Αρκετά χρόνια μετά από την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Πάτυ εκ του Πετρούλα (1996), και μιας πλειάδας παιδικών βιβλίων, ο Μάκης Τσίτας (Γιαννιτσά, 1971) εξέδωσε το μυθιστόρημα Μάρτυς μου ο Θεός, το οποίο μπορεί να συμπεριληφθεί στα καλύτερα της χρονιάς. Τηρουμένων των αναλογιών, θυμίζει το διήγημά του «Ο Γιάννος» που περιλαμβάνεται στην πιο πάνω συλλογή, τόσο για την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όσο και για το είδος των εκμυστηρεύσεων του ήρωα-αφηγητή. Κατά κάποιο τρόπο στηρίζεται πάνω σε αυτό. Παρουσιάζοντας το βιβλίο εκείνο, όπου ο Τσίτας αφηγείται 17 ιστορίες καθημερινής μιζέριας με χώρο δράσης τη Θεσσαλονίκη και τις γύρω περιοχές, γράφαμε στο περιοδικό ΑΝΤΙ, αρ. 609, στις 5 Ιουλίου 1996, ότι «βάζει σοβαρές υποθήκες για το συγγραφικό του μέλλον». Γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου

Έχει σημασία να πούμε πως ο Γιάννος είναι ανισόρροπος και λάγνος, ενώ μερικές φράσεις του δείχνουν ότι οραματίζεται: «Καμιά φορά λέω να ήμουνα πουλί. Να έπαιρνα φόρα και να πετούσα ψηλά ψηλά ως τα σύννεφα». Ακόμα, φοβάται τους συγγενείς του: «Και τώρα με κυνηγάει για νε με βάλει στο τρελοκομείο». Κάπως έτσι, αν και καθόλου επικίνδυνος, είναι κι ο Χρυσοβαλάντης, ο αφηγητής του Μάρτυς μου ο Θεός, ένας άνεργος πενήντα ετών, χοντρός, λαίμαργος, λάτρης των γυναικών και κυρίως βαθιά θρησκευόμενος. Εργαζόταν σε εργοστάσιο γραφικών τεχνών, έμαθε τη δουλειά, ήταν καλός και φιλότιμος υπάλληλος, μα αντιμετωπίστηκε με βάναυσο τρόπο από τους εργοδότες και τους συναδέλφους του. Πικραμένος, απογοητευμένος, στα όρια της απόγνωσης, αρχίζει την ιστορία του ως εξής: «Υπάρχουν  τεσσάρων ειδών αφεντικά; Οι πετυχημένοι, οι χρεωμένοι, τα καθίκια και οι τρελοί. Εγώ έπεσα στον τέταρτο».

Την απόλυσή του και την δραματική κατάσταση ανεργίας, όπου βρίσκεται, την ερμηνεύει ως εξής:
    
Μας έφαγαν οι τεχνολογίες. Είναι τραγικό. Βρίσκουν δουλειά οι σερβιτόροι στα σκυλάδικα, οι πορτιέρηδες στα κλαμπ, οι νεκροθάφτες, οι νταβατζήδες,  οι τυχοδιώκτες, οι γιάπηδες, οι ξένοι, κι όχι εμείς που θυσιαστήκαμε για το βιβλίο. Πόσοι από μας μείναμε ανύπαντροι για να προσφέρουμε στην Γουεμβέργειον Τέχνην, όπως την αποκαλούν οι Γερμανοί.

Μάρτυς μου ο Θεός   
Μάκης Τσίτας
Εκδόσεις Κίχλη, 2013, σελ. 272, τιμή 15 ευρώ 

Ο Χρυσοβαλάντης, λοιπόν, γιος απόστρατου αξιωματικού, με μητέρα θρήσκα, και δύο αδελφές, η πρώτη καθηγήτρια θεολόγος, η δεύτερη άνεργη, αφηγείται τη ζωή του, η οποία είναι γεμάτη δράση, γυναίκες, μα κυρίως θρησκευτική πίστη. Σε μια ηλικία που δεν μπορεί να βρει σταθερή δουλειά, παρά τα προσόντα και την μεγάλη πείρα του, αναγκάζεται να δηλώνει πως είναι διατεθειμένος να κάνει οτιδήποτε για να έχει λίγα χρήματα για τις βιοτικές του ανάγκες. Μη βρίσκοντας όμως ανταπόκριση, κι ενώ η αγορά εργασίας στενεύει (βρισκόμαστε μερικά χρόνια πριν από την κρίση και το Μνημόνιο, στην Αθήνα που προετοιμάζεται για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004), κάνει δουλειές του ποδαριού και αφήνει τις ελπίδες του στον Θεό, αφού δεν πορεί να βασιστεί στους ανθρώπους που έχουν αποδειχτεί αχάριστοι.

Συχνά, ο ήρωας κάνει αναδρομές στο παρελθόν του που είναι πιο λαμπρό από το παρόν, το οποίο τον δυναστεύει, τον καταπιέζει και τον φτάνει στα όρια της αντοχής του. Αποκαρδιωμένος από τις γυναίκες που γνώρισε, οι οποίες τον έχουν εκμεταλλευτεί δεόντως και τον έχουν πετάξει σαν στυμμένη λεμονόκουπα, μόλις βλέπουν να τελειώνουν τα λεφτά του, βγάζει ποικίλα συμπεράσματα γι’ αυτές:
   
Η γυναίκα είναι σαν την πυροσβεστική. Όταν δει έναν άντρα μέσα στις φλόγες, οφείλει να ξέρει πώς να τον σβήσε, πώς να τον σώσει. Όμως συνήθως τον αφήνει να καεί. Ιδού η εμπειρία μου των πενήντα ετών και τριών μηνών ως σήμερα, με γκρίζα μαλλιά και λιγότερο μυαλό. Διότι το μυαλό μου δεν επωλήθη αλλά, φευ, εδημοπρατήθη.
 
Μπορούμε να πούμε πως ο Χρυσοβαλάντης, παρά τις λεκτικές του επιθέσεις κατά πάντων και την ακατάσχετη φλυαρία του που φτάνει στα όρια του παραληρήματος, αντιπροσωπεύει ένα είδος μέσου Έλληνα –το είδος υπήρξε στο παρελθόν ή ίσως υπάρχει ακόμα. Πρόκειται για τον συντηρητικό πολίτη που ενστερνίζεται το κλασικό τρίπτυχο πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια. Όλοι είναι εχθροί του (εργοδότες, συγγενείς, φίλοι), και αποτελούν τον στόχο του: αυτοί τον έχουν φτάσει στο σημείο να παραλογίζεται. Άνθρωπος που πιστεύει στα θαύματα, στη φιλευσπλαχνία του Θεού και στην καλή του μοίρα, δεν το βάζει κάτω, δεν πτοείται, περιμένει την εξ ύψους βοήθεια, και αναπολεί παλιές ωραίες εμπειρίες:
 
Στο Άγιον όρος έχω ζήσει αξέχαστες στιγμές. Θυμάμαι τον πατέρα Παύλο στη Σιμωνόπετρα, ο οποίος μου έλεγε επανειλημμένως τι πρέπει να κάνω για να σώσω τη ζωή μου. Πρέπει πρώτα να σώσω το κορμί μου. να αδυνατίσω δηλαδή. Δια της νηστείας και δια της προσευχής. Και να ευλογώ τους πάντες και τα πάντα. Αυτές οι κατανυκτικές ακολουθίες –θείο πράγμα! Βρισκόμουν σε ένα πνευματικό Χόλλυγουντ.
 
Ενίοτε, ο αυτοβιογραφούμενος, παίρνοντας αφορμή από τα συμβαίνοντα στην Ελλάδα, που κατά κάποιο τρόπο προαναγγέλλουν την έλευση της σημερινής κρίσης, κάνει χιουμοριστικές προβλέψεις; «Σε λίγο καιρό θα έχουμε τεράστιο πρόβλημα επιβίωσης. Οι Έλληνες θα γίνουν Κινέζοι κούληδες που θα κουβαλάνε Αλβανούς τουρίστες». Εξιστορώντας τη ζωή του, ή καλύτερα, τα βάσανά του, μιας και τίποτα δεν πήγε καλά σε αυτήν, αφού οι πάντες τον έχουν περιφρονήσει, εξαπατήσει και προδώσει, μιλάει για όσα διαδραματίζονται γύρω του (την ανεργία, την πορνεία, τους ξένους που έχουν πλημμυρίσει την Ελλάδα, τις δόλιες πτωχεύσεις επιχειρήσεων), μ’ ένα τρόπο που προβληματίζει τον αναγνώστη και ταυτόχρονα τον κάνει να γελάει. Διότι ο Μάκης Τσίτας, χρησιμοποιώντας την παρατηρητικότητά του, τις γνώσεις του για τον χώρο των εκδόσεων και κυρίως ένα χιούμορ που σπάει κόκαλα, μπορεί να απογειώνει το κείμενο και να το κάνει απολαυστικό. Η αφήγηση εμπλουτίζεται με λόγιες εκφράσεις, με λέξεις της δημοτικής ή της αργκό, με τροπάρια και θρησκευτικούς ύμνους, με γνωστά τραγούδια, με ρητά και παροιμίες, με ποιήματα, με σπάνιες λέξεις που σήμερα τις βρίσκουμε μόνο στα λεξικά, αλλά και λέξεις και στιχουργήματα που κατασκευάζει ο ίδιος ο συγγραφέας.
   
Το Μάρτυς μου ο Θεός δεν εντυπωσιάζει μόνο για την πρωτοτυπία του θέματος, την ανάπτυξη της πλοκής και τη διάπλαση του κεντρικού χαρακτήρα, μα κυρίως για τη λογοτεχνικότητα του κειμένου, Ο συγγραφέας, εκτός από την αφήγηση μιας καλής ιστορίας, δείχνει να νοιάζεται και για καλλιέπεια της γραφής του, η οποία είναι λίαν προσεγμένη, σε βαθμό που δεν πετάς τίποτα. Κάθε λέξη, κάθε φράση, κάθε σημείο στίξης, ερωτηματικό ή θαυμαστικό, έχει την αξία και τη σημασία του και προσθέτει βάρος στην πρόθεση του δημιουργού: να τέρψει τον αναγνώστη, να τον κάνει να νιώσει ωραία, χαμογελώντας ή σκάζοντας στα γέλια. Διότι ο ήρωας-αφηγητής, ο «τυπικός αντιήρωας της εποχής μας», όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, είναι ένας ψυχασθενής που παρατηρεί τα πάντα γύρω του και τα σχολιάζει με οξύνοια που δεν ταιριάζει με άτομο ψυχικά διαταραγμένο, άρα εδώ κολλάει η λαϊκή φράση «ο τρελός τα ’χει τετρακόσια».

Τελικά, έχουμε να κάνουμε με ένα αξιανάγνωστο μυθιστόρημα που αποζημιώνει εκείνους που θα αποτολμήσουν να το διαβάσουν, καθώς κινητοποιεί το μυαλό και οξύνει τη σκέψη. Διότι, «το καλό βιβλίο είναι σαν το καλό ψωμί» μας λέει ο ευφυής ψυχωσικός ήρωας. Προσθέτοντας πως το καλό ψωμί «θέλει καλή προπαρασκευή και καλή ποιότητα αλεύρων», αλλά και «καλούς τεχνίτες». Κι ο Μάκης Τσίτας είναι ένας πολύ καλός τεχνίτης του λόγου και του εσωτερικού μονόλογου: ορισμένα μονόπρακτά του έχουν παιχτεί στο θέατρο.