[...] Φτάνουμε λίγες στιγμές πριν απ' το πρώτο κλάμα. Λίγα δευτερόλεπτα πριν από τον αποχωρισμό, τον γόρδιο δεσμό με το εφήμερο, μ' εκείνο το ανήμερο θεριό του κοπιώδους βίου. Λίγη υπομονή και τα σώματα θα χωριστούν.

Μετρά αντίστροφα η γυναίκα και σκύβουν σιμά της τ' άστρα να χρυσώσουν το νεογέννητο με τη σκόνη των ονείρων. Να ρίξουν στο άσπιλο σώμα του μια σταγόνα ουράνιο πετιμέζι.

Ν' ακουμπήσουν κρυφά τον ομφάλιο λώρο και να λερωθούν ηθελημένα, προκειμένου ν' αποδείξουν σ' όλους τους δύσπιστους πλανήτες με τους οποίους συναγελάζονται πόσο τολμηροί συνεχίζουν κι είναι οι άνθρωποι.

Παρά την αδυναμία τους στο αθώο αίμα κι ενώ τζογάρουν κατ' επανάληψη ανύποπτες ζωές στη ρουλέτα του κέρδους, εξακολουθούν ν' αφήνουν απογόνους υποσχόμενοι, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, να μείνουν πιστοί στο όραμα για έναν πιο δίκαιο κόσμο.

Και να που έφτασε η μεγάλη ώρα κι η μάνα αγκαλιάζει το παιδί.

Τα χνότα τους, ζεστά κι εξουθενωμένα, κάνουν τα πλοία στα πελάγη να κουνιούνται, τα φύλλα στα δέντρα να λικνίζονται, τους ανθρώπους στον δρόμο να παραπατούν απ' τις ριπές ενός αιφνίδιου ανέμου.

Του ίδιου που θα τους σπρώξει μια μέρα στο αβαθές πηγάδι της λησμονιάς. Της μόνης ιδιότητας που τους ανήκει.

Διάλειμμα για διαφημίσεις.

Απόσπασμα, από το κεφάλαιο "Το σώμα και η γέννηση", του βιβλίου "Σώματα πτερόεντα", της Ευθυμίας Γιώσα, Εκδόσεις Σοκόλη

«Λοιπόν, εδώ χρειάζεται ένα σώμα(1)», είπε το σώμα, «για να γράψει την αυτοβιογραφία του. Η ιστορία του καθενός ανήκει αποκλειστικά σ' εκείνον και μόνο εκείνος που την έχει βιώσει μπορεί να την αφηγηθεί. Αφήστε κάτω τα μολύβια σας, επίδοξοι συγγραφείς του παρόντος και του μέλλοντος. Έρχομαι, σε χρόνο αόριστο και ταυτόχρονα τόσο καλά ορισμένο, να μιλήσω μόνο μου, ως ύλη και αίσθηση, για τον κόσμο. Αυτόν που ολοένα με ανακυκλώνει. Με ποτίζει για να γεννηθώ και, καθώς φύομαι απ' τα υπόγεια του χώματος και ξεπετάγομαι σαν σπίθα στον αέρα, αρκεί μια ριπή να με γυρίσει ξανά πίσω στο έλατό μου σκοτάδι. Καθίστε κι εσείς, αναγνώστες, αναπαυτικά στα καρφιά της υπάρξεώς σας και ακολουθήστε με υπομονή την καταγραφή μου».

Το σώμα αποφασίζει να διηγηθεί την ιστορία του. Γυρνάει ανάποδα την κλεψύδρα και ξεκινά την περιπλάνηση. Από τη μήτρα έως τις πλατείες κι απ’ τις πλατείες πίσω στις κλεισμένες πόρτες. Απόν, αφανές, κληροδοτέο. Παρόν, ερωτευμένο, οπλισμένο. Σ’ ένα διαρκές φλερτ με τον θάνατο, αναμετράται με τη ζωή σε μια καταγραφή που δεν τελειώνει.

---
(1) Με αφορμή τον στίχο του Γιάννη Δάλλα από το ποίημά του με τίτλο "Είπε ο τρομοκράτης": "Εδώ χρειάζεται ένα τρομοκράτης είπε ο τρομοκράτης...".

*Πίνακας εξωφύλλου: Τζουλιάνο Καγκλής