρνης. Από το 1994 ασχολείται επαγγελματικά με τη μετάφραση. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει: John Barth, Percival Everett, Jonathan Coe, Bob Dylan, Leonard Cohen, Jane Smiley, A. Bezzeridis, Raymond Chandler, Nick Hornby, Minette Walters κ.ά. Μια από τις πιο πρόσφατες μεταφράσεις της που αγαπά πολύ είναι το "Όλες οι χάρες του ουρανού" του Dinaw Mengestu. Επίσης, έχει γράψει δύο μονογραφίες για τους Beatles και τους Clash, για τις εκδόσεις "Απόπειρα", και είναι τακτική συνεργάτης του διαδικτυακού μουσικού περιοδικού www.mic.gr.
Το αστυνομικό "Για μια χούφτα βινύλια" (Μεταίχμιο, 2011), είναι το πρώτο δικό της βιβλίο.