Μπορεί στην Ελλάδα να πωλούνται προς το παρόν μερικές μόνο δεκάδες ηλεκτρικά αυτοκίνητα το χρόνο, αλλά το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Το πόσο γρήγορα θα κάνουν αυτά την παρουσία τους πραγματικά αισθητή στο δρόμο θα εξαρτηθεί και από την εξέλιξη της τεχνολογίας (και την συνεπαγόμενη μείωση του κόστους – κυρίως των μπαταριών), και από τα πιθανά κίνητρα για την αγορά τους, και από τη δημιουργία της απαραίτητης υποδομής (που σχετίζεται και αυτή με τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης).

Όλα αυτά τέθηκαν επί τάπητος με αφορμή την ενδιαφέρουσα παρουσίαση στους Έλληνες δημοσιογράφους των νέων BMW i3 και BMW i3S, για τα οποία έχουμε γράψει σε προηγούμενο άρθρο μας.

Ξεκινώντας από τη BMW, να πούμε ότι έχει πουλήσει 200.000 ηλεκτρικά αυτοκίνητα από το 2013 μέχρι σήμερα, αριθμός που με βάση τον παγκόσμιο στόλο δείχνει σταγόνα στον ωκεανό - η είδηση όμως είναι ότι μέχρι το 2025 η βαυαρική εταιρία θα έχει ρίξει στην αγορά 25 νέα ηλεκτρικά μοντέλα (για την ακρίβεια ηλεκτρικά και «επαναφορτιζόμενα» υβριδικά [PHEV] – electrified λένε με μία λέξη στα αγγλικά). Και για το σκοπό αυτό οι Γερμανοί έχουν φροντίσει να κατοχυρώσουν τα λογότυπα “i1” έως “i9” και “iX1” έως “iX9”, γεγονός που μας δίνει μια ιδέα σχετικά με το τι μπορούμε να περιμένουμε.

Το αυξημένο ενδιαφέρον για την ηλεκτροκίνηση έχει βέβαια άμεση σχέση με τις απαιτήσεις στον τομέα των ρύπων. Και αυτό δεν αφορά μόνο τη BMW που αυτή τη στιγμή καυχιέται ότι κατέχει το 10% των ηλεκτρικών πωλήσεων στον κόσμο (και βρίσκεται στην 1η θέση μαζί με την αμερικανική Tesla), αλλά πρακτικά το σύνολο της αυτοκινητοβιομηχανίας. Θυμίζουμε στο σημείο αυτό ότι το 2021 στόχος είναι τα 95 g CO2/km, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 2025, όριο θα είναι κατά 30% χαμηλότερο. Αυτός είναι και ο λόγος που αυτή η χρονικά θεωρείται ορόσημο για τη διάδοση της ηλεκτροκίνησης.

Προς το παρόν, με δεδομένη την προσφερόμενη αυτονομία (που στην πράξη σπανίως υπερβαίνει τα 150-200 χιλιόμετρα), αλλά και την τιμή αγοράς (τα νέα BMW i3 και i3S κοστίζουν € 39.350 και € 43.100 αντίστοιχα) χρειάζεται υπομονή και επιμονή – και αυτό αφορά σίγουρα και τη δημιουργία της απαραίτητης υποδομής.

Στο σημείο αυτό, ο Αντώνης Αδάναλης, υπεύθυνος της μάρκας “i” της BMW, παρέδωσε τη σκυτάλη της παρουσίασης στον διευθυντή της εταιρίας Fortisis, Δημήτρη Μιχαλικόπουλο.

Η Fortisis που δραστηριοποιείται στο χώρο αυτό, σε Ελλάδα, Κύπρο και Μάλτα, έχει στήσει ένα δημόσιο δίκτυο φόρτισης που βρίσκεται στον 5ο χρόνο της λειτουργίας του. Η απαραίτητη διευκρίνηση έχει να κάνει με το γεγονός ότι δημόσιο στην περίπτωσή μας θεωρείται ότι δεν βρίσκεται μέσα στο σπίτι μας – δηλαδή μιλάμε για σημεία φόρτισης στα οποία μπορεί να έχουν πρόσβαση διαφορετικοί χρήστες. Και 140 τέτοια σημεία φόρτισης σε πάρκινγκ και αλλού έχουν ήδη στηθεί από την εταιρία.

Η δημιουργία ενός έξυπνου δικτύου δημόσιων φορτιστών είναι το μεγάλο στοίχημα για την ηλεκτροκίνηση. Με δεδομένο ότι ένα αυτοκίνητο κινείται κατά μέσο όρο μόνο 2-3ώρες την ημέρα, πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να «μπαίνει στην πρίζα» τις ώρες της «ανάπαυσής» του, ώστε όχι μόνο να ανακτά την αυτονομία του, αλλά και να μπορεί - στο μέλλον φυσικά όταν θα υπάρχουν πολλά εκατομμύρια ηλεκτρικά οχήματα στο δρόμο – να μπορεί να επιστρέφει στο δίκτυο την ενέργεια που δεν χρειάζεται, σταθεροποιώντας την τάση σε φάσεις αυξημένης ζήτησης.

Η αναγκαιότητα της ύπαρξης των δημόσιων φορτιστών γίνεται ακόμα πιο φανερή αν σκεφτεί κανείς ότι το 53% των Ελλήνων (και το 80% των κατοίκων της Αθήνας) ζει σε διαμερίσματα πολυκατοικιών που σε πολλές περιπτώσεις δεν διαθέτουν καν πάρκινγκ, οπότε η διαθεσιμότητα έστω και κάποιας πρίζας «σούκο» είναι πρόβλημα.

Βεβαίως και για αυτούς που διαθέτουν δικό τους, κλειστό γκαράζ τα πράγματα δεν είναι πάντα απλά. Θεωρητικά αρκεί μια πρίζα σούκο (16Α) για να φορτίσει κανείς τη μπαταρία του αυτοκίνητου του σε 8-11 ώρες (ανάλογα με τη χωρητικότητά της) ωστόσο αν η συγκεκριμένη γραμμή τραβάει και άλλα φορτία, μπορεί να δημιουργηθούν προβλήματα. Προσοχή λοιπόν στην εγκατάσταση, ενώ ακόμα καλύτερα θα είναι τα πράγματα αν τοποθετήσει κανείς κάποιο φορτιστή εναλλασσομένου ρεύματος (AC) 3,6 – 22,0 kW με τον οποίο η φόρτιση πραγματοποιείται μέσα σε 3-4 ώρες. Στην περίπτωση της BMW ένας τέτοιος φορτιστής κοστίζει περίπου 900 ευρώ.

Τέλος η μεγαλύτερη ταχύτητα φόρτισης επιτυγχάνεται με συσκευές συνεχούς ρεύματος (DC) που συνήθως έχουν ισχύ 24-50 kW και φορτίζουν κατά 80% μια μπαταρία σε μισή ώρα, αλλά κοστίζουν 30.000 ευρώ.

Πέρα όμως από τις τεχνικές δυσκολίες, δεν είναι λίγες και οι νομικές. Ένα ενθαρρυντικό μήνυμα στέλνει ο πρόσφατος νόμος 4513/2018 που προβλέπει την εγκατάσταση φορτιστών σε δημόσιους χώρους (οπότε απλοποιούνται κάποιες διαδικασίες), ενώ θετικά λειτούργησε και η πρωτοβουλία του ΕΟΤ να πριμοδοτήσει με αστέρια τα ξενοδοχεία που διαθέτουν φορτιστές. Στον αντίποδα έχουμε κάποιες ρυθμίσεις του 2015 που προβλέπουν την έκδοση ειδικής άδειας για εγκατάσταση δημόσιου φορτιστή – κάτι που όπως είπε ο Δημήτρης Μιχαλικόπουλος αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία.

Προφανώς θα υπάρξουν και άλλες πρωτοβουλίες από τους αρμόδιους φορείς, καθώς η χώρα μας πρέπει να ευθυγραμμιστεί με την κοινή ευρωπαϊκή γραμμή στο ζήτημα αυτό. Τα όσα δήλωσε στην παρέμβασή της η Νεκταρία Καρακατσάνη, μέλος του Δ.Σ. της ΡΑΕ (Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας), για αξιοποίηση κονδυλίων ύψους 700.000 ευρώ σε πρώτη φάση και 9,0 εκ. ευρώ σε δεύτερη φάση για εγκατάσταση φορτιστών είναι οπωσδήποτε ένα θετικό μήνυμα. Μόνο που εδώ θα πρέπει να προσέξουν οι αρμόδιοι το ζήτημα της μετακύλισης του κόστους στους καταναλωτές...