«Ξεκίνησα να γράφω ιστορίες από την εφηβεία μου, αλλά η παρατήρηση, που είναι και η αρχή για να διαμορφωθεί μια ιστορία στο χαρτί, ξεκίνησε σίγουρα από πολύ νωρίτερα και ίσως έχει να κάνει και με το γεγονός ότι η οικογένεια μου μετακινήθηκε σε διαφορετικά μέρη κατά τη διάρκεια των πρώτων παιδικών μου χρόνων. Βερολίνο, Θεσσαλονίκη, Αθήνα. Πρέπει να διαμόρφωσα τις πρώτες μου ιστορίες από παιδί...» O τραγουδοποιός και συγγραφέας Δημήτρης Λάμπος αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη την δημιουργική εμπειρία της συγγραφής -από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- της συλλογής διηγημάτων του με τίτλο Ακίνητη πόλη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκίδα.

"...Η διαδικασία αυτή έγινε πιο συστηματική και διεξοδική στην πορεία και κυρίως με αφορμή την έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «ο Καθρέφτης» που εκδίδαμε εγώ και κάποιοι φίλοι ως φοιτητές ακόμα στην Αγγλία. Έτσι προέκυψαν «Το Αλβανάκι», «Η καταδίκη» και μερικά ακόμα που είναι από εκείνη την περίοδο αλλά συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή «Ακίνητη πόλη».

Μετά τον «Καθρέφτη» συνέχισα να γράφω διηγήματα και άρχισε σιγά- σιγά να διαμορφώνεται η σκέψη για μια συλλογή διηγημάτων που θα χαρακτηρίζονταν από ρεαλιστικό ύφος και κοινωνικοπολιτική θεματολογία.

Το «Ακίνητη Πόλη» περιέχει διηγήματα που έγραψα από το 1998 μέχρι και το 2012. Μεγάλη απόσταση, αλλά η αφετηρία πάντα η ίδια: να αποτυπώσω την πραγματικότητα στο βάθος της.

Από την «Εξέγερση» του Δεκέμβρη, μέχρι το ρατσισμό απέναντι στις «Μειονότητες», ακολουθώντας τη βόλτα του Άσιμου στο «Όλοι οι ζωντανοί μπλεγμένοι», μέχρι το ποιοι πουλάνε την πρέζα τελικά στο «Μαμά Τερέζα», από τον «τρομοκράτη» της «Ακίνητης Πόλης», μέχρι τον serial killer της «Ιστορίας για Αγίους», και από το θάνατο ενός ανθρώπου στη «Γριά» μέχρι την απελευθέρωση ενός έρωτα στη «Φωτογραφία», η πραγματικότητα όπως τη βιώνει ο φοιτητής, ο μπάτσος, ο ποιητής και ο φονιάς, παραμένουν η αφετηρία και ο στόχος και είναι χρωματισμένες σε αποχρώσεις του γκρίζου.

Οι πρωταγωνιστές αυτών των διηγημάτων σπάνια είναι ξεκάθαρα από την μια ή την άλλη όχθη. Συνήθως κινούνται στις παρυφές. Ο Ντίνος,  ο συμπαθής μαφιόζος από τη «Μαμά Τερέζα», ο «Αλέκος ο Μέγας» από την «Ακίνητη πόλη», άνθρωποι που με πρώτη ματιά θα καταδίκαζες, αλλά μπαίνοντας λίγο περισσότερο στο πετσί και στις ζωές τους, νομίζω με ευκολία κατανοείς καλύτερα τι τους κινεί προς όσα κάνουν και λένε.

Από την άλλη βέβαια δε θα μπορούσαν να λείπουν και οι «ξεκάθαροι» χαρακτήρες: ο πολιτικάντης απατεωνίσκος Αλέξης, το επαρχιακό λαμόγιο Αντώνης, η ίδια η «Μαμά Τερέζα» που περνάει για ενάρετη ενώ στην ουσία πουλάει πρέζα. Και στην αντίπερα όχθη, οι αθώοι αυτού του κόσμου, που συχνά είναι και τα θύματά του: η Ελένη από το «Λεωφορείο ο θάνατος», οι μειοψηφούντες μουσουλμάνοι του στρατοπέδου στις «Μειονότητες», ο έρωτας που χάνεται στα γρανάζια ενός απρόσωπου Οργουελικού κόσμου στην «Καταδίκη».

Ήταν στόχος και νομίζω ότι το πέτυχα τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, μέσα από όλους τους χαρακτήρες να αποτυπώνεται η πραγματικότητα όπως την κατανοούμε οι περισσότεροι πια, και ειδικά στα χρόνια της κρίσης που διανύουμε. Και αυτή είναι μια πραγματικότητα καπιταλισμού, σε μια φάση του μάλιστα που θυμίζει άγριο θηρίο ανεξέλεγκτο.

Κάποιοι από τους πρώτους αναγνώστες του βιβλίου, πριν ακόμα εκδοθεί, το χαρακτήρισαν «σκληρό». Ναι, τα διηγήματα που θα βρείτε στην «Ακίνητη πόλη» δεν ενδείκνυνται για ευχάριστη ανάγνωση στην παραλία. Δεν παύουν όμως να εμπεριέχουν την ελπίδα, όχι σαν αυτοσκοπό ή τελεολογικό φαινόμενο αλλά σαν ένα ακόμα ξεκάθαρο γεγονός που παρατήρησα κι αυτό ανάμεσα στη φρίκη αυτού του κόσμου.

Οι δεκαεξάχρονοι, ακούνητοι μέσα στο νέφος των χημικών στην «Εξέγερση», ο «παλιός» που παρά τη σκληρότητα του δεν ενδίδει στον ρατσισμό στις «Μειονότητες», δε θα μπορούσαν παρά να κρατήσουν τη φλόγα αναμμένη μέσα μου και μέσα σε αυτά τα διηγήματα. Αν πετύχουν το ίδιο και με εσάς, τότε το βιβλίο θα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του.-"