[...] Ήταν μάλλον κάποιο συνθηματικό των κομμουνιστών, σκέφτηκε το όργανο, προκειμένου να ξεγελούν τις Αρχές ως πιστοί του Κυρίου και να αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Το χαρακτήρισε ως «σφυροδρέπανο» και το καταχώρησε στα προσωπικά της αντικείμενα μέσα στο φάκελο που την συνόδεψε μέχρι την Εθνική Ασφάλεια [...] Ο συγγραφέας Δημήτρης Σαπρανίδης αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη, τη δημιουργική πορεία της συγγραφής -από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- του νέου του μυθιστορήματος με τίτλο Bandiera... Russa, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Φτάνοντας στο τέλος της ιστορίας που πραγματεύεται ένα μυθιστόρημα, ο αναγνώστης συχνά ψάχνει να βρει πίσω από τα δρώμενα, την «παρουσία» του συγγραφέα. Ακόμα κι αν είναι γραμμένη σε τρίτο πρόσωπο, αφού τοποθετήσει τον εαυτό του νοερά μέσα σ’ αυτά, διόλου δε δυσκολεύεται να τα συγκρίνει με ό,τι γνωρίζει γύρω από τη ζωή και τη δράση του δημιουργού.

Στην περίπτωση του Bandiera... Russa, η ιστορία είναι βιωματική σε ότι αφορά τις συναισθηματικές καταστάσεις και την libido˙ τα ιστορικά γεγονότα από μια ηλικία και μετά˙  τα ακούσματα και τα διαβάσματα καθώς και τις αυτοψίες σε χώρους και τις μαρτυρίες κάποιων πρωταγωνιστών.

Η ιστορία, γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο άλλωστε, κάνει την «παρουσία» του συγγραφέα «ζώσα» και θα είχε ακόμα πολλά να προσθέσει, απ’ όσα  περιελήφθησαν χάριν οικονομίας της αφήγησης.

Η περιπέτεια της οικογένειας μας στην Ελλάδα της 4ης Αυγούστου, ήταν η επανάληψη εκείνης που βίωσε στα χρόνια του σταλινισμού και της τρομοκρατίας στη Ρωσία. Θα μπορούσε κανείς να συμπληρώσει πολύ περισσότερες ιστορίες πάνω σ’ αυτή την περίοδο αν η θεία Στάλη δεν είχε κρεμασμένο στον κόρφο της ένα χρυσό «πατριαρχικό» σταυρουδάκι από τη Ρωσία, ενθύμιο από τη χαμένη μάνα της, όπως έλεγε. Δεν ήταν η ανασφάλεια που η θεολογία του τρόμου εξασφαλίζει στους πιστούς της. Μακριά από τη θεία όλες αυτές οι δεισιδαιμονίες…

Όταν την συνέλαβαν λοιπόν και την οδήγησαν αρχικά στο Τμήμα Μεταγωγών, ο χωροφύλακας διάβασε φωναχτά το προκλητικό της όνομα και περιεργάστηκε για αρκετή ώρα στα δάχτυλά του το σταυρουδάκι, που υποχρεώθηκε ως κρατούμενη να του παραδώσει.

Ήταν ένας περίεργος σταυρός με την κεντρική κάθετη δοκό αλλά δεν είχε μία μόνο οριζόντια για τα χέρια του εσταυρωμένου. Είχε και μια μικρότερη για τα πόδια όχι όμως οριζόντια αλλά διαγώνια. Ήταν μάλλον κάποιο συνθηματικό των κομμουνιστών, σκέφτηκε το όργανο, προκειμένου να ξεγελούν τις Αρχές ως πιστοί του Κυρίου και να αναγνωρίζονται μεταξύ τους.

Το χαρακτήρισε ως «σφυροδρέπανο» και το καταχώρησε στα προσωπικά της αντικείμενα μέσα στο φάκελο που την συνόδεψε μέχρι την Εθνική Ασφάλεια. Εκεί λόγω του ανώτερου «μορφωτικού» επιπέδου των πολισμάνων, έκανε εντύπωση μεγαλύτερη η βεβήλωση του συμβόλου της χριστιανοσύνης από το μιαρό όνομα του Στάλιν.

Πως ήταν δυνατή η λατρεία  ενός τέτοιο σύμβολου να ταυτίζεται με το όνομα του Σατανά! Εκείνη δεν έλυσε καμιά από τις απορίες των μετέπειτα βασανιστών της. Το μόνο που τους είπε ήταν κάτι που τους μπέρδεψε: ότι ο … «Σατανάς» ήταν απόφοιτος της θεολογικής σχολής Τιφλίδας!

Από αφήγηση της μητέρας, έμαθα αργότερα ότι το σταυρουδάκι δεν ήταν ενθύμιο από την χαμένη μητέρα της θείας Στάλης. Η θεία το έλεγε έτσι για να θολώσει τα νερά.

Της το είχε χαρίσει ο παπούς μας, ο παπά Μάξιμος λίγο πριν πεθάνει πάνω στο πλοίο, ανοιχτά στο Λαύριο. Την ξόρκισε προηγουμένως μάλιστα, να μη μιλήσει ποτέ γι αυτό. Δεν ήθελε να προκληθεί διχόνοια  ανάμεσα στους Πατριαρχικούς της Μόσχας και στους Πατριαρχικούς της Κωνσταντινουπόλεως. Ο ανταγωνισμός των δύο αυτών Ορθόδοξων Πατριαρχείων, κάποτε έφτανε και στα άκρα.

Μετά την αποσταλινοποίηση της θείας, η ιστορία την θέλει με το βαφτιστικό της όνομα. Την έλεγαν Κάλλη. Θεία Κάλλη. Τότε λοιπόν, στη διάρκεια της Κατοχής και μετά, αδέσμευτη πια από κάθε πολιτική εξάρτηση, ντύθηκε τη στολή του «σταυροφόρου» στον αγώνα κατά των  προδοτών και των δοσιλόγων.

Νέοι ήρωες εμφανίζονται στις ιστορίες. Ο συγγραφέας τελειώνει την αφήγηση από τον τόπο που την ξεκίνησε: απ’ το μικρό εκείνο χωριουδάκι των προσφύγων, στην Ανατολική Αττική, στο Ρωσοχώρι. Το μετονόμασαν στη διάρκεια Εμφυλίου σε Δροσιά. Όπως το ρούσικο «πατριαρχικό» σταυρουδάκι που το χαρακτήρισε ο χωροφύλακας «σφυροδρέπανο», κατά τη διάρκεια της 4ης Αυγούστου.

Δημήτρης Σαπρανίδης
Συγγραφέας της Bandiera …Russa
28/8/2013

Ο Δημήτρης Σαπρανίδης σπούδασε Καλές Τέχνες στην ΑΣΚΤ. Εργάστηκε στις περισσότερες δημοσιογραφικές ειδικότητες των εφημερίδων Το Βήμα και Τα Νέα (1955-1973), και προϊστάμενος ελεύθερου ρεπορτάζ στον Ριζοσπάστη (1975) και στη Μεσημβρινή (1980).

Ήταν διευθυντής του περιοδικού Συλλογή (εκδόσεις Παπαχρυσάνθου, 1973), αρχισυντάκτης του περιοδικού Αντί (1974), διευθυντής στη Ραδιοτηλεόραση (1994-1997) και διευθυντής Εκδόσεων της ΕΡΤ απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1998. Διετέλεσε κα­τά περιόδους αρχισυντάκτης δελτίων ειδήσεων της τηλεόρασης και υπεύθυνος ρεπορτάζ.

Κατά τη Δικτατορία, το 1967, διεγράφη από την Ένωση Συντακτών και καταδικάστηκε σε ενός έτους φυλάκιση. Το 1971, σε έκθεση ζωγραφικής του στην Αθήνα, παρουσίασε σαράντα αντιδικτατορικά πόστερ, από τα οποία κυκλοφόρησαν παράνομα το Bus Only και το Χρονοδιάγραμμα, αλλά μετά τρεις μέρες η έκθεση έκλεισε βιαίως.

Ήταν δημιουργός και υπεύθυνος της εκπομπής «Μο­νόλογοι» (1976) και του πρώτου δίωρου teletext «Τηλέγραφος» (1985) στην τηλεόραση της ΕΡΤ-1 . Επίσης στο Β΄ Πρόγραμμα Ραδιοφωνίας της ΕΡΤ έκανε την πρώτη τρίωρη ζωντανή εκπομπή «Κάθε μέρα παντού» (1982).

Από τις εκδόσεις Παπαζήση εξέδωσε το 1974 έναν τόμο με την εισαγωγή στην Πολιτική γελοιογραφία στην Ελλάδα: Από τα πρώτα βήματά της στην αρχαία Ελλάδα, ενώ το 2001 από τις εκδόσεις «Ποταμός» τον πρώτο τόμο της αναλυτικής Ιστορίας της ελληνικής γελοιογραφίας (από την αρχαιότητα ως το 1967) και το 2006 τον δεύτερο τόμο (από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου ως τις μέρες μας). Το δίτομο αυτό έργο βραβεύτηκε το 2007 από το Ίδρυμα Προαγωγής Δημοσιογραφίας Αθανασίου Βασ. Μπότση και με το ειδικό βραβείο στη μνήμη του Απόστολου Μαγγανάρη.

Προηγούμενα βιβλία του: Χρονικό του 1961: Όπως το είδαν οι γελοιογράφοι όλου του κόσμου (εκδόσεις Φέξη, 1961), Γέλια και δάκρυα στο εδώλιο [από τα καθημερινά ευθυμογραφήματα του «24ώρου της Θέμιδας» που δημοσίευαν τα Νέα επί δέκα χρόνια (1963)], Αρχίδαμε, Go Home! [σάτιρα των κλασικών χρόνων στην αρχαία Αθήνα, (εκδόσεις Εξάντας, 1979)], Καλημέρα, Αντρέα. Γεια σου, Κώστα... (εκδόσεις Χριστόπουλος, 1996) και το ιστορικό ημερολόγιο του αντιναυάρχου Γεωργίου Σαχτούρη 567 ημέρες στο Αιγαίο [από τον ναυτικό αγώνα του ’21 (εκδόσεις Βεργίνα, 1997)]. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν:Bandiera... Russa, 2013, Bandiera... Russa (ePUB), 2013