Τι πάει να πει «έχω ήσυχη τη συνείδησή μου;». Δεν φθάνει μια ζωή για να διυλίσει κανείς το νόημα αυτής της γαλήνης. Από τα χρόνια που έχω ζήσει συνάγω λίγο τα στοιχεία για ένα τελικό συμπέρασμα, αντικαθιστώ μερικά, ψάχνω άλλα πιο κατάλληλα.

Σου προτείνω μια προσωρινή φόρμουλα. Ήσυχη συνείδηση έχει αυτός που μπορεί να πει: «Παίρνω όσα μου αναλογούν». «Αναλαμβάνω την ευθύνη για όσες τυχόν βλάβες έχω προκαλέσει». «Ό,τι αποκτώ για την ευτυχία μου δεν το αφαιρώ από την ευτυχία των άλλων».
 
Να ένα τρίπτυχο που μπορεί να χρησιμεύσει σαν μαξιλάρι για έναν ύπνο χωρίς ενοχές. Είναι αρκετό όμως αυτό; Όχι. Χρειάζεται να ειπωθεί επιπλέον ποιες είναι οι προϋποθέσεις ώστε να πράττει κανείς δίκαια έργα.
 
Η πιο βασική είναι να δέχεται ότι έχει καθήκοντα απέναντι στον εαυτό του. Λέει: «Οφείλω να το κάνω, όχι επειδή μου το ζητούν επιτακτικά, αλλά επειδή έτσι ορίζω εγώ μια στάθμη για τον εαυτό μου που θέλω να τη φθάσω. Αυτοδεσμεύομαι για να δω ποιος είμαι. Θα φανεί αν πάω να υπεκφύγω μόλις ζοριστώ, ή αν επιμείνω στον στόχο μου».

Κατά τον Σπινόζα υπομένει ατάραχα τα δεινά μόνο εκείνος που έπειτα από μεγάλη προσπάθεια αποφαίνεται: «Δεν θα μπορούσα να εντείνω περισσότερο τις δυνάμεις μου ώστε να αποτρέψω το κακό».
 
Να φθάνεις λοιπόν στο όριο της δύναμής σου, να μη σταματάς πριν απ’ αυτό το σημείο. Αυτό όμως που κρίνεται εδώ δεν είναι μόνο η αποτροπή ενός κακού που θα σε ζημίωνε προσωπικά. Είναι και το αν κάνεις ό,τι μπορείς για να είσαι δίκαιος. Στο ένα σκέλος μεριμνάς για σένα, στο άλλο για τους άλλους.

«Διπλός ζυγός το καθήκον!» θα καγχάσουν οι εκ του πονηρού «ελευθερόφρονες» (οι ευθυνόφοβοι δηλαδή). Θα χλευάζουν τη συνέπειά σου. Θα σε δουν σαν ημίονο ζαλωμένο με τα δεμάτια μιας δοτής ηθικής.

Δεν καταλαβαίνουν πως εσύ ο ίδιος διάλεξες να φορτωθείς και πως πάνω στη ράχη σου βρίσκεσαι πάλι εσύ. Σηκώνοντας βάρη κουράζεσαι αλλά και λυτρώνεσαι΄ έχεις μπει σ’ έναν δρόμο, πορεύεσαι και δεν έχεις την αγωνία αν αυτή είναι η συντομότερη διαδρομή για την ευτυχία.

Σου αρκεί που προχωρείς αρκετά σταθερά και δεν κοντοστέκεσαι κάθε τόσο για να αναμασάς τα λάθη σου. Το φορτίο πάνω σου είναι το έρμα σου΄  δίχως αυτό θα αμφέβαλλες κάθε πρωί για τα πάντα. Δεν θα ‘χες το «πρέπει» να σε βαραίνει, θα είχες όμως τα «ίσως» να σε τραβάνε απ’ όλες τις μεριές.
 
[…] Θυμήσου το ανάγλυφο που είχαμε δει μαζί στο Μουσείο της Ακρόπολης. Η Αθηνά, κρατώντας το δόρυ της που είναι μπηγμένο στο έδαφος, κοιτάει συλλογισμένη μια στήλη. Σκέπτεται ίσως το μέλλον που είναι χαραγμένο στο μάρμαρο. Όμως έχει πάντα κατά νου τις απειλές που περιζώνουν τα παρόντα.
 
Το δόρυ δεν είναι παρατημένο καταγής, κι η περικεφαλαία δεν έχει βγει για να ελαφρώσει το κρανίο. Το πνεύμα έχει πάντα ανάγκη από μιαν αρματωσιά που δεν είναι φτιαγμένη αποκλειστικά από σκέψεις. Μόνο έτσι μπορεί ν’ αναπτυχθεί, μόνο έτσι ελπίζω να πορευτείς κι εσύ: σαν κάποιος που ξέρει ότι πρέπει να μάχεται για να ζει στο ακέραιο.
 
*Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη: Το θάρρος που κοιμάται. Επιστολές σ’ έναν νεαρό φίλο.
Εκδ. Πατάκη, 2016. Σελ. 165-166 & 194-195.