Το τέλος της καριέρας του Ροναλντίνιο συμβολίζει και το οριστικό τέλος της εποχής της ποδοσφαιρικής αθωότητας... Στημένοι αγώνες, βία, σούπερ σταρ, αμφιλεγόμενοι παράγοντες υπήρχαν και την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, όταν μεγαλούργησε ο Ρονάλντο Γκαούτσο, που τον φώναζαν «Μικρό Ρονάλντο» επειδή ξεκίνησε να... γλεντάει τους κατά πολύ μεγαλύτερους αντιπάλους του από τα 13. Υπάρχουν όμως και τρία πολύ βασικά στοιχεία που κάνουν την περίπτωσή του ξεχωριστή.

Πρώτον, ήταν ο τελευταίος μεγάλος αστέρας του ποδοσφαίρου που δεν είχε haters. Οπως ο Πελέ, ο Κρόιφ, ο Ζιντάν και -τουλάχιστον μέχρι το 1994- ο Ντιέγκο Μαραντόνα, προκαλούσε το θαυμασμό σε όποιο γήπεδο κι αν αγωνιζόταν και το ταλέντο του αναγνώριζαν όλοι οι αντίπαλοι.

Δεύτερον, έμεινε στο υψηλότερο επίπεδο όσο... γούσταρε. Από τα 31 του, ηλικία την οποία πολλοί θεωρούν ως την ιδανική, αποφάσισε να αντιμετωπίσει το άθλημα ως διασκέδαση. Καθαρά ως διασκέδαση, γιατί ακόμα κι όταν έπαιζε στη Μπαρτσελόνα, ποτέ δεν έσβησε το χαμόγελο από τα χείλη του.

Τρίτον, η μεταγραφή του από την Παρί Σεν Ζερμέν στη Μπαρτσελόνα το 2003 κόστισε 30.000.000 ευρώ, δηλαδή πολύ λιγότερα απ΄ότι η πρόσφατη μετακίνηση του Οξλέιντ Τσάμπερλεϊν από την Αρσεναλ στη Λίβερπουλ (40εκ. ευρώ). Επενδύσεις εκατομμυρίων γίνονταν και τότε στο ποδόσφαιρο, όχι όμως στο βαθμό του ακαταλόγιστου όπως συμβαίνει τα τελευταία δύο χρόνια.

Ο Ροναλντίνιο, μάλιστα, πήγε ως δώρο... εξιλέωσης του τότε πρόεδρου Ζοάν Λαπόρτα στους οπαδούς της «Μπάρτσα» επειδή δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει τη βασική προεκλογική του δέσμευση και να φέρει στο «Καμπ Νόου» τον Ντέιβιντ Μπέκαμ! Ο «Μπεκς» επέλεξε τη Ρεάλ Μαδρίτης και έζησε από... απέναντι τη αξέχαστη βραδιά του Βραζιλιανου στο «Μπερναμπέου» το Νοέμβριο του 2005.

Ωστόσο, ο θρύλος του είχε αρχίσει να δημιουργείται από παλαιότερα. Από τότε που έκανε τα «μαγικά» του στις γειτονιές του Πόρτο Αλέγκρε δείχνοντας περίεργη προτίμηση στο ποδόσφαιρο σάλας και στα τουρουά 5Χ5 λες κι ήθελε από τότε να βροντοφωνάξει σε όλους ότι το ποδόσφαιρο είναι πλάκα, είναι παιχνίδι. Πιέστηκε, είναι η αλήθεια, να σοβαρευτεί όσο μεγάλωνε μέσα στις ακαδημίες στη Γκρέμιο, στην οποία ξεκίνησε από τα 7 και έμεινε μέχρι τα 21, φεύγοντας με προορισμό το Παρίσι και την Παρί Σεν Ζερμέν το 2001. Ενα χρόνο μετά κι ενώ είχε αφήσει το στίγμα του με τις μικρές εθνικές ομάδες της Βραζιλίας, ήταν βασικό στέλεχος της «Σελεσάο» την οποία οδήγησε στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002, πλάι σε δύο παίκτες τους οποίους χαρακτήριζε ινδάλματά του: τον Ριβάλντο και τον Ρονάλντο.

Το Παρίσι δεν τον χωρούσε, η ομάδα δεν είχε καμία σχέση με την σημερινή Παρί. Από σπόντα και ως... αντίδωρο για την απώλεια του Μπέκαμ, βρέθηκε στη Βαρκελώνη. Εκείνος που ήταν κάτι παραπάνω από ένας απλός επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, βρέθηκε σε κάτι παραπάνω από έναν σύλλλογο. Το ιδανικό ταίριασμα. Η «Μπάρτσα» με προπονητή τον Φρανκ Ράικααρντ στόχευσε στην ευρωπαϊκή κυριαρχία, μια ντουζίνα χρόνια μετά το πρώτο της Κύπελλο Πρωταθλητριων (1991/92) επί Κρόιφ. Επίσης, διεκδικούσε και τους πρώτους εγχώριους τίτλους της τον 21ο αιώνα που είχε αρχίσει με θριάμβους της Λα Κορούνια (2000), της Ρεάλ (2001 και 2003) και της Βαλένθια (2002).

Το Standing Ovation στο Μπερναμπέου

Οι Καταλανοί πήραν τον τίτλο το 2004 και πήγαν ως πρωταθλητές στο «Σαντιάγκο Μπερναμπέου» για το πρώτο «Clasico» της σεζόν 2004/2005. Εκεί γράφτηκε ιστορία. Για πρώτη φορά στα χρονικά του μεγαλύτερου ντέρμπι στον πλανήτη, οι οπαδοί των γηπεδουχων σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και χειροκρότησαν τους φιλοξενούμενους. Ηταν 19 Νοεμβρίου 2005, ο Ροναλντίνιο ξέφευγε σαν «χέλι» από τον Σέρχιο Ράμος, τον Ιβάν Ελγκέρα, τον Ρομπέρτο Κάρλος και η Μπαρτσελόνα περνούσε θριαμβευτικά από τη Μαδρίτη. Οι φίλοι των «Μερένγκες» χειροκροτούν μετά το 0-3, υποκλίνονται σε μια ποδοσφαιρική ιδιοφυϊα. Ο Ροναλντίνιο μεταμόρφωσε ριζικά τη Μπαρτσελόνα. Αφησε κληρονομιά το jogo bonito το οποιο ακολουθεί πιστά από τότε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η ομάδα. Ακόμα και σημειολογικά, ήταν εκείνος που έδωσε τη σκυτάλη στον «εκλεκτό», αφού ο Λιονέλ Μέσι πέτυχε το πρώτο γκολ της καριέρας του από ασίστ του Ροναλντίνιο. Το Champions League, το ιερό δισκοπότηρο, περιήλθε στην τροπαιοθήκη του τον Μάιο του 2006 στον τελικό του «Stade de France» και το 2-1 επί της Αρσεναλ.

Η ημέρα που έσβησε το χαμόγελο

Η κατάκτηση του Champions League ήταν η αρχή της αντίστροφης μέτρησης για τον Ροναλντίνιο που πλέον είχε κατακτήσει τα πάντα σε συλλογικό, αλλά και ατομικό επίπεδο με τη «Χρυσή Μπάλα» του 2005 και το αντίστοιχο βραβείο της FIFA το 2005 και το 2006. Εμεινε για 2,5 χρόνια στη Μίλαν και τον Φεβρουάριο του 2011 επέστρεψε στην πατρίδα του αρχικά στη Φλαμένγκο και μετά στην Ατλέτικο Μινέιρο. Εκεί, τον είδαν να δακρύζει για πρώτη φορά όταν το 2012 πέτυχε ένα εκπληκτικο γκολ και βούρκωσε κοιτάζοντας τον ουρανό. Ηταν η μέρα που είχε πεθάνει ο πατριός του με τον οποίο είχε ξεχωριστή σχέση.

Ηταν κάτι το περιστασιακό, αφού το «γελαστό παιδί» του παγκόσμιου ποδοσφαίρου συνέχισε να είναι αυτός που οι φίλαθλοι γνώρισαν και αγάπησαν. Ξεχωριστή ήταν η σχέση του και με την Ελλάδα την οποία είχε επισκεφτεί αρκετές φορές, με ιδιαίτερη έφεση στα... μπουζούκια και ιδιαίτερη φιλία με τον Αντώνη Ρέμο. Προς το τέλος της καριέρας του έπαιξε στο Μεξικό με την Κερετάρο, ενώ το 2016 εμφανίστηκε σε τουρνουά ποδοσφαίρου σάλας (η παιδική του αγάπη) στην Ινδία.

Η αφοσίωσή του στο ποδόσφαιρο ήταν εντυπωσιακή. Οι ευαισθησίες του το ίδιο. Είχε αποφασίσει να κρεμάσει τα παπούτσια του όταν συνέβη η τραγωδία της Σαπεκοένσε, όταν ανακοίνωσε επισήμως πως θέτει εαυτόν στη διάθεση του συλλόγου. «Φοράω τώρα τη στολή και έρχομαι να παίξω» ήταν το μήνυμα που έστειλε στον σύλλογο ο οποίος έχασε 19 ποδοσφαιριστές στο αεροπορικό δυστύχημα του Νοεμβρίου 2016. Στη δήλωσή του αυτή έσμιγαν η θλίψη με την αγάπη για το ποδόσφαιρο και ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος αντιλαμβανόταν το άθλημα. Αθεράπευτα ρομαντικός, φεύγει από τα γήπεδα, αφήνοντας παρακαταθήκη το λαμπερό χαμόγελο. Ο κόσμος του ποδοσφαίρου μπορεί να είναι ευγνώμων στον άνθρωπο που αγάπησε τη στρογγυλή Θεά, αλλά και λατρεύτηκε από αυτήν. Στον άνθρωπο που κάποτε είπε:

«Οταν πεθάνω, μην με θάψετε σε κάποιο νεκροταφείο. Φτιάξτε για μένα ένα ναό δίπλα σε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο και θάψτε με παρέα με μια μπάλα, γιατί αυτή ήταν η ζωή μου»...